|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
| |
Ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου
Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Μετάφραση: Γεώργιος Αβραμόπουλος
Η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό τη θεολογική, αγιοπνευματική ερμηνεία του κατά Ιωάννην ευαγγελίου υπό του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (1894-1979). Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Ιουστίνος είναι σημείο αναφοράς για τη θεολογική, πνευματική και εκκλησιαστική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Οι ερμηνευτικές του εργασίες δεν είναι απλώς θεολογικά συγγράμματα, αλλά λειτουργούν ως παράθυρα προς την εμπειρία της Εκκλησίας και την εμβάθυνση στην αποκάλυψη του Χριστού δια της Αγίας Γραφής.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 576, Τιμ. 17€.
|
|
| |
|
|
| |
Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Σωφρονίου Ευστρατιάδου (†) Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως Το κλασικό επίτομο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί μία ευσύνοπτη κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσίαση του βίου και των αθλημάτων των Αγίων. Πρόκειται για ένα εύχρηστο εγχειρίδιο και λεξικό, στο οποίο παρατίθενται συγχρόνως σε βραχυγραφίες και οι χρησιμοποιηθείσες πηγές. Η επανέκδοση με νέα ευανάγνωστη στοιχειοθεσία κατακλείεται με Επίμετρο του Πανιερ. Μητροπολίτου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 896, Τιμ. 22€. |
|
| |
|
|
| |
Η Κυριακή προσευχή
Γεωργίου Π. Πατρώνου
Συνοπτική ερμηνευτική προσέγγιση της Κυριακής Προσευχής (Πάτερ Ημών), την οποία έκανε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και παρέδωσε στους αποστόλους, από τον Ομ. Καθηγ. Πανεπιστημίου και Καινοδιαθηκολόγο Γ. Π. Πατρώνο. Πρόκειται για την προσευχή ενότητας του όλου πληρώματος της Εκκλησίας, με την οποία κάθε πιστός εκζητά το έλεος του Θεού-Πατρός μετά το μυστήριο της Αγίας Αναφοράς και πριν από την μετοχή στα Τίμια Δώρα. Η ερμηνεία των λόγων της προσευχής καταδεικνύει το μεγάλο θεολογικό της βάθος, την λειτουργία της ως βασική κατήχηση των νεοφωτίστων κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, αλλά και το σωτηριολογικό και εσχατολογικό της βάθος.
Σχ. 14Χ21, Σελ. 104, Τιμ. 4€. |
|
| |
|
|
| |
Μεθ ’ημών ο Θεός ως φιλάνθρωπος, Τότε-Τώρα-Πάντοτε
Χαραλάμπους Σωτηρόπουλου, Ομοτ. Καθηγ. Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ
Μία συνοπτική και εμπεριστατωμένη έκθεση της Ορθοδόξου Σωτηριολογίας, στην οποία εκτίθενται οι τρεις σωτηριολογικές περίοδοι της ανθρωπίνης φύσεως διά του προαιωνίου σχεδίου του Θεού. Στην α΄ ἑνότητα ο καταξιωμένος θεολόγος αναφέρεται στην προαιώνια βουλή του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, στη β΄ στην αξία της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, το σωτήριο για τον άνθρωπο έργο του καθ’ όλον τον επίγειο βίο του, τα άγια Πάθη και την Ανάσταση Αυτού, ενώ στην γ΄ ενότητα αναλύει την μεσιτεία του Θεανθρώπου με την εις τους ουρανούς Ανάληψή Του και την ανύψωση της ανθρωπότητας διά της κατά χάριν ενώσεώς της με τη Θεότητα στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.
Σχ. 14Χ24, Σελ. 168, Τιμ. 7€. |
|
| |
|
|
| |
Φωνή εξ όρους κατασκίου
Συμβουλές και διατυπώσεις
Οσίου Δανιήλ Κατουνακιώτου
Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε μία από τις φωτεινότερες μορφές της σύγχρονης Ορθοδοξίας, τον όσιο Δανιήλ Κατουνακιώτη (†8 Σεπτεμβρίου 1929). Στο Α΄ μέρος, το «Συναξάρι του Οσίου Δανιήλ», παρουσιάζεται ο βίος του, η άρτια θεολογική παιδεία του (αριστούχος απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης), και το αυστηρό ασκητικό ήθος του. Εκάρη μοναχός στην Μονή του Αγ. Παντελεήμονος του Αγίου Όρους το 1866, αλλά λόγω της πολιτικής του πανσλαβισμού από το Πατριαρχείο Μόσχας απεχώρησε το 1874 με άλλους μοναχούς στην Μικρά Αγία Άννα και ακολούθως στην μονή της Αγ. Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας Θεσσαλονίκης. Επέστρεψε στο Άγ. Όρος και στην Μονή Βατοπαιδίου, ενώ το 1881 ίδρυσε την καλύβη του στα Κατουνάκια, το σημερινό ησυχαστήριο της κοινότητας των Δανιηλαίων. Στο Β΄ μέρος παρατίθενται 24 Επιστολές, λόγοι και ομιλίες του, κείμενα στα οποία αναδεικνύεται όχι μόνο ο εμβριθής και έγκριτος θεολόγος, αλλά και ο πεφωτισμένος ασκητής. Στις 20 Οκτωβρίου 2019 έγινε η αγιοκατάταξή του από την ΑΘΠ, κ.κ. Βαρθολομαίο.
Σχ. 14Χ23, Σελ. 272 Τιμ. 8 €. |
|
| |
|
|
| |
1821-2021 Οι Νεομάρτυρες του Γένους
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος
Συναξαριστικός εικονογραφημένος Τόμος με Συναξάρια όλων των Νεομαρτύρων, αφιέρωμα στην άλωση της Πόλης και τον τελευταίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ' Παλαιολόγο.
Ο αγώνας των Ελλήνων έγινε, όπως ομολογούσαν οι Αγωνιστές του 1821, «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Δεν πρόκειται συνεπώς μόνο περί μιας εθνικής επετείου, αλλά περί συζεύξεως, αλληλοπεριχωρήσεως, κοινής πορείας και αδιατάρακτης ενότητας Ελληνισμού και Ορθοδοξίας. Αυτή την αλήθεια εκφράζουν οι άγιοι Νεομάρτυρες που ήταν η ψυχή του αγώνα. Αυτοί σήμερα, με την πίστη τους, τη θυσία τους και το μαρτύριο τους, μας δίνουν τη δύναμη να αντέχουμε, να αγωνιζόμαστε, να ελπίζουμε. Έτσι, το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα εισοδικό στην πίστη και τη μαρτυρία του ζώντος Τριαδικού Θεού, την ιστορία της Πατρίδας μας και του Γένους των Ελλήνων.
Σχ. 25Χ27,5, Σελ. 442, Τιμ. 30 €. |
|
| |
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
|
† 10 Οκτωβρίου
Διονύσιος Ιερομάρτυς, ο Φιλόσοφος, Μητροπολίτης Λαρίσης
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Οι Νεομάρτυρες του Γένους, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2021, σελ. 130-131
Ο ΄Αγιος Ιερομάρτυς Διονύσιος ήταν Ιεράρχης ελλογιμώτατος και φιλόσοφος, χλευαστικώς δε αποκαλούταν «σκυλοφιλόσοφος». Ήταν Ηπειρώτης από την Αβδέλλα με καταγωγή από τα Γρεβενά, γεννημένος στην Παραμυθιά γύρω στο 1560. Έγινε μοναχός στο Διχούνι σε πολύ μικρή ηλικία. Αργότερα, στην ηλικία των 15 ετών, έφυγε στην Πάδοβα για σπουδές σε ιατρική, φιλοσοφία, λογική, αστρονομία και ποίηση. Λόγω της ευρυμάθειας και της γλωσσομάθειάς του απέκτησε το προσωνύμιο «Φιλόσοφος». Το 1582 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1593 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Λαρίσης.
Εδρεύοντας στην Τρίκκη και παρακινηθείς από τον Δούκα του Νεβέρ, ως έχοντος κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου των Παλαιολόγων, προκάλεσε το 1600 την εξέγερση του χριστιανικού λαού κατά των Τούρκων στα ΄Αγραφα, μάλιστα καθόπλισε τους Έλληνες άνευ πολεμικής προπαρασκευής, μέσω της πίστεως στην ελευθερία και του χριστιανικού ενθουσιασμού.
Τότε προδόθηκε και το Πατριαρχείο έσπευσε να τον καθαιρέσει. Ο ίδιος αναγκάσθηκε να φύγει στην Ιταλία και αργότερα στην Ισπανία. Εκεί εξακολουθούσε να καταστρώνει σχέδια εξεγέρσεως κατά των Τούρκων, στέλνοντας στην Πελοπόννησο απεσταλμένους του για να προσεταιρισθεί τους Μανιάτες. Αργότερα, εξορμώντας από την Μονή του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη (που βρίσκεται μεταξύ Παραμυθίας, Κερασόβου και Ραδοβίτσης) εισέβαλε στα Ιωάννινα το 1611 και πολιόρκησε το Διοικητήριο.
Όταν κατεπνίγη και αυτή η Επανάσταση, ο Διονύσιος κρύφθηκε σε ένα σπήλαιο που βρίσκεται στο Νησί της Λίμνης των Ιωαννίνων, προδόθηκε από τους Εβραίους και αφού συνελήφθη από τους Τούρκους, υπέστη φρικτά βασανιστήρια, παραμένοντας όμως γενναιόφρων και πιστός στην χριστιανική πίστη. Οι Τούρκοι έγδαραν ζωντανό τον ΄Αγιο και, αφού γέμισαν τό δέρμα του με άχυρα, τον περιέφεραν σε διάφορες πόλεις. Όταν τον έφερναν στην Κωνσταντινούπολη και το έδειξαν στον Σουλτάνο, αυτός ένιωσε φρίκη και σηκώθηκε από τον θρόνο. Εξ αυτού του λόγου αιτιολογείται πιθανώς η έλλειψη κάθε μνείας του Αγίου ανδρός, ο οποίος αδικήθηκε από την ιστορία, στους Συναξαριστές. Παρά ταύτα, ο Μάρτυρας αυτός για την εν Χριστώ άθλησή του εορτάζεται ως ΄Αγιος στην Ήπειρο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Οκτωβρίου.
|
|
|
|
|
|
11 Οκτωβρίου
† ΄Αγιος Θεοφάνης ο Γραπτός
Ο άγιος Θεοφάνης, ο επονομαζόμενος Γραπτός, γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745 και μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο έλαβε την εν Χριστώ παιδεία στην περίφημη Μονή του Αγίου Σάββα από το σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, βιώνοντας συγχρόνως την ορθόδοξη πνευματικότητα και το ασκητικό πνεύμα. Τα δύο αδέλφια διακόνησαν ως υποτακτικοί τον διδάσκαλό τους Μιχαήλ το 811 στη Μονή των Σπουδαίων, πλησίον του ναού της Αναστάσεως. Κατόπιν, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θωμάς Α΄ (807-820), αφού τους χειροτόνησε ιερείς, τους έστειλε στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη ως αντιπροσωπεία για τη στήριξη των διωκόμενων από τους Εικονομάχους Ορθοδόξων, αλλά και του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων που απειλούταν από τους Άραβες μουσουλμάνους. Τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος εγκαταστάθηκαν στην Μονή της Χώρας.
Αλλά μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ (811-813), ο διάδοχός του στον θρόνο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), κήρυξε τη β΄ περίοδο της Εικονομαχίας με απηνείς διωγμούς κατά των Ορθοδόξων, αφού επέβαλε βαρύτατες ποινές, ακόμη και θανατική ποινή, σε όσους προσκυνούσαν Εικόνες, ενώ διέταξε την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών. Οι αδελφοί μαζί με το δάσκαλό τους Μιχαήλ προσήλθαν ενώπιον του αυτοκράτορα, διαμαρτυρόμενοι για το διάταγμά του. Η στάση τους αυτή εξαγρίωσε τον Λέοντα τον Ε΄, ο οποίος διέταξε τον βασανισμό και την φυλάκισή τους σε ένα φρούριο στο Βόσπορο.
Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820) σταμάτησαν οι διωγμοί των Εικονομάχων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Σωσθενίου, όπου επιδόθηκαν στη σύνταξη επιστολών, στις οποίες προέβαλλαν το ορθόδοξο φρόνημα. Σφοδρότατες όμως διώξεις των Εικονομάχων ξέσπασαν με την ανάρρηση στον θρόνο του Θεόφιλου (829-842), ο οποίος κατεδίωξε απηνώς τους Ορθοδόξους, εξορίζοντας μάλιστα τα δυο αδέλφια στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές. Επειδή όμως συνέχισαν να ασκούν σφοδρή κριτική κατά των εικονομάχων, κλήθηκαν το 836 σε απολογία από τον αυτοκράτορα. Οι δύο ομολογητές μοναχοί ομολόγησαν την ορθόδοξη πίστη τους ενώπιον του εικονομάχου αυτοκράτορα και υπέστησαν εκ νέου φρικτά μαρτυρία, τα οποία κορυφώθηκαν με την αναγραφή δια πυρωμένου σίδερου στα μέτωπά τους των εναντίον τους κατηγοριών, λόγος για τον οποίο ονομάσθηκαν «Γραπτοί». Φυλακίσθηκαν στο Πραιτώριο και αργότερα εστάλησαν εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας, όπου εκοιμήθη ο Θεόδωρος το 838, προς τιμή του οποίου ο Θεοφάνης συνέθεσε ποιητικό κανόνα.
Ο Θεοφάνης εξορίστηκε εκ νέου στη Θεσσαλονίκη. Το 842 τον εικονομάχο Θεόφιλο διαδέχθηκε ο ανήλικος υιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867), υπό την επιτροπεία της αυτοκράτειρας αγίας Θεοδώρας, η οποία έπαυσε τους διωγμούς, επανέφερε σε ισχύ τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και το 842 αναστήλωσε οριστικά τις άγιες Εικόνες. Με Διάταγμα μάλιστα επανέφερε από την εξορία και απελευθέρωσε όλους τους ομολογητές της πίστεως. Ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία και το ίδιο έτος ο Πατριάρχης Μεθόδιος τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας, όπου μέχρι το τέλος της ζωής του διακόνησε το ποίμνιό του, αναδεικνυόμενος εξαίρετος υμνογράφος, αφού συνέθεσε πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, οι οποίοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και σε μνήμες αγίων. Εκοιμήθη την 11η Οκτωβρίου του 845 και ανακηρύχτηκε άγιος, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η μνήμη του. |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Οικολογικές θεωρίες και Woke ατζέντα. Θεολογικές και κοινωνιολογικές παράμετροι
Κωτσιόπουλου Κωνσταντίνου, Καθηγ. Θεολογίας του Α.Π.Θ.
«Ἐπί τάς πληγάς τῶν ὑδάτων»,-Με προσανατολισμό την βιωσιμότητα
και την αειφορία του Θεσσαλικού κάμπου,
Πρακτικά Διεπιστημονικού Συνεδρίου, Καρδίτσα 1-2 Σεπτ. 2025,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Σελ. 61-70
- Γενικά – Εισαγωγικά – Θεολογικά
 Σύμφωνα με τις τελευταίες ανακοινώσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για την οικολογική κρίση: «Η δημιουργία υπάρχει ως δώρο Θεού, καθίσταται έτσι επιτακτική η ανάγκη συνεργασίας όλων των κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών φορέων με την Εκκλησία, ώστε να εμπλουτιστούν ο διάλογος και οι δράσεις σε κατεύθυνση εξάπαντος διαταξική και οικουμενική». Στο μήνυμά του ο Μακαριώτατος μιλούσε για μία «ολιστική οικολογία που θα συνδέει την περιβαλλοντική προστασία με την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική οικονομία, καθώς και τη σύνδεση με τα όρια της ανάπτυξης και της βιωσιμότητας, ώστε να επιτευχθεί η εντός εισαγωγικών αειφόρος ανάπτυξη» (1) .
Οι αναφορές αυτές μας υπενθυμίζουν βέβαια την αστασίαστη θεολογική αρχή ότι άνθρωπος και η κτίση δεν διαχωρίζονται από το σχέδιο της φυσικής δημιουργίας, εφόσον κατά τον Απόστολο Παύλο η κτίση εντός εισαγωγικών συ- στενάζει και συνοδύνει (2) μαζί με τον άνθρωπο, και επομένως το οικολογικό πρόβλημα ως πρωτίστως ηθικό και πνευματικό πρόβλημα. Γίνεται επίσης και κοινωνικό πρόβλημα, που περνά από το άτομο στο διακοινωνικό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό καθίσταται έτσι επίκαιρη, για μία ακόμη φορά, η αναφορά στον «πολιτισμό της εγκράτειας», τον οποίο ο ασκητικός και κοινοβιακός χαρακτήρας της εμπειρικής και βιωματικής ορθόδοξης πίστης τονίζει.
Όπως επισημαίνεται στην Πατερική Γραμματεία, η ορθή θεώρηση της κτίσεως έρχεται ως συνέπεια της ορθής θεώρησης του Θεού. Άλλωστε, ο Αναστάσιος Σιναΐτης τονίζει ότι η ορθή εκκλησιαστική πίστη είναι «αψευδής περί Θεού και κτίσεως υπόληψις» (3). Η «υπόληψις» αυτή, κατά την κοινωνιολογία του χριστιανισμού, επιδρά στην ορθή λειτουργία του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και οικολογικού χώρου, εφόσον συνδέει το θρησκευτικό δόγμα με το ήθος και την κοινωνική συμπεριφορά.
Συνακόλουθα, η καλλιέργεια του κοινοτικού πνεύματος αναπτύσσει την αίσθηση της ευθύνης και της αλληλεγγύης, που αρνείται τη λογική του οικονομικού ωφελιμισμού, της εμπορευματοποίησης των σχέσεων, της υπερκατανάλωσης και του χρησιμοθηρικού ατομικισμού. Άλλωστε, η κοινότητα και η πόλη είναι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μελών της, διότι η κοινωνική διδασκαλία του Χριστιανισμού τοποθετεί την πίστη εντός του κέντρου του δημόσιου βίου της πόλης. Έτσι, η «κοινωνία των πιστών» εντάσσεται και συλλειτουργεί με την «κοινωνία των πολιτών».
Η Εκκλησία, όχι μόνον ως κατεστημένος θεσμός, αλλά και ως ευχαριστιακή κοινωνία, ως «κοινωνία θεώσεως» (4), μεταποιεί ουσιαστικά την «Εκκλησία του Δήμου» σε «Εκκλησία του Δήμου των πιστών» η οποία δίνει λόγο και φροντίζει για τα ζητήματα της κοινωνικής, οικονομικής, οικολογικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Πρόκειται για τη θέση της εμπειρικής θεολογίας στην οικολογία και την πολιτική, η οποία αποδεικνύει ότι «η πράξις εστί θεωρίας επίβασις» (5) και ότι ο λόγος είναι έμπρακτος και η πράξη ελλόγιμη. Λόγος και πράξη, θεολογία και πολιτισμός, Εκκλησία και κοινωνία συνυπάρχουν με διακριτούς όρους, «ασυγχύτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως και ατρέπτως», κατά το Δόγμα της Χαλκηδόνας.
Το γεγονός αυτό μας σώζει από αμφίπλευρους φανατισμούς και μεσσιανισμούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς, που ειδωλοποιούν τη φύση και τον κόσμο και οικοδομούν «επίγειους παραδείσους» τεχνοκρατικούς, μετανθρωπιστικούς ή φυσιοκρατικούς, θεσμοποιώντας τις ουτοπικές τους διαθέσεις. Πράγματι, ο πνευματικός αλλά και κοινωνικός λόγος της ορθόδοξης θεολογίας αρνείται τη «θεσμοποίηση της ουτοπίας» (6) ορισμένων οικολογικών κινημάτων ή τεχνολατρικών ενώσεων, διότι κύριο γνώρισμά της είναι η διαλεκτική της υπέρβασης και της κατάφασης του κόσμου.
Πρόκειται για τη διπλή πατερική μεθοδολογία της κατάφασης και της απόφασης του κόσμου, της συνάντησης του «κτιστού» και του « ακτίστου» κόσμου, η οποία στρώνει τη συνείδηση των κοινοτικών σχέσεων και συνδέει την ελευθερία με τη δικαιοσύνη, το πρόσωπο με τη συλλογικότητα, τον θεσμό με το χάρισμα και τον άνθρωπο με τη δημιουργία, ως ιερέα της κτίσεως.
Στο οικουμενικό επίπεδο των διαχριστιανικών σχέσεων, πολλές είναι οι συναντήσεις και τα πορίσματα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Το 1975, στο Ναϊρόμπι, η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. συνήλθε με θέμα «Για μία βιώσιμη κοινωνία». Το 1983, στο Βανκούβερ, με θέμα «Η Ακεραιότητα της Δημιουργίας». Το 1990, στη Σεούλ, με θέμα «Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Διαμόρφωση και εφαρμογή ενός καταστατικού χάρτη για τη γη». Το 2006 στο Porto Alegre της Βραζιλίας με θέμα «Εναλλακτική παγκοσμιοποίηση υπέρ των ανθρώπων και της γης», ενώ σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες με τον ΟΗΕ με σκοπό την «βιώσιμη ανάπτυξη» (7) .
Στην Επιτροπή, μάλιστα, του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, ΚΕΚ, «Εκκλησία και κοινωνία», συστάθηκε ειδική ομάδα εργασίας για το φυσικό περιβάλλον με διαρκή δράση και παραγόμενο έργο. Στις 23-29 Ιουνίου 1997, στο πλαίσιο της δεύτερης Ευρωπαϊκής Οικουμενικής Συνέλευσης στο Γκρατζ της Αυστρίας, δημοσιεύθηκε το σημαντικό θεολογικό κείμενο με θέμα, «Η Χριστιανική Μαρτυρία για την Καταλλαγή», και το 2001 υπεγράφη στο Στρασβούργο η Charta Oecumenica, η οποία έτυχε της αποδοχής των Ορθοδόξων Εκκλησιών και ειδικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκεί γίνεται αναφορά την ανάπτυξη ενός οικολογικού τρόπου ζωής και στην στήριξη των εκκλησιαστικών περιβαλλοντικών οργανώσεων και των οικουμενικών δικτύων. Στον χώρο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το 2015, δημοσιεύεται από τον Πάπα Φραγκίσκο η Οικολογική Εγκύκλιος σε « Laudato Si», στην οποία είναι εμφανής η συμβολή του οικοθεολόγου Λεονάρντο Μποφ, εκφραστή της θεολογίας της απελευθέρωσης. Στην εγκύκλιο τονίζεται η σύνδεση της «κραυγής της γης με την κραυγή των φτωχών και των αδυνάτων». Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης η σημαντική «Διακήρυξη της Βενετίας» μεταξύ του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου του Α’ το 2002. Με αφορμή την Διακήρυξη αυτή ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα τονίσει ότι οι «Δογματικές και θεολογικές διαφορές μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων δεν πρέπει να εμποδίζουν την κοινή προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ τους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο στη σύγχρονη εποχή» (8).
Διαβάστε τη συνέχεια |
|
| |
|
|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
|
|