Οικολογικές θεωρίες και Woke ατζέντα. Θεολογικές και κοινωνιολογικές παράμετροι

Κωτσιόπουλου Κωνσταντίνου, Καθηγ.  Θεολογίας του Α.Π.Θ.

«Ἐπί τάς πληγάς τῶν ὑδάτων»,-Με προσανατολισμό την βιωσιμότητα
και την αειφορία του Θεσσαλικού κάμπου,
Πρακτικά Διεπιστημονικού Συνεδρίου, Καρδίτσα 1-2 Σεπτ. 2025,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας,  Σελ. 61-70

  1. Γενικά – Εισαγωγικά – Θεολογικά

Σύμφωνα με τις τελευταίες ανακοινώσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για την οικολογική κρίση: «Η δημιουργία υπάρχει ως δώρο Θεού, καθίσταται έτσι επιτακτική η ανάγκη συνεργασίας όλων των κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών φορέων με την ’Εκκλησία, ώστε να εμπλουτιστούν ο διάλογος και οι δράσεις σε κατεύθυνση εξάπαντος διαταξική και οικουμενική». Στο μήνυμά του ο Μακαριώτατος μιλούσε για μία «ολιστική οικολογία που θα συνδέει την περιβαλλοντική προστασία με την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική οικονομία, καθώς και τη σύνδεση με τα όρια της ανάπτυξης και της βιωσιμότητας, ώστε να επιτευχθεί η εντός εισαγωγικών αειφόρος ανάπτυξη» (1) .

Οι αναφορές αυτές μας υπενθυμίζουν βέβαια την αστασίαστη θεολογική αρχή ότι άνθρωπος και η κτίση δεν διαχωρίζονται από το σχέδιο της φυσικής δημιουργίας, εφόσον κατά τον Απόστολο Παύλο η κτίση εντός εισαγωγικών συ- στενάζει και συνοδύνει (2) μαζί με τον άνθρωπο, και επομένως το οικολογικό πρόβλημα ως πρωτίστως ηθικό και πνευματικό πρόβλημα. Γίνεται επίσης και κοινωνικό πρόβλημα, που περνά από το άτομο στο διακοινωνικό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό καθίσταται έτσι επίκαιρη, για μία ακόμη φορά, η αναφορά στον «πολιτισμό της εγκράτειας», τον όποιο ο ασκητικός και κοινοβιακός χαρακτήρας της εμπειρικής και βιωματικής ορθόδοξης πίστης τονίζει.

Όπως επισημαίνεται στην Πατερική Γραμματεία, η ορθή θεώρηση της κτίσεως έρχεται ως συνέπεια της ορθής θεώρησης του Θεού. Άλλωστε, ο Αναστάσιος Σιναΐτης τονίζει ότι η ορθή εκκλησιαστική πίστη είναι «αψευδής περί Θεού και κτίσεως υπόληψις» (3) . Η «υπόληψις» αυτή, κατά την κοινωνιολογία του χριστιανισμού, επιδρά στην ορθή λειτουργία του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και οικολογικού χώρου, εφόσον συνδέει το θρησκευτικό δόγμα με το ήθος και την κοινωνική συμπεριφορά.

Συνακόλουθα, η καλλιέργεια του κοινοτικού πνεύματος αναπτύσσει την αίσθηση της ευθύνης και της αλληλεγγύης, που αρνείται τη λογική του οικονομικού ωφελιμισμού, της εμπορευματοποίησης των σχέσεων, της υπερκατανάλωσης και του χρησιμοθηρικού ατομικισμού. Άλλωστε, η κοινότητα και η πόλη είναι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μελών της, διότι η κοινωνική διδασκαλία του Χριστιανισμού τοποθετεί την πίστη εντός του κέντρου του δημόσιου βίου της πόλης. Έτσι, η «κοινωνία των πιστών» εντάσσεται και συλλειτουργεί με την «κοινωνία των πολιτών».

Η Εκκλησία, όχι μόνον ως κατεστημένος θεσμός, αλλά και ως ευχαριστιακή κοινωνία, ως «κοινωνία θεώσεως» (4) , μεταποιεί ουσιαστικά την «Εκκλησία του Δήμου» σε «Εκκλησία του Δήμου των πιστών» η οποία δίνει λόγο και φροντίζει για τα ζητήματα της κοινωνικής, οικονομικής, οικολογικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Πρόκειται για τη θέση της εμπειρικής θεολογίας στην οικολογία και την πολιτική, η οποία αποδεικνύει ότι «η πράξις εστί θεωρίας επίβασις» (5) και ότι ο λόγος είναι έμπρακτος και η πράξη ελλόγιμη. Λόγος και πράξη, θεολογία και πολιτισμός, Εκκλησία και κοινωνία συνυπάρχουν με διακριτούς όρους, «ασυγχύτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως και ατρέπτως», κατά το Δόγμα της Χαλκηδόνας.

Το γεγονός αυτό μας σώζει από αμφίπλευρους φανατισμούς και μεσσιανισμούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς, που ειδωλοποιούν τη φύση και τον κόσμο και οικοδομούν «επίγειους παραδείσους» τεχνοκρατικούς, μετανθρωπιστικούς ή φυσιοκρατικούς, θεσμοποιώντας τις ουτοπικές τους διαθέσεις. Πράγματι, ο πνευματικός αλλά και κοινωνικός λόγος της ορθόδοξης θεολογίας αρνείται τη «θεσμοποίηση της ουτοπίας» (6)  ορισμένων οικολογικών κινημάτων η τεχνολατρικών ενώσεων, διότι κύριο γνώρισμά της είναι η διαλεκτική της υπέρβασης και της κατάφασης του κόσμου.

Πρόκειται για τη διπλή πατερική μεθοδολογία της κατάφασης και της απόφασης του κόσμου, της συνάντησης του «κτιστού» και του «ακτίστου» κόσμου, η οποία στρώνει τη συνείδηση των κοινοτικών σχέσεων και συνδέει την ελευθερία με τη δικαιοσύνη, το πρόσωπο με τη συλλογικότητα, τον θεσμό με το χάρισμα και τον άνθρωπο με τη δημιουργία, ως ιερέα της κτίσεως.

Στο οικουμενικό επίπεδο των διαχριστιανικών σχέσεων, πολλές είναι οι συναντήσεις και τα πορίσματα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Το 1975, στο Ναϊρόμπι, η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. συνήλθε με θέμα «Για μία βιώσιμη κοινωνία». Το 1983, στο Βανκούβερ, με θέμα «Η Ακεραιότητα της Δημιουργίας». Το 1990, στη Σεούλ, με θέμα «Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Διαμόρφωση και εφαρμογή ενός καταστατικού χάρτη για τη γη». Το 2006 στο Porto Alegre της Βραζιλίας με θέμα «Εναλλακτική παγκοσμιοποίηση υπέρ των ανθρώπων και της γης», ενώ σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες με τον ΟΗΕ με σκοπό την «βιώσιμη ανάπτυξη» (7) .

Στην Επιτροπή, μάλιστα, του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, ΚΕΚ, «Εκκλησία και κοινωνία», συστάθηκε ειδική ομάδα εργασίας για το φυσικό περιβάλλον με διαρκή δράση και παραγόμενο έργο. Στις 23-29 Ιουνίου 1997, στο πλαίσιο της δεύτερης Ευρωπαϊκής Οικουμενικής Συνέλευσης στο Γκρατζ της Αυστρίας, δημοσιεύθηκε το σημαντικό θεολογικό κείμενο με θέμα, «Η Χριστιανική Μαρτυρία για την Καταλλαγή», και το 2001 υπεγράφη στο Στρασβούργο η Charta Oecumenica, η οποία έτυχε της αποδοχής των Ορθοδόξων Εκκλησιών και ειδικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκεί γίνεται αναφορά την ανάπτυξη ενός οικολογικού τρόπου ζωής και στην στήριξη των εκκλησιαστικών περιβαλλοντικών οργανώσεων και των οικουμενικών δικτύων. Στον χώρο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το 2015, δημοσιεύεται από τον Πάπα Φραγκίσκο η Οικολογική Εγκύκλιος σε «Laudato Si», στην οποία είναι εμφανής η συμβολή του οικοθεολόγου Λεονάρντο Μποφ, εκφραστή της θεολογίας της απελευθέρωσης. Στην εγκύκλιο τονίζεται η σύνδεση της «κραυγής της γης με την κραυγή των φτωχών και των αδυνάτων». Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης η σημαντική «Διακήρυξη της Βενετίας» μεταξύ του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου του Α’ το 2002. Με αφορμή την Διακήρυξη αυτή ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα τονίσει ότι οι «Δογματικές και θεολογικές διαφορές μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων δεν πρέπει να εμποδίζουν την κοινή προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ τους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο στη σύγχρονη εποχή» (8).

  1. Κριτικές θέσεις και οικολογικές θεωρίες της Woke Agenda

Η σύγχρονη οικολογική κριτική προς τον Χριστιανισμό ξεκινά πιθανά με το άρθρο του Καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, Λιν Γουάιτ. Με ανακοίνωσή του σε Συνέλευση της Αμερικανικής Εταιρείας Επιστημών της Ουάσινγκτον με τίτλο: «Οι Ιστορικές Ρίζες της δικής μας οικολογικής κρίσης» υποστήριξε ότι «τα ιστορικά αίτια της οικολογικής κρίσης βρίσκονται στην θρησκευτική χριστιανική παράδοση του δυτικού κόσμου», ο οποίος στηρίχτηκε στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «αυξάνεστε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε την γη». Στη φράση αυτή ο Γουάιτ διαπιστώνει διδασκαλία για την υπεροχή του ανθρώπου και την υποχρέωση για κατακυρίευση που οδήγησε στον διαχωρισμό του Θεού από τον κόσμο, στην εκκοσμίκευση και στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Βέβαια ο Lynn White δεν λέει τίποτα για την παράλληλη εντολή και συμβουλή του Θεού στον άνθρωπο να φυλάττει και να προστατεύει την φύση, θέλοντας ο White μάλλον να τονίσει με αυτό την υπεροχή της αρνητικής εξέλιξης της κατακυρίευσης, ειδικά όταν χάνει η φύση τον παγανιστικό και πανθεϊστικό της χαρακτήρα. Ως άμεση συνέπεια θεωρεί την μετατροπή της φύσης σε πρώτη ύλη για την οικοδόμηση του τεχνολογικού πολιτισμού (9).

Αν θα θέλαμε να παρουσιάσουμε μία τυπολογία των σύγχρονων κριτικών οικολογικών θεωριών που πολλές από αυτές συνδέονται με την Woke κουλτούρα της συμπερίληψης, θα υπογραμμίζαμε τα εξής: 1. Η θεωρία του ζωοκεντρισμού, που αντικαθιστά τον ανθρωποκεντρισμό. Η Θεωρία αυτή αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα σε ανθρώπους και ζώα (10). 2. Η θεωρία της ηθικής της γης ή οικοκεντρική ηθική, σύμφωνα με την οποία τα οικοσυστήματα έχουν ηθική υπόσταση (11). 3. Η θεωρία της βαθιάς οικολογίας, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο και ο διαχειριστής εφόσον θεωρείται αξεδιάλυτα δεμένο και οργανικό κομμάτι της φύσης.

Εδώ, η χλωρίδα και η πανίδα έχουν ίση εγγενή αξία και ίσα δικαιώματα με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την υλιστική και ανατρεπτική αυτή θεωρία, παύει να θεωρείται ον με ψυχή, ελεύθερη βούληση, νόηση και συνείδηση (12). Οι θεωρίες αυτές μας θυμίζουν το θρησκευτικό σύστημα της «θεοσοφίας». Εφόσον ταυτίζονται και κατά τη θεοσοφία άνθρωπος, ανόργανη ύλη και άλογη φύση. Κατά την πανθεϊστική αυτή πίστη, άνθρωπος και ύλη έχουν την ίδια θεϊκή ενέργεια.

Θρησκειολογικά, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο ανιμισμός, που θεωρεί ότι άνθρωπος και φύση έχουν ψυχή και πνεύμα. Είναι γνωστό, άλλωστε, περιστατικό κορεάτισσας θεολόγου, που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, με τις ανιμιστικές θεωρίες της για τη φύση. 4. Το αντιεξουσιαστικό κίνημα της Earth First (13). Το κίνημα αυτό ασπάζεται τις θεωρητικές αρχές της βαθιάς οικολογίας και στρέφεται ανοιχτά εναντίον της τεχνολογίας, των αυτοκινήτων και της κατασκευής δρόμων, θυμίζοντάς μας τους Λουδίτες του 19ου αιώνα και το κίνημα των αναρχοπρωτογονιστών. 5. Η θεωρία της βιοπεριοχικότητας, η οποία εστιάζει στα φυσιοκρατικά στοιχεία μιας περιοχής και όχι στις ανθρώπινες πολιτικές προσταγές ή νομοθεσίες. Δίνεται επίσης σημασία στην τοπική κουλτούρα, των τρόπων δηλαδή με τους οποίους οι κοινωνικές και οικονομικές δομές μορφοποιήθηκαν από τη γεωγραφία και τις βιοκοινότητες της περιοχής. Η θεωρία αυτή αντιτίθεται σφόδρα στις δυνάμεις της ομογενοποιημένης παγκοσμιοποίησης (14). 6. Ο οικοφεμινισμός, ο οποίος μιλά για την ανωτερότητα της γυναικείας φύσης, η οποία, όπως και η μητέρα γη, είναι θύματα της ανδροκρατούμενης πατριαρχικής κοινωνίας. Για το γεγονός αυτό ευθύνονται, όπως λένε, η κλασική ελληνική φιλοσοφία και οι ορθολογικές παραδόσεις των επιστημονικών και βιομηχανικών επαναστάσεων. Η σύλληψη της εξουσίας εδώ ταυτίζεται με την καταπιεστική λογική κυριαρχία του σεξισμού, του ρατσισμού και του εθνικισμού (15). 7. Η θεωρία των ecosexuals (16), η οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής κατασκευής των φύλων δικαιολογεί σεξουαλικές σχέσεις με τη φύση και τα στοιχεία αυτής. Οι οικοσεξουαλιστές θεωρούν τη γη ερωτική και αισθησιακή. 8. Η κοινωνική οικολογία, η οποία θεωρεί, όπως και ο οικοφεμινισμός, πως η οικολογική καταστροφή συνδέεται με τα κοινωνικά προβλήματα, ιδιαίτερα με το πρόβλημα της εξουσιαστικής κυριαρχίας κοινωνικών ομάδων σε βάρος άλλων. Εδώ ο μεγάλος οικοκοινωνιστής θεωρητικός, Bookshin, αντιτιθέμενος στους φυσιολάτρες της βαθιάς οικολογίας, θα τονίσει ότι δεν θα πρέπει να υποτιμάται η μοναδικότητα του ανθρώπου, ούτε βέβαια η φύση με την υπερτίμηση του ανθρώπου. Η διαλεκτική σχέση είναι λοιπόν η λύση. Η διαλεκτική αυτή θα πρέπει να αναπτύσσεται μέσα στο γεγονός της πόλης, αλλά και εντός των επαναστατικών ζυμώσεων και των αντιεξουσιαστικών πολιτικών κινημάτων (17).

  1. Συμπεράσματα

Η ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία βλέπει με συμπάθεια τις αγωνιώδεις προσπάθειες των ανθρώπων να αναζητήσουν τα αίτια των κοινωνικών προβλημάτων. Στέκεται όμως με κριτική διάθεση απέναντι σε κοινωνικές θεωρίες που υποβαθμίζουν, αν δεν ακυρώνουν, το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα Θεού και τη μοναδικότητά του. Όπως επίσης, η ορθόδοξη πίστη αρνείται την αποφυσικοποίηση, αποϊεροποίηση και αποσωματοποίηση που προβάλλουν οι τεχνοκρατικές ουτοπίες του μετανθρωπισμού και της τεχνητής νοημοσύνης.

Στην περίπτωση των οικολογικών θεωριών που μόλις περιεγράφησαν και που κινούνται στο πλαίσιο της συμπεριληπτικής (Woke κουλτούρας), στη μεγάλη τους πλειοψηφία τουλάχιστον, διαπιστώνουμε προσπάθεια ακύρωσης της χριστιανικής ανθρωπολογίας και κοινωνικής διδασκαλίας.

Το πρόβλημα αυτό γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν οι θεωρίες αυτές συνδυαστούν, όπως γίνεται σχεδόν πάντα, με την λογοκρισία της πολιτικής ορθότητας και την συνακόλουθη ποινικοποίηση της αντίθετης σκέψης. Τότε οι χαρακτηρισμοί περί ρητορικής μίσους, κοινωνικού ρατσισμού και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς εξαπολύονται επί των κεφαλών δικαίων και άδικων με χαρακτηριστική ευκολία και αυστηρότητα. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις είναι άλλωστε παιδική ασθένεια της ανθρωπότητας. Η έλλειψη διάκρισης και οικονομίας επίσης και οι εγκοσμιοκρατικοί, φυσιοκρατικοί μεσσιανισμοί περί οικοδόμησης «επίγειων παραδείσων», που θεσμοποιούν την ουτοπία και οδηγούν στους ποικιλώνυμους ολοκληρωτισμούς είναι μία από τις βασικές αίτιες του προβλήματος. Πρόκειται για τον κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό ευγονισμό των άκρων.

Όμως, «Ανθρώπω δε ετοίνη προς ουρανόν η ανάβλεψις» (18), ώστε «μη σχολάζειν γαστρί». Ο Χριστιανισμός που δεν υποτιμά τους κοινωνικούς αγώνες και τις διάφορες μορφές δράσης μέσα στον κόσμο, δεν παύει όμως να θέτει τις προϋποθέσεις και τις προοπτικές των αγώνων αυτών. «Ύπερορά σαρκός, παρέρχεται γαρ. Επιμελού ψυχής, πράγματος αθανάτου. Επί μακρότερον προΐμεν ταις ελπίσι και προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν» (19).


Υποσημειώσεις

(1)Μήνυμα Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β’, για την Παγκόσμια ημέρα περιβάλλοντος στις 4 Ιουνίου 2025.

(2)Ρωμ. 8,22, «Τη γαρ ματαιότητι η φύσις υπετάγη, ουχ εκούσα αλλά δια τον υποτάξαντα».

(3)Αναστασίου Σιναΐτη, Οδηγός, PG 89,760.

(4)Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος Αποδεικτικός Περί Αγίου Πνεύματος 2,78, Συγγράμματα, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 1,49.

(5)Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΒ. Ειρηνικός Β, PG 35,1132-1152.

(6)Για τη θεσμοποίηση της ουτοπίας που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Βλ. Κ. Κωτσιόπουλου, Θρησκεία και Πολιτική, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 97εξ.

(7) Ενημέρωσις, «Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητας», ΙΓ – 1997 (2-3) 4-5.

(8) Καθημερινή 16/6/2002.

(9)Οι επισημάνσεις αυτές έγιναν στη συνέλευση της Αμερικανικής Εταιρείας Επιστημών της Ουάσιγκτον με τίτλο, «The Historical Roots of Our Ecological Crisis», Ουάσιγκτον 1967, Βλ. και Γ., Μαντζαρίδη, Η Εμπειρικη Θεολογία στην Οικολογία και την Πολιτική, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 95.

(10)Τ. Ρέγκαν, «Animal Rights, Human Wrongs», Environmental Ethics 2, (1980) 99-120. Βλ. και τον Ψαλμό «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Δαβίδ).

(11)Α. Λέοπολντ, «The Land Ethics», στο A Sand Country Almanac and Sketches Here and There, Oxford University Press, New York 1948, σσ. 80-90.

(12)A. Naess, “The Deep Ecological Movement, Some Philosophical Aspects,, Philosophical Inquiry, 8 (1986) 10-31.

(13)Το 1990, στο πλαίσιο της κινηματικής αυτής θεωρίας, εμφανίζεται μία ομάδα αντιεξουσιαστών που με το σύνθημα «ζήσε άγρια ή πέθανε» ζητούν να βιώσουν με άγριο τρόπο την υποκειμενικότητά τους, περιπλανώμενοι στις εσωτερικές τους παρθένες εκτάσεις. Α. Γεωργόπουλου, Περιβαλλοντική Ηθική, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006, σ. 328 εξ.

(14)Πιστεύουν πως τα εθνικά κράτη και οι άλλες διοικητικές περιοχές είναι απλώς τεχνητά κατασκευάσματα. Θα πρέπει επίσης να ακολουθούνται οι αναγκαιότητες και οι ηδονές της ζωής. P. Berg – R. Dasmann, Reinhabiting California, στο R Berg, Reinhabiting separate country: Biorigional anthology of northern California, Planet Brum Foundation, San Francisco 1978, σσ 100-123.

(15)Αλ. Γεωργόπουλου, δ,π., σσ 351-387.

(16)Earth.fm.https://earth.fm

(17)Αντί πολλών,  Βλ. Μ. Bookchin, Toward an Ecological Society, Black Rose, Μόντρεαλ 1980. Του ιδίου, «Ανοιχτή επιστολή προς το οικολογικό κίνημα» στο Προς μία οικολογική κοινωνία, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994.

(18)Μ. Βασιλείου, Εις το πρόσεχε σεαυτώ, Τ. 6. ΕΠΕ.

(19)Μ. Βασιλείου, Προς τους νέους, 2, PG 31,565.