Ιστορική προσέγγιση του θεσμού της επισκοπικής ακροάσεως (Episcopalis audientia), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2024, σελ. 118-136
Στη συνέχεια, επί της εποχής των Αυτοκρατόρων Λέοντος, Μιχαήλ Δούκα και Αλεξίου Α’ Κομνηνού (10811118 μ.Χ.), διαχωρίσθηκαν με Νεαρές, οι υποθέσεις που εκδικάζονταν από τα πολιτικά δικαστήρια και οι υποθέσεις που εκδικάζονταν από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Υποστηρίζεται ότι επί Αλεξίου Α’ Κομνηνού, με Νεαρά του έτους 1086 μ.Χ, διευρύνθηκε η ανάμειξη της Εκκλησίας στην κοσμική δικαιοσύνη με τη συγκρότηση του Πατριαρχικού δικαστηρίου Κωνσταντινουπόλεως ως ανώτατου δικαιοδοτικού οργάνου για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Η Νεαρά αυτή αποτελούσε τον ρυθμιστικό κανόνα αρμοδιότητας των εκκλησιαστικών και πολιτικών δικαστηρίων. Με αυτόν τον τρόπο δόθηκε στην Εκκλησία το δικαίωμα εποπτείας επί των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, με τις Νεαρές 10, 24, 31, 74, 89, 90, 109. υπήχθησαν στη δικαιοδοσία του Επισκόπου οι υποθέσεις μνηστείας, γάμου, υιοθεσίας και γενικότερα θέματα οικογενειακού δικαίου. Επίσης με Νεαρές των Αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτου, Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και Μανουήλ Κομνηνού, οι Επίσκοποι εκδίκαζαν και υποθέσεις φόνου στις περιπτώσεις που οι δράστες κατέφευγαν στην Εκκλησία. Προς το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Εκκλησία έκανε περισσότερο αισθητή την παρουσία της στον δημόσιο βίο. αναλαμβάνοντας επιπρόσθετες αρμοδιότητες και καλύπτοντας πιθανόν πολιτειακά και κοινωνικά κενά της περιόδου εκείνης (1).
Ο Ανδρόνικος ο Πρεσβύτερος (1296 μ.Χ.), προσπάθησε και πέτυχε να επαναφέρει σε ισχύ για μικρό χρονικό διάστημα παλαιότερο δικαστικό καθεστώς, που εφαρμόσθηκε επί Ιουστινιανού και συγκροτούσε το πολυμελές Αυτοκρατορικό δικαστήριο (12μελές), το οποίο αποτελείτο από κληρικούς και λαϊκούς. Σκοπός τού εν λόγω δικαστηρίου ήταν η αντικατάσταση του Αυτοκράτορα από την προεδρία του δικαστηρίου και η ανάθεσή της στον Πατριάρχη, η επιλογή των άριστων ως δικαστών και η καθιέρωση του όρκου μεταξύ των δικαστών (Ορκωτικόν Δικαστήριον).
Στη συνέχεια όμως. λόγω ατασθαλιών που διαπίστωσε ο Ανδρόνικος ο Γ’ ο νεότερος (1329 μ.Χ.), αντικαταστάθηκε το δικαστικό αυτό σχήμα και εισήχθη ο θεσμός των «καθολικών κριτών των Ρωμαίων». Το δικαστήριο αυτό ήταν τετραμελές. ο ένας εκ των μελών ήταν Επίσκοπος. Ο θεσμός αυτός στην πράξη θεωρήθηκε επιτυχημένος, επεκτάθηκε στις επαρχίες και διατηρήθηκε, με κάποιες κατά καιρούς τροποποιήσεις, μέχρι την άλωση της βασιλεύουσας (2). Παραλλήλως. το ανώτατο δικαστήριο της Πατριαρχικής Συνόδου συνέχισε τη λειτουργία του. εκδικάζοντας διαφορές κληρικών ή λαϊκών, αντιμετωπίζοντας μέχρι και θέματα τοκογλυφίας, ερμηνείας συμβολαίων κ.λπ. (3).
Υποστηρίζεται ότι οι δικαστικές εξουσίες, που κατέλαβαν οι Επίσκοποι, δεν είχαν αμιγώς εκκλησιαστικό χαρακτήρα, αλλά ότι αποτελούσαν συμμετοχή σε κοσμικά δικαστήρια. τα οποία αντιμετώπιζαν ως και διενέξεις ιδιωτικού δικαίου. Η Νεαρά 86 του έτους 539 μ.Χ., ως ανεφέρθη, επέκτεινε τη δικαιοδοσία του κλήρου, πέραν των ιδιωτικών διενέξεων, σε γενικοτέρας φύσεως θέματα, ρυθμίζοντας μέχρι και θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Η εμπιστοσύνη προς τους Επισκόπους συνεχίσθηκε όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στις βυζαντινές επαρχίες. Στον Επίσκοπο προσέφευγαν όλοι, για τη δίκαιη επίλυση των διαφορών τους. Σταδιακά, ανεδείχθησαν Επίσκοποι κύρους, με ιδιαίτερη ακτινοβολία, λόγω της νομικής και δικαστικής τους καταρτίσεως. Μεταξύ αυτών, ως επιφανέστεροι αναφέρονται ο Δημήτριος Χωματιανός, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και πρώτης Ιουστινιανής και αργότερα επί τουρκοκρατίας ο Θεόφιλος, Επίσκοπος Καμπανίας κ.ά. Με την πάροδο του χρόνου όμως, η ανάμιξη των Επισκόπων δεν περιορίσθηκε σε καθαρά πνευματικό, εκκλησιαστικό και συμβιβαστικό ρόλο μεταξύ των διαδίκων. Άσκησαν δηλαδή πραγματική δικαστική εξουσία σε θέματα ιδιωτικού. οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Από τον 6° αι. και μετά, συμμετείχαν κληρικοί στα δικαστικά όργανα. Αυτό διήρκησε. όπως ειπώθηκε, έως την εποχή του Ανδρονίκου Γ’ (1329 μ.Χ.), ο οποίος εισήγαγε και καθιέρωσε τον θεσμό των καθολικών Κριτών. Με τη συμμετοχή του Επισκόπου στα δικαιοδοτικά αυτά όργανα, αυξήθηκε το κύρος της Εκκλησίας στις δικαστικές υποθέσεις και γενικότερα στη δημόσια ζωή.
Οι κληρικοί, δια των Επισκόπων και των συμβουλίων τους, επέλυαν ιδιωτικές διαφορές, σε τέτοιο σημείο, ώστε τους χρόνους προ της αλώσεως, υποκατέστησαν μερικώς την Πολιτεία στην απονομή της δικαιοσύνης (4). Παλαιά έγγραφα από τον 10° αιώνα αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως προς την προέλευση και την ποικιλία τους. Υπάρχουν μερικές αποφάσεις των Μητροπολιτών Θεσσαλονίκης και Σερρών που διασώζονται στα αρχεία των Μονών του Αγίου Όρους και της Μονής Προδρόμου στις Σέρρες. Υπάρχουν ακόμη ελάχιστα δείγματα της δικαιοδοτικής δραστηριότητος των Μητροπολιτών της Μικράς Ασίας, κυρίως κατά τον 13° αιώνα, τα οποία αποτελούν πηγαίο υλικό της βυζαντινής περιόδου και μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις κατηγορίες: α) έγγραφα των Αγιορειτικών δικαιοδοτικών οργάνων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον κυρίως για το εμπράγματο δίκαιο (π.χ. διακανονισμοί ορίων μεταξύ Μονών), τα οποία όμως περιέχουν και άλλες πληροφορίες δικαιοδοτικών πράξεων, όπως για το οικογενειακό δίκαιο β) έγγραφα προερχόμενα από επιφανείς λογίους του Δεσποτάτου της Ηπείρου, τον Δημήτριο Χωματιανό, Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος και Ιωάννη Απόκαυκο, Μητροπολίτη Ναυπάκτου και γ) ο κώδικας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως των ετών 1315- 1420 μ.Χ. Τα θέματα των Μονών ρυθμίζονται με εσωτερικές πράξεις των Μοναστηριακών αρχών ήδη από τη Μέση Βυζαντινή περίοδο.
Όπως προαναφέρθηκε. η δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών έχει πολύ βαθειές ρίζες. Για τον λόγο αυτόν θεωρείται βέβαιο ότι έχουν χαθεί παλαιότερα στοιχεία εκκλησιαστικής «νομολογίας», η οποία προέρχεται κατεξοχήν από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των Επαρχιών. Όσον αφορά την ιδιαίτερη ανάπτυξη της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, που διαπιστώνεται στο λεγόμενο Δεσποτάτο της Ηπείρου και στη Κωνσταντινούπολη, τον 14° έως 15° αιώνα, πρέπει να αναζητηθούν κι άλλοι λόγοι που ευνόησαν αυτή την ανάπτυξη, όπως η ύπαρξη κρατικών δικαστηρίων. Ακόμη, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η προσωπικότητα των δύο Επισκόπων. που είχαν έντονη ανάμειξη στα κοσμικά πράγματα και μεγάλο προσωπικό κύρος. Δεν είναι όμως δυνατό το ίδιο να ισχύει και για τη σειρά των Πατριαρχών, που υπογράφουν τα έγγραφα των ετών 1315-1402 μ.Χ. Εκείνη την εποχή, η Πατριαρχική Σύνοδος ανέπτυξε ευρύτατη δικαιοδοτική δραστηριότητα, που επεκτάθηκε σε όλο το φάσμα του αστικού δικαίου, ειδικά τα χρόνια πριν την Άλωση. Ο επιφανής βυζαντινολόγος P. Lemerle διαπίστωσε ότι μεταξύ των ετών 1315-1330 μ.Χ. σώζονται τριάντα περίπου αποφάσεις, από το 1330 μ.Χ. έως το 1394 μ.Χ. περίπου δέκα, ενώ από το 1399 μ.Χ. έως το 1400 μ.Χ. φθάνουν τις 60. Ο εν λόγω βυζαντινολόγος αποδίδει τις διαφοροποιήσεις αυτές στην περίοδο της καταπτώσεως της πολιτικής δικαιοσύνης, που είχε ως επακόλουθό της τη μεταρρύθμισή της μέσω της εισαγωγής των «καθολικών κριτών των Ρωμαίων», με συνέπεια τον περιορισμό της προσφυγής στα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Κατά το τέλος του 14ου αιώνα, παρουσιάσθηκε αύξηση της προσφυγής στα εκκλησιαστικά δικαστήρια, γεγονός που οφείλεται στην εμφύλια διαμάχη μεταξύ των δύο Αυτοκρατόρων, Μανουήλ Β’ και Ιωάννη Ζ’. Επιπλέον, ρόλο διαδραμάτισε η πολιορκία από τους Τούρκους και ο λιμός, που ανάγκασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού και των κρατικών αξιωματούχων να μεταναστεύσει, γεγονός που κατέστησε την προσφυγή στην πατριαρχική δικαιοσύνη σχεδόν υποχρεωτική. Ο Lemerle σημειώνει ότι ο μεγάλος όγκος των εγγράφων συγκεντρώνεται στα έτη 1399-1400 μ.Χ., οπότε παρατηρείται συστηματική ενασχόληση της Πατριαρχικής Συνόδου με ιδιωτικές διαφορές, πέραν του οικογενειακού και του κληρονομικού δικαίου.
Το 1397 μ.Χ.. κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο Ματθαίος Α’, ο οποίος υπήρξε στόχος έντονης πολεμικής, αλλά ποτέ δεν διαπιστώθηκε να απώλεσε τον σεβασμό του ποιμνίου του (5). Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι βασικός συντελεστής, για τη συμμετοχή των πολιτών στα εκκλησιαστικά δικαστήρια, ήταν το κύρος και η ακτινοβολία του Πατριάρχη και κάποιων μελών της Πατριαρχικής Συνόδου. Υποστηρίζεται ακόμη ότι το ζήτημα χρήζει περαιτέρω διερευνήσεως, διότι ο κώδικας του Πατριαρχείου σταματά το 1402 μ.Χ. και δεν μπορεί να γίνει σύγκριση για τα επόμενα χρόνια.
Από όλα αυτά τα στοιχεία, διαπιστώνεται ότι η έκταση της δικαιοδοτικής δραστηριότητος των εκκλησιαστικών οργάνων κατά τη βυζαντινή περίοδο επηρεαζόταν από τις γενικότερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες αλλά και από την προσωπικότητα των δικαστών. Το υλικό της μεταβυζαντινής περιόδου παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία ως προς την προέλευση. Υπάρχουν, βεβαίως, τα πατριαρχικά έγγραφα ως και τα έγγραφα των Αγιορειτικών αρχών, αλλά λόγω της ευρύτατης ενασχολήσεως του κλήρου με την απονομή της δικαιοσύνης, σώζεται και ένας πολύ μεγάλος αριθμός εγγράφων από επαρχιακές επισκοπές και μητροπόλεις. Η απουσία αρκετών περιοχών οφείλεται αφ’ ενός στην κατάσταση των πηγών, που σε μεγάλο βαθμό παραμένουν ανέκδοτες, και αφ’ ετέρου στις ειδικές δυσκολίες που παρουσιάζει η συγκέντρωση του υλικού της χρονικής περιόδου 1453-1835 μ.Χ. (6). Ωστόσο, η έρευνα στηρίζεται εν πολλοίς στο έργο του Δημητρίου Χωματιανού, Αρχιεπισκόπου Αχρίδος. Ο εν λόγω Αρχιεπίσκοπος, παρουσιάζεται αρκετές φορές να επιλύει υποθέσεις μαζί με τη Σύνοδό του, με την οποία, όπως ο ίδιος αναφέρει, «διασκέπτεται» και εκδίδει απόφαση. Στην περίπτωση αυτή έχουμε ένα εκκλησιαστικό διοικητικό σώμα, που ανεξάρτητα με τις θεωρίες περί της φύσεως της δικαιοδοσίας του, ενεργεί ως δικαστήριο. Άλλες φορές ο Αρχιεπίσκοπος Χωματιανός «γνωμοδοτεί», απαντώντας σε κάποια ερωτήματα των πιστών, γραπτά ή προφορικά. Από αυτές τις «γνωμοδοτήσεις» που ξεχωρίζουν αντλούμε στοιχεία για τη δικαιοδοτική δραστηριότητα των εκκλησιαστικών οργάνων, ανεξαρτήτως εάν αυτές έχουν τη μορφή αποφάσεως και περιέχουν στοιχεία σχετικά με θέματα ιδιωτικού δικαίου. Επίσης, αξιοποιούνται όσα δικαιοπρακτικά έγγραφα των εκκλησιαστικών αρχών βρεθούν. δηλαδή προδικαστικές πράξεις, επικυρωμένα έγγραφα, επιστολές και κάθε άλλη πηγή από τα οποία να προκύπτει ότι ο Επίσκοπος ή οποιαδήποτε άλλη εκκλησιαστική αρχή διενεργεί μια δικαιοδοτική πράξη.
Το έργο και ο ρόλος του Αρχιεπισκόπου Δημητρίου Χωματιανού, ως βυζαντινού και μεταβυζαντινού Επισκόπου, αξιολογείται με βάση τα καθήκοντα του πνευματικού, του συμβούλου και του δικαστή, με τα οποία, ως εκκλησιαστική αρχή, εφάρμοζε για την εξασφάλιση της τάξεως και της νομιμότητος (7). Ο νόμος στη βυζαντινή εποχή αποτελεί, για τον τότε δικαστή, ένα από τα μέσα. τα οποία χρησιμοποιεί καταλλήλως, προκειμένου να εκδώσει απόφαση, την οποία κρίνει σύμφωνη με το «δίκαιο», όπως αυτός το κατανοεί και που συχνά δεν έχει καμία σχέση με τις κείμενες και θεωρητικά ισχύουσες διατάξεις. Το γεγονός αυτό κατανοείται. όταν κανείς αντιληφθεί ότι τα εκκλησιαστικά δικαιοδοτικά όργανα διακατέχονται από το χριστιανικό πνεύμα περί φιλανθρωπίας και επιείκειας. Στη μεταβυζαντινή περίοδο. η κατάσταση σχετικά με την παραπομπή σε νόμους είναι δυσχερέστερη. Τα έγγραφα των επαρχιών, η γλώσσα και η διατύπωση έχουν πολύ μικρή σχέση με τη νομική επιστήμη. Επιπροσθέτως. τα έθιμα και οι παραδόσεις συσκοτίζουν περισσότερο τα κοινωνικά δρώμενα. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς σήμερα με βεβαιότητα σε ερωτήματα σχετικά με την αντίληψη των βυζαντινών για την έννοια του «ισχύοντος» δικαίου, αλλά και ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση των υποδούλων Ελλήνων (8).
Σε αυτό το σημείο, θα προσεγγίσουμε το θέμα του εκτοκισμού, για το οποίο η Εκκλησία και η εκκλησιαστική δικαιοσύνη έχει κλασικά αρνητική θέση. Μέσω αυτού θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε, ως ένα σημείο, τη φιλοσοφία και τον τρόπο διεξαγωγής των διαφόρων υποθέσεων από τα δικαιοδοτικά εκκλησιαστικά όργανα. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, αποκηρύχθηκε έντονα και απαγορεύθηκε ο εκτοκισμός, στους πιστούς γενικότερα και κυρίως στους κληρικούς. Παρ’ όλα αυτά τα δεδομένα, οι συγκεκριμένες απαγορεύσεις καταπατήθηκαν, ενώ οι προσπάθειες των βυζαντινών πολιτειακών νομοθετικών θεσμών για γενική απαγόρευση του τόκου δεν απέδωσαν. Από τα ποικίλα νομικά κείμενα, διαπιστώνεται ότι επιχειρήθηκε η θέσπιση ανωτάτων ορίων για τα επιτόκια, με σκοπό την πρόληψη της τοκογλυφίας. Στις αποφάσεις του Πατριαρχικού δικαστηρίου, κατά τη βυζαντινή εποχή, οι τόκοι αναφέρονται συχνά ως αναπόφευκτο επακόλουθο των δανείων. Υπάρχουν αποφάσεις όπου διαπιστώνεται ότι η τοκογλυφία ήταν απαγορευμένη.
Σε μία τέτοια απόφαση του έτους 1324 μ.Χ. αναφέρεται ότι η χήρα Μαρία Καλοθετίνα αναγκάσθηκε να εξοφλήσει χρέη του άνδρα της, για να ελευθερώσει ορισμένα αντικείμενα από την προικώα ιδιοκτησία της, που είχαν δοθεί ενέχειρα. Ήταν όμως υποχρεωμένη να καταβάλει μόνο το κεφάλαιο και όχι τους τόκους, οι οποίοι ήταν απαγορευμένοι από τους «θείους νόμους». Αξιολογώντας την εν λόγω απόφαση, ο Ν. Μάτσης παρατηρεί, στηριζόμενος στο σχετικό έγγραφο της αποφάσεως, ότι ο Πατριάρχης αποφάσισε «συγκαταβάσει χρησάμενος» την απαγόρευση της εισπράξεως τόκων. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στο φιλάνθρωπο πνεύμα που διέπει την απόφαση, σύμφωνα με το οποίο και η Καλοθετίνα έπρεπε να παραιτηθεί από το προνόμιο της νόμιμης προικώας υποθήκης της. Ταυτόχρονα όμως απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο, αντιλαμβανόμενος πως από την πηγή προκύπτει ότι η αποδοκιμασία της τοκοληψίας θεωρείτο γενικώς ισχύουσα. Στη συνέχεια, ο εν λόγω μελετητής εξετάζει τον όρο «Θείοι νόμοι» και προσπαθεί να εντοπίσει τις απαγορευτικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται ο Πατριάρχης. Σημειώνει δε ότι ο όρος χρησιμοποιείτο γενικά στην αυτοκρατορική νομοθεσία, και υπονοούνται χωρία της Αγίας Γραφής. Επίσης, υπήρχε σχετική νομοθεσία στη Νεαρά 83 του Λέοντα του Σοφού (Πρόχειρος Νόμος 16. 14 ) (9). Ειδικότερα, θα μπορούσαμε να παραθέσουμε τα σχετικά χωρία: «Ουκ εκτοκιείς τω αδελφώ σου τόκον αργυρίου και τόκον βρωμάτων και τόκον παντός πράγματος, ου εάν εκδανείσης. τω αλλοτρίω εκτοκιεΐς. τω δε αδελφώ σου ουκ εκτοκιείς, ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις σου επί της γης. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν» (Δευτ. 23, 2021). «το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω και δώρα επ’ αθώοις ουκ έλαβεν. ο ποιων ταύτα, ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα» (Ψαλμ. 14, 5).
Αυτά τα αγιογραφικά χωρία καθώς και τη διδασκαλία του Κυρίου, απηχεί και ο ΙΖ’ Κανών της Α Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), ο οποίος ορίζει: «Επειδή πολλοί εν τω κανόνι εξεταζόμενοι, την πλεονεξίαν και την αισχροκέρδειαν διώκοντες, επελάθοντο του θείου γράμματος λέγοντος. Το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω· και δανείζοντες εκατοστάς απαιτούσιν εδικαίωσεν η αγία και μεγάλη σύνοδος, ως ει τις ευρεθείη μετά τον όρον τούτον τόκους λαμβάνων. εκ μεταχειρίσεως, ή άλλως μετερχόμενος το πράγμα, ή ημιολίας απαιτών. ή όλως έτερόν τι επινοών αισχρού κέρδους ένεκα, καθαιρεθήσεται του κλήρου, και αλλότριος του κανόνος έσται». Ο παρών κανών καταδικάζει την πλεονεξία και την αισχροκέρδεια και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον ψαλμό του Δαβίδ, απειλώντας με καθαίρεση τους κληρικούς εκείνους που προβαίνουν σε τέτοιες αντιχριστιανικές πράξεις, διότι αυτοί πρέπει να επιζητούν την ουράνιο βασιλεία (10).
Ομοίως, ο ΜΔ’ Κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος ή διάκονος, τόκους απαιτών τους δανειζομένους ή παυσάσθω ή καθαιρείσθω». Ο Κανών αυτός απηχεί το πνεύμα των προαναφερομένων χωρίων, με τον ερμηνευτή του Πηδαλίου να υποστηρίζει ότι εφόσον ο εκτοκισμός ήταν απαγορευμένος στους Ιουδαίους (Δευτερονόμιον, κεφ. κγ’), τώρα είναι πολύ περισσότερο απαγορευμένος σε μας τους Χριστιανούς και ειδικότερα στους κληρικούς, οι οποίοι πρέπει να αποτελούν τύπο και παράδειγμα παντός καλού. Όποιος εκ των κληρικών δανείζει με αισχροκέρδεια, πρέπει να παύσει, ειδάλλως να καθαιρείται (11).
Ο ΙΣΤ’ (ΙΗ’-ΚΒ’) κανών της Συνόδου Καρθαγένης (418/419), ακόμη, απαγορεύει στους στρατευομένους με τον Θεό να εμπλέκονται σε κοσμικά πράγματα. Ο Ζωναράς, σχολιάζων τον κανόνα αυτό περί του εκτοκισμού, αναφέρει: «Το δε δανείζειν τούς κληρικούς τόκοις, πολλοίς απαγορεύεται κανόσι· και ούτος δε το αυτό κελεύει· και φησιν εάν χρήματα ήτοι νομίσματα δω κληρικός εν χρήσει. ήγουν δανείση, τα χρήματα, τουτέστι τοσαύτα λήψεται, και ου πλείονα· εάν δε είδος δω, σίτον τυχόν, ή οίνον, ή έτερόν τι τοιούτον, όσον έδωκε λήψεται, και ου πλέον». Παρομοίως και ο Βαλσαμών περί του εκτοκισμού αναφέρει: «Το δε δανείζειν τους κληρικούς επί τόκοις, πολλοί κανόνες απαγορεύουσι και ο παρών δε κανών, ου μόνον τους του βήματος, αλλά και πάντας τους κληρικούς τοκίζειν εμποδίζει, το δε διδόναι σίτον, ή έτερον είδος, και λαμβάνειν πλείω του δοθέντος, μη απαγορευθήναι, εκώλυσαν οι Πατέρες ρητώς και τούτο» (12).
Μια δυσκολία που αντιμετωπίζει η έρευνα είναι η κατανόηση του όρου «θείοι νόμοι», που επικαλείται ο Πατριάρχης, εάν παρέπεμπε, δηλαδή, σε κάποια ισχύουσα διάταξη. Βεβαίως, η μέθοδος εργασίας των τότε δικαστών (10ος– 11ος αιώνας) και η έννοια του ισχύοντος δικαίου προσεγγίζονταν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι σήμερα. Στα δύο νομικά εγχειρίδια του 14ου αιώνα, την Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου και το Σύνταγμα κατά Στοιχείον του Ματθαίου Βλάσταρη, παρατίθενται απόλυτα απαγορευτικές διατάξεις και νόμοι που καθορίζουν το ανώτατο επιτόκιο, που σημαίνει ότι αποδέχονται τον εκτοκισμό. Τα δύο αυτά έργα είναι μεταγενέστερα από την απόφαση του Πατριάρχη και ως εκ τούτου δεν τα γνώριζε. Η έρευνα διαπιστώνει σχετικά με το ζήτημα του τόκου, αλληλοσυγκρουόμενες νομοθετικές διατάξεις. Βεβαίως, πολλοί αμφισβητούν το περιεχόμενο των «θείων νόμων» και πιστεύουν πως παραπέμπει σε κάποιον παλαιότερο απαγορευτικό νόμο, στον οποίο ήταν χρήσιμη η παραπομπή αυτή για τη θεμελίωση της αποφάσεως του Πατριάρχη. Ασχέτως αυτής της προσεγγίσεως, εμείς θεωρούμε ότι το πνεύμα της Βίβλου επηρέαζε τις αποφάσεις του Πατριάρχη και γενικά των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, και η επίδραση της Εκκλησίας ήταν προφανής στα σχετικά νομοθετικά διατάγματα της Αυτοκρατορίας, τα οποία απηχούν και τους ιερούς της Εκκλησίας κανόνες (13). Ανάλογη αναφορά για γενική απαγόρευση των τόκων γίνεται και σε μεταγενέστερη πατριαρχική απόφαση. Οι μοναχοί της Μονής Περιβλέπτου είχαν παραχωρήσει ένα μοναστηριακό ακίνητο σε έναν ιδιώτη προς εκμετάλλευση, χωρίς να τηρήσουν τη νόμιμη διαδικασία. Ο Πατριάρχης θεώρησε άκυρη την πράξη τους αυτή και υπογράμμισε: «… είτε γαρ ενεχύρανσιν είποι τις τούτο, πάντως οι γε καρποί εις τόκον καταλογισθήσονται. ου τι ασεβέστερον γένοιτο αν από των θείων καρπίζεσθαι και τόκους και πλεονασμούς απαιτείν και καθαρπάζειν τους μηδέ τοις ομοφύλοις το αργύριον εκτοκίζει προστεταγμένους;».
Όσον αφορά την αποδοκιμασία του εκτοκισμού, η πατριαρχική αυτή απόφαση σίγουρα εμπνέεται από την Αγία Γραφή και όχι από κάποια διάταξη νόμου, έστω και αν ο εκτοκισμός υπήρχε. Οι αποφάσεις αυτές αποδεικνύουν την αντιπάθεια της Εκκλησίας προς τον νόμιμο εκτοκισμό, η επιβάρυνση του οποίου ταλαιπωρούσε πλήθη ανθρώπων (14). Παρά την επικράτηση του Χριστιανισμού, μεγάλος όγκος δανειοληπτών, κυρίως αγρότες, οδηγούνταν στη δουλοπαροικία, διότι αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Ο τόκος θεωρείτο από τη χριστιανική Εκκλησία ως κάτι ανήθικο, ανεπίτρεπτο, αμαρτωλό και ως εκ τούτου η Εκκλησία όφειλε να προστατεύει τον λαό, πράγμα το οποίο και έκανε με συγκεκριμένες συνοδικές διακηρύξεις και αποφάσεις.
Στην πορεία του χρόνου, και με την κατάκτηση των Ελλήνων από τους Φράγκους, όπως ήταν αναμενόμενο, επήλθαν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των Ελληνορθοδόξων, ιδιαίτερα στην εκκλησιαστική ζωή και τη γενικότερη δραστηριότητά τους. Βασική επιδίωξη των Φράγκων ήταν να υποτάξουν τον ελληνορθόδοξο κλήρο στα διοικητικά όργανα της Δυτικής Εκκλησίας. Η οργάνωση του Φραγκικού κλήρου ενεργοποιήθηκε στην Ελλάδα αμέσως μετά την κατάληψη της οχυρομένης πόλεως της Κορίνθου. Εν τω μεταξύ, είχε πραγματοποιηθεί η κατάληψη των Πατρών, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και των Αθηνών, όπου έδρευαν οι Μητροπολίτες, οι οποίοι στη συνέχεια εκδιώχθηκαν από τους Φράγκους και κατέφυγαν σε περιοχές εκτός λατινικού ελέγχου (15). Δεν πρέπει να παραθεωρηθεί το γεγονός ότι οι Δυτικοί δεν επέδειξαν την ίδια ανεκτική στάση με αυτή που σε γενικές γραμμές επέδειξαν οι Τούρκοι, αλλά προσπάθησαν να περιορίσουν την επιρροή του ορθοδόξου κλήρου στο λαό, για προσηλυτιστικούς λόγους. Μοναδική εξαίρεση από τον Λατινοκρατούμενο χώρο αποτελούν τα ευρεθέντα πρωτοπαπαδικά έγγραφα της Κέρκυρας των ετών 1604-1797 μ.Χ., που εκδόθηκαν και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης από κληρικούς, λόγω του περιεχομένου τους, ως προερχόμενα από τη μοναδική περιοχή της Ελλάδος, που δεν γνώρισε ποτέ Τουρκοκρατία (16). Ως γνωστόν, η παραμονή του Ορθοδόξου Μητροπολίτου Κερκύρας. κατά την Φραγκοκρατία, δεν επετράπη και αυτός αντικαταστάθηκε από τον «Μεγάλο Πρωτοπαπά», τον οποίον εξέλεγαν οι 32 ιερείς του «Ιερού Τάγματος». Οκτώ «πρωτοπαπάδες» διορίζονταν για την ύπαιθρο χώρα, ο δε Ορθόδοξος κλήρος εχειροτονείτο από τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων, ο οποίος, εξ αυτού του γεγονότος, έφερε τον τίτλο του «Εξάρχου Κερκύρας» (17).
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) και την περαιτέρω κατάκτηση της Ελλάδος από τους Τούρκους και τον Μωάμεθ Β’, η κατάσταση για την Εκκλησία φάνηκε να βελτιώνεται. Το 1470 μ.Χ., εξεδίωξε τους Ενετούς και απομάκρυνε τον εγκάθετο λατινικό κλήρο, υποβοηθώντας. κατ’ αυτόν τον τρόπο, την αποκατάσταση των Ορθοδόξων Ιεραρχών και της Εκκλησίας. Ο κατακτητής ανέχθηκε, όπως ειπώθηκε, την Ορθόδοξη Εκκλησία για πολιτικούς λόγους, παραχωρώντας προνόμια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχοντας ως συνέπεια την σε γενικές γραμμές κανονικοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής (18). Ο Πατριάρχης, ως εθνάρχης, ήταν υπεύθυνος απέναντι στον Σουλτάνο για την υποταγή και την ειρήνη του ποιμνίου του. Ανάλογα δικαιώματα είχαν και οι επαρχιούχοι αρχιερείς, βοηθούμενοι από τους δημογέροντες. Το πατριαρχικό, τα μητροπολιτικά και επισκοπικά δικαστήρια, δίκαζαν ανέκκλητα τις μεταξύ των Χριστιανών διαφορές, και αρκετές ακόμη φορές εξέταζαν διαφορές μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων. Παρείχετο βεβαίως η δυνατότητα σε κάποιον Χριστιανό να προσφύγει και στα τουρκικά δικαστήρια, αλλά συνήθως εμποδιζόταν με την απειλή της ποινής του αφορισμού. Τα ενοριακά κληροδοτήματα των Χριστιανών, ως και αυτά των ιερών μονών αναγνωρίζονταν υποχρεωτικά από τα τουρκικά δικαστήρια. Κάθε επαρχιούχος αρχιερεύς, διέθετε ειδικό συμβολαιογράφο, διότι αυτός υπέγραφε και επικύρωνε κάθε συμβόλαιο των Χριστιανών, καθώς επίσης και σχετικά έγγραφα με τις κηδεμονίες και τις διαθήκες. Οι κατά τόπους αρχιερείς αποτελούσαν τον εκπρόσωπο, τον συμπαραστάτη και τον συνήγορο του υποδούλου ποιμνίου προς τις τουρκικές αρχές (19). Παρ’ όλα αυτά τα προνόμια που είχαν δοθεί, η μεγαλοπρέπεια της Θείας Λατρείας, που χαρακτήριζε τη θρησκευτική ζωή των Ορθοδόξων Ελλήνων κατά τους προγενέστερους χρόνους, είχε εξαφανισθεί επί τουρκοκρατίας. Οι ναοί λεηλατούντο και καταστρέφονταν με τις κατά καιρούς εξεγέρσεις του τουρκικού όχλου κατά των υποδούλων. Διατηρούνταν μόνο πολλά παρεκκλήσια (20). Αυτό το καθεστώς βίωσαν μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως και την επικράτηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι ελληνικοί πληθυσμοί, οπότε και άλλαξαν άρδην οι συνθήκες εις βάρος τους (21).
Η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η επικράτηση των Οθωμανών συσπείρωσε, όπως είδαμε, γύρω από κάθε Επίσκοπο τους υπόδουλους πιστούς προκειμένου να προστατευθούν. Ειδικότερα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. παραλλήλους με τα θρησκευτικά του καθήκοντα, ασκούσε πολιτικά καθώς και δικαστικά καθήκοντα. Λόγω των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν κατά την τουρκοκρατία, δόθηκε η δυνατότητα στους κληρικούς να επιλύουν τις διαφορές όλων των Ελλήνων. Η σκληρή πολιτική των κατακτητών είχε ως συνέπεια τη μετακίνηση πλήθους Ελλήνων στη Δύση (Βιέννη, Λονδίνο, Ρώμη, Τεργέστη, Βενετία, Βουδαπέστη κ.λπ.). όπου συγκροτούσαν κοινότητες, με την οικοδόμηση ορθοδόξου ναού, για την αλληλοϋποστήριξη και προστασία τους. Αλλά και στη Δύση, που προσέφυγαν, οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις, κινδύνους και απειλές, όπως την πίεση που ασκούσαν οι ρωμαιοκαθολικοί.
Παρ όλες τις δυσκολίες, η Εκκλησία δια των εκπροσώπων της. εξακολουθούσε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απονομή της δικαιοσύνης και στη ζωή τους γενικότερα (22). Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η ελληνική κοινότητα του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία, η οποία προσέφερε πάσης φύσεως βοήθεια, χωρίς καμία διάκριση, όχι μόνο στους ορθοδόξους Έλληνες, αλλά σε όποιον είχε ανάγκη. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, οι Επίσκοποι, εκτός από τις συμβουλές και νουθεσίες που απηύθυναν στους πιστούς, εξέδιδαν και νομικές συλλογές, εξακολουθώντας να απονέμουν δικαιοσύνη (23).
Στη Βενετία, η αρχιεπισκοπή Φιλαδελφείας, εκτός από τα εκκλησιαστικά θέματα της δικαιοδοσίας της. ασχολείτο και με την απονομή της δικαιοσύνης (audientia episcopalis) μεταξύ των Χριστιανών, ορθοδόξων και μη. δίνοντας προτεραιότητα βεβαίως στους ορθοδόξους, διότι αυτοί ανήκαν στο εκκλησιαστικό της σώμα. Ήταν τόσο μεγάλο το κύρος του Αρχιεπισκόπου Φιλαδελφείας και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτόν, ιδιαίτερα επί αρχιερατείας Γαβριήλ του Σεβήρου, ώστε απευθύνονταν σε αυτόν και Βενετοί, παρά το ότι ανήκαν σε διαφορετική θρησκευτική κοινότητα, γεγονός το οποίο θα μπορούσε, πιθανώς, να έχει για αυτούς αρνητικές συνέπειες. Σημειώνεται ακόμη ότι η ίδια η βενετική αρχή. οσάκις προέκυπταν υποθέσεις μεταξύ ορθοδόξων, παρέπεμπε τις υποθέσεις προς εκδίκαση στον Αρχιεπίσκοπο Φιλαδελφείας, ο οποίος εκδίκαζε όλες τις υποθέσεις και ιδιαιτέρως θέματα που άπτονταν του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Αυτό σήμαινε ότι οι αρχές αναγνώριζαν την αρμοδιότητα του Αρχιεπισκόπου σε θέματα απονομής της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, σε θέματα που αφορούσαν το οικογενειακό δίκαιο και σχετίζονταν με τη λύση του γάμου, η διαδικασία περιελάμβανε αίτηση για τη λύση του γάμου, συνήθως από την πλευρά του συζύγου, για εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης ή λόγω διάπραξης μοιχείας. Σύμφωνα με τα ανευρεθέντα αρχεία, παρετηρείτο μια εφευρετικότητα από τους συζύγους, προκειμένου να λύσουν τον γάμο ανώδυνα για τυπικούς λόγους. Για παράδειγμα, ο ευλογήσας ιερεύς τη μνηστεία των συζύγων, δεν τους υπέβαλε, δήθεν, ερωτήσεις για το αν επιθυμούν να συνάψουν ή όχι γάμο. Επακολουθούσε λεπτομερής εξέταση του αιτούντος, όπως και των προτεινομένων από αυτόν μαρτύρων. Η τελική απόφαση εξεδίδετο από τον Αρχιεπίσκοπο Φιλαδελφείας. Στη λήψη της αποφάσεως ο Αρχιεπίσκοπος στηριζόταν (γενικά) στους ιερούς κανόνες και στα δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας. Στην απόφασή του αυτή δεν παραπέμπει σε κάποια συλλογή πολιτικού νόμου ή νομοκάνονα.
Σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις γινόταν επίκληση της «κατ’ οικονομίαν» κρίσεως, προκειμένου η Εκκλησία να προσαρμοσθεί στις επικρατούσες ιστορικές και νομικές συνθήκες. Η λύση του γάμου γινόταν χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια, όπως προκύπτει από τις εκκλησιαστικές αποφάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η Εκκλησία θα κινδύνευε να απωλέσει τη δικαστική της εξουσία, την οποία κατείχε επί αιώνες. Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να προσφύγουν, έστω και αν δεν το επιθυμούσαν, στα βενετικά δικαστήρια ή των τουρκοκρατούμενων περιοχών στον Τούρκο δικαστή (Καδή) ή σε δικαστικές επιτροπές, οι οποίες για την έκδοση των αποφάσεων τους ελάμβαναν υπόψιν τα διαμορφωμένα έθιμα. Η εντύπωση που επικρατεί είναι ότι ο Αρχιεπίσκοπος εκδίκαζε, όχι απλώς «κατ’ οικονομίαν», αλλά κυρίως «κατ επιείκειαν», υπερβαίνοντας κάπως και αυτήν την «οικονομία» Προς επίρρωση αυτού, αναφέρεται η έκδοση σχετικής αποφάσεως, υπέρ της αιτουμένης γυναικός για τη λύση του γάμου, με υπαιτιότητα του συζύγου της, λόγω εγκαταλείψεώς της απ’ αυτόν και διαπράξεως μοιχείας με άλλη γυναίκα. Μετά τη λήψη της αποφάσεως, απαγορεύθηκε στον σύζυγο η σύναψη νέου γάμου με τη μοιχαλίδα. Ύστερα όμως από παράκληση του παραβάτη συζύγου, ο Αρχιεπίσκοπος ανακάλεσε την απόφασή του και επέτρεψε σε αυτόν να προχωρήσει στη σύναψη νέου γάμου (24).
Καταδεικνύεται ότι ο θεσμός της επισκοπικής ακροάσεως εφαρμόσθηκε κατά κύριο λόγο για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ Χριστιανών. Η διαδικασία του θεσμού παρέμεινε ουσιαστικά αναλλοίωτη ανά τους αιώνες, τόσο στη Βενετία όσο και στην Ελλάδα. Ο Αρχιεπίσκοπος Φιλαδελφείας προκειμένου να εκδώσει απόφαση, εφάρμοζε το ίδιο τυπικό στις επί μέρους δικαστικές διαδικασίες, χρησιμοποιώντας «οικονομία» και την κατά τα ανωτέρω επιείκεια. Είχε την πρόθεση να δώσει συναινετικό διαζύγιο στις περιπτώσεις εκείνες που διαπιστωνόταν εγκατάλειψη, μοιχεία, ακόμη και τυπικές παραλήψεις και δεν αντετίθετο στην έκδοση μονομερούς διαζυγίου. Η Εκκλησία διατήρησε την ισχύ της λόγω του ότι χορηγούσε διαζύγια στους αιτουμένους και δεν παρενέβαλε εμπόδια στη σύναψη νέων γόμων, εκδίδοντας τις σχετικές άδειες. Ο θεσμός της audientia episcopalis εφαρμόσθηκε κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο στην κυρίως Ελλάδα όσο και στις ελληνορθόδοξες παροικίες της Δύσεως (25). Η εφαρμογή της επισκοπικής ακροάσεως ως εκκλησιαστικού δικαστηρίου περιελάμβανε μια απλή αλλά ουσιαστική διαδικασία εκδικάσεως υποθέσεων. Η διαδικασία αυτή περιείχε ερωτήσεις προς τον προσφεύγοντα, σχετικές με την υπόθεσή του και ανάλογα με τις απαντήσεις, ζητείτο η κατάθεση μαρτύρων ή η προσκόμιση σχετικών πιστοποιητικών. Στη συνέχεια, ο Επίσκοπος αξιολογούσε τα προσκομισθέντα στοιχεία και εξέδιδε την ετυμηγορία του. Το ίδιο ίσχυε και για την έκδοση αδειών τελέσεως γάμων (26).
Υποσημειωσεις
(1) Βλ. Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξις του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», 131-132. Πρβλ. Κων. Παπαγεωργίου, «Το Κρητικό Δίκαιο της Βυζαντινής περιόδου», ως ανωτέρω, σ. 268. Επίσης βλ. Δρ Νικ. Μίλας, Το εκκλησιαστικόν δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, ως ανωτέρω, σ. 163-164.
(2) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξις του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 132.
(3) Κων. Παπαγεωργίου, «Το Κρητικό Δίκαιο της Βυζαντινής περιόδου». ως ανωτέρω, σ. 268.
(4) Δ. Γ. Σερεμέτη. «Ανέλιξις του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 133-134.
(5) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω, σ. 5-7.
(6) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω, σ. 8.
(7) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω, σ. 10.
(8) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω. σ. 11-12.
(9) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη. Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω. σ. 44-45.
(10) Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Πηδάλιον, ως ανωτέρω, σ. 145.
(11) Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Πηδάλιον, ως ανωτέρω, σ. 49.
(12) Γ. Α. Ράλλη και Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των Θείων και ιερών κανόνων, τόμ. 3ος ως ανωτέρω, σ. 342-345.
(13) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη. Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω. σ. 45-46.
(14) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω, σ. 46.
(15) Νικ. Γ. Ζαχαρόπουλου. Η εκκλησία στην Ελλάδα κατά την Φραγκοκρατία. Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003. σ. 109-111 κ. εξ.
(16) Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου 1: Ενοχικό δίκαιο-Εμπράγματο δίκαιο, ως ανωτέρω. σ. 9.
(17) Χρυσοστόμου Α. Παπαδοπούλου. Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, εκδ. 3η. μεταγλώττιση Βασίλειος Χρ. Καραγιώργος, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήναι 2000, σ. 98.
(18) Χρυσοστόμου Α. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, ως ανωτέρω σ. 132.
(19) Χρυσοστόμου Α. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, ως ανωτέρω σ. 139.
(20) Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, ως ανωτέρω σ. 172.
(21) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξις του θεσμού “Audientia Episcopalis και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 132-133.
(22) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξις του θεσμού ‘‘Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 134-135.
(23) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξής του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 136.
(24) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξής του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 137-139.
(25) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξής του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία», ως ανωτέρω, σ. 139.
(26) Δ. Γ. Σερεμέτη, «Ανέλιξις του θεσμού “Audientia Episcopalis” και εφαρμογή αυτού εν Βενετία, (ιδία κατά τους 16-18ον αιώνας), Μετ’ ανεκδότων εγγράφων». Μέρος Β ΄ Παράρτημα (ανέκδοτα έγγραφα). Ηπειρωτική Εστία, έτος ΙΘ, τεύχ. 217-218. Μάιος – Ιούνιος 1970. σ. 290-300. Επίσης, βλέπε του ιδίου: Ηπειρωτική Εστία, ΙΘ’ έτος, τεύχος 219-220, Ιούλιος-Αύγουστος. σ. 431-441, όπου παρατίθεται δικογραφία διαζυγίου.
