ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Η Ευρώπη κατά την εποχήν του ιερού Φωτίου (θεολογικαί, πολιτιστικαί, i σττορικαί προεκτάσεις
(θεολογικαί, πολιτιστικαί, ιστορικαί προεκτάσεις)

Χαράλαμπου Σωτηρόπουλου,
Η προσωπικότητα και η θεολογία του Μεγάλου Φωτίου,
Επίσημοι Λόγοι Εκφωνηθέντες επί τη Ιερά
Μνήμη του κατά τα έτη 1970- 2010
,
εκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Αθήνα 2011, σελ.485-497

(Λόγος που εκφωνήθηκε τη 6 η Φεβρουαρίου 1997 στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος)

Επιτρέψατε εις εμέ εν αρχή της Εισηγήσεώς μου να κάμω ωρισμένας σκέψεις επί του θέματος. Το δοθέν εις εμέ προ δώδεκα ήμερων θέμα είναι: «Η Ευρώπη κατά την εποχήν του Ιερού Φωτίου (θεολογικαί, πολιτιστικαί, ιστορικαί προεκτάσεις)». Είναι εμφανές ότι εκ πρώτης όψεως το θέμα παρουσιάζει εις την πρωτην βαθμίδα του ενδιαφέροντος τον όρον «Ευρώπη» υπό έποψιν θεολογικήν, πολιτιστικήν και ιστορικήν, τον δε ιερόν Φώτιον ως χρονικόν προσδιορισμόν. Καλούμαι λοιπόν να αναπτύξω ενώπιον υμών, τι ήτο η «Ευρώπη» κατά την εποχήν του ιερού Φωτίου υπό τας αναφερθείσας επόψεις.

Θεωρώ όμως ότι δεν πρέπει εις αυτόν τον θεολογικόν - εκκλησιαστικόν χώρον να δαπανηθώμεν εις γενικάς περί της Ευρώπης διαπιστώσεις, εν αις δεν θα απουσίαζον αι περί το εμπόριον, την ναυτιλίαν, τας στρατιωτικάς δυνάμεις και ανακατατάξεις, την τέχνην κ.τ.τ. πληροφορίαι, ως ταύτα είχον κατά την εποχήν του ιερούΰ Φωτίου, μία δε εξ αυτών θα ήτο και η θεολογικη. Τουναντίον θεωρώ οτι ο χώρος ούτος και το μικρόν του χρόνου απαιτεί να περιορίσωμεν το θέμα μόνον εις την θεολογικήν του προέκτασιν, περιορίζοντες μάλιστα, καθόσον τούητο ιστορικώς είναι εφικτοό, την έννοιαν της Ευρώπης εις την Δύσιν και μάλιστα εν τη εννοία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Πιστεύω άλλωστε ότι εκ του θέματος τούτου αυτή η έννοια αναδύεται εντονωτέρα, εφ' όσον υπάρχει ο συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός δια του ονόματος του ιερού Φωτίου. Δεν λησμονώ επίσης την ιδιότητά μου, ως διδασκάλου των θεολογικών γραμμάτων και όχι του ιστο ρικού εν ευρεία έννοια, αλλ' ουδέ εν συγκεκριμένη τοιαύτη του ιστορικού εν ευρεία εννοία, αλλ' ουδέ εν συγκεκριμένη τοιαύτη του ιστορικού εν τη επιστήμη της Θεολογίας.

Δια τούτο και το μεν πρώτον μέρος της Είσηγήσεώς μου θα αναλωθή εις την παρουσίασιν εν γενικαίς γραμμαίς των θεολογικών μορφών Δυτικής Εκκλησίας και της θεολογίας αυτών, το δε δεύτερον εις στάσιν της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έναντι του ιερού Φωτίου. Ούτω το θέμα μας δεν θα φέρη τον ιερόν Φώτιον μόνον ως χρονικόν προσδιορισμόν αλλά και ως πρόσωπον περί το οποίον διεδραματίσθησαν θεολογικο-ιστορικαί καταστάσεις, δεδομένου δτι ο Πάπας, ως της θέσεώς του, εξέφραζε την εκκλησιαστικήν και την θεολογικήν δύναμιν της Δύσεως. Εν αρχή όμως, έστω και δι' ολίγων, ας αναφερθώμεν την σχέσιν των όρων «Ευρώπη - Δύσις».

Είναι γνωστόν ότι από πολιτικής επόψεως κατά τον Θ' αιώνα εδέσποζε το πρόσωπον του Καρόλου του Μεγάλου- η αφετηρία δε «Ευρώπης» και το θεμέλιον αυτής ευύρίσκονται ακριβώς εις το κράτος αυτού του Βασιλέως, ο οποίος ήνωσεν υπό το σκήπτρόν του εν μέγα τμήμα της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης (Γνώμη του Christopher Dawson, παραδιδομένη υπό του Ευαγγ. Χρυσού, Το Βυζάντιο..., σ. 76).

Με την στέψιν του Γερμανού Καρλομάγνου εις Ρωμαίον αυτοκράτο ρα εκ μέρους του Πάπα Λέοντος Γ' το 800 εδημιουργήθη εν πραγματικόν πολιτικόν σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον ωδήγει με μαθηματικήν ακρίβειαν εις το εκκλησιαστικόν τοιούτον, εφ' όσον η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχεν ενεργόν ανάμιξιν. Ορθώς παρετήθη δτι «η στέψη του Καρλομάγνου (800) επιβεβαιώνει όχι μόνο την επιλογή του παπικού θρόνου να αποστασιοποιηθή από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, αλλά και την επιθυμία του να συνδέσει τον ηγεμόνα των Φράγκων με τη μοναδική θεοδώρητη εξουσία της χριστιανικής Οικουμένης της οποίας αστασίαστος φορέας ήταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας» (Φειδά, Εκκλ. Ιστ., Β', 318). Προς τα εκεί άλλωστε απέβλεπεν η ιδέα-πρότασις του Καρλομάγνου και με σύμφωνον την γνώμην του Πάπα νυμφευθή την Ειρήνην την Αθηναίαν. Ούτω θα επήρχετο ενοποίησις Ανατολής και της Δύσεως εις μίαν αυτοκρατορίαν (βλ. Βλ. Φειδά, Βυζάντιο, σελ. 91).

Υπό τον όρον «Ευρώπη» εις το θέμα μας, εφ' όσον σχετίζεται με πρόσωπον του Ιερού Φωτίου, θα εννοήσωμεν την Δύσιν. Δηλαδή θα υιοθετήσωμεν το υπό πολλών ιστορικών υποστηριζόμενον, ότι η «Ευρώπη» ως όρος είναι ίδιος με τον όρον «Δύσις», υπό του οποίου και αντικαθίσταται, όπως ακριβώς και οι όροι Ασία και Ανατολή ταυτίζονται (Βλ. J. Koder, ' Κοάετ, Ο δρος «Εύρώπη»..., σελ. 66). Προς επίρρωσιν μάλιστα αυτής της θέσεως αναφέρομεν την γνώμην της Ελένης Αρβελέρ, η οποία γράφει οτι «η Δύση, δηλ. η Ευρώπη»· και εν παρενθέσει επεξηγεί λέγουσα: «Οι δύο όροι είναι ισόνομοι» (Η. Α hrweiler, Βυζάντιο..., σελ. 1).

Να σημειώσωμεν επίσης ότι οι όροι Ανατολή - Δύσις χρησιμοποιούνται η μεν Ανατολή ως κρατική έκφρασις της Ελληνικής Όρθοδόξου Ανατολής, η δε Δύσις ως έκφρασις της λατινικής παπικής Δύσεως. Αντί των ορων «Ανατολή - Δύσις» χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι «Βυζάντιον - Δύσις» ή με ωρισμένας εννοιολογικάς αποχρώσεις, οι όροι «Κωνσταντινούπολις - Ρώμη» και «Ανατολή - Ρώμη» (βλ. Δ. Πάλλα, Εύρώπη και Βυζάντιο, σελ. 13).

Αλλά ας έλθωμεν εις τας θεολογικάς μορφάςτου Θ' αιώνος. Ο αιών ούτος ε ν τη Δύσει δεν έχει να επιδείξη πολύ μεγάλους θεολόγους· η μορφή η οποία δεσπόζει κατ' αύτόν τον αιώνα είναι ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης. Εκείνο το οποίον θα ηδυνάμεθα να επισημάνωμεν είναι ότι η καλλιέργεια των θεολογικών γραμμάτων και της παιδείας γενικώτερον συνεδέθη με το σύστημα των «Σχολών», αι οποίαι ιδρύοντο εις τα παλάτια των ηγεμόνων, εις τας αρχιεπισκοπάς και εις τα μοναστήρια, ένθα και διετηρήθη η διδασκαλική μέθοδος των επτά ελευθερίων μαθήσεων, ήτοι το Τ rivium (Γραμματική - Διαλεκτική - Ρητορική) και το quadrivium (Μουσική - Αριθμητική - Γεωμετρία - Αστρονομία) (Βλ. Φειδά, Εκκλ Ιστ., σελ. 460).

Έχομεν λοιπόν εν αρχή τον αγγλοσάξωνα κληρικόν και θεολόγον Αλκουϊίον (735-804), ο οποίος επρωτοστάτησεν εις την αναγέννησιν των γραμμάτων και της θεολογίας και ο οποίος είχεν ήδη διδάξει εις την επισκοπικήν σχολήν της γενετείρας του Υόρκης, της οποίας έγραψε και την εκκλησιαστικήν ιστορίαν. Εν συνεχεία αναφέρομεν τον Αγοβάρδον (769-840), άγιον δια την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν, αρχιεπίσκοπον Λυώνος, ο οποίος καταγόμενος εξ Ισπανίας, εγκατεστάθη εις την Γαλλίαν, ένθα επί Λουδοβίκου του Ευσεβούς εθεωρείτο ως ο μεγαλύτερος λογιος· διεδραμάτισε δε σπουδαίον πρόσωπον εις την πολιτικήν Ενθυμίζομεν τον Ραβανόν Μαύρον (784-856), βενεδικτίνον μοναχόν και αργοτέρον αρχιεπίσκοπον Μαγεντίας, μαθητήν του Αλκουίνου, ο οποίος ανύψωσεν εις μεγάλην ακμήν την σχολήν της μονής της Φούλδης, καταστήσας αύτήν πνευματικόν κέντρον της Γερμανίας. Έχομεν επίσης τον Πασχάσιον Ραδβέρτον, ηγούμενον της εν Κόρμπι μονής, όστις έγραψε σπουδαίον υπόμνημα εις τον Ματθαίον και δογματικά δοκίμια. Ωσαύτως τον Ρατράμνον (...-868), γάλλον βενεδικτίνον ομοίως μοναχόν της αυτής μονής και θεολόγον, ικανόν διαπραγματευτήν των διαφόρων θεολογουμένων ζητημάτων και συγγραφέα. Ομοίως τον Γκότσαλκ ή Γοδεσκάλκον (805-868), γερμανόν μοναχόν της μονής Ο rbalis, δραστήριον και πολυμαθή θεολόγον αυτής της περιόδου, ιεραπόστολον εις όλην σχεδόν την Ευρώπην, μέχρις ακόμη της Δαλματίας και Βουλγαρίας. Επίσης τον Χίνκμαρ αρχιεπίσκοπον Ρείμων, σπουδαίον πολιτικόν νουν, υπηρετήσαντα εις την κυβέρνησιν του αυτοκράτορος Λουδοβίκου του Ευσεβούς και του βασιλέως Καρόλου του Φαλακρού και συντάξαντα πραγματείας κανονολογικού κυρίως περιεχομένου. Τέλος άναφέρομεν τον εξ Ιρλανδίας ορμώμενον Ιωάννην Σκώτον Εριγένην (810-877), διακεκριμένον θεολόγον, κάτοχον της ελληνικής εις την τελειότητα και εμβριθή μελετητήν της φιλοσοφίας και της πατερικής θεολογίας και πρόδρομον της συστηματικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας εν τη Δύσει.

Η συγγραφική κίνησις των θεολόγων της Δύσεως κατ' αυτήν την περίοδον, ασχέτως αν δεν ήτο εντυπωσιακή, ήτο όμως πολύπλευρος. Η θεολογία, η παιδαγωγική, η κατηχητική, η φιλοσοφία, η ποίησις, η αγιολογία, η ερμηνευτική των Γραφών, η ασκητική, ακόμη και η συγγραφή εποικοδομητικών έργων, χρησίμων προς κατάρτισιν εις τας αληθείας της πίστεως πληθυσμών εισέτι βαρβάρων (= Ραβανός Μαύρος), πάντα ταύτα εκφράζουν την έντονον συγγραφικήν δραστηριότητα της περιόδου αυτής. Ενδεικτικόν τυγχάνει το γεγονός ότι το έργον του Ραβανού Μαύρου De universo (Περί σύμπαντος), ήτο μία ευρεία εγκυκλοπαιδική πραγματεία, καρπός σπουδαίας μελέτης, η οποία απετέλεσε προοίμιον δια τας διαφόρους Σούμμας, Θησαυρούς και Κάτοπτρα του μεσαίωνος (ΘΗΕ 10, 747). Να μη λησμονήσωμεν, βεβαίως, και το αναθεωρητικόν έργον, εκφραζόμενον κυρίως δια της αναθεωρήσεως της Βουλγάτας, της γνωστής ως Βίβλου ’λκουίνου ή Καρλομάγνου, η οποία ενέχει αξιόλογον σημασίαν λόγω των χρησιμοποιηθέντων λατινικών κωδίκων (ΘΗΕ 2,179).

Εις την ανάπτυξιν της θεολογικής γραμματείας του Θ' αιώνος εις την Δύσιν πρέπει να συνέτεινεν αποφασιστικώς το ενδιαφέρον των Βασιλέων Καρόλου του Μεγάλου και του εγγόνου αυτού Καρόλου του Φαλακρού, καθότι και οι δύο απηυθύνοντο εις εκκλησιαστικά - θεολογικά πρόσωπα δια την δημιουργίαν προϋποθέσεων αναπτύξεως των εκπαιδευτικών και θρησκευτικών - θεολογικών γραμμάτων. Είναι γνωστόν ότι ο Καρλομάγνος είχεν ενωρίς αναγνωρίσει τον στενόν σύνδεσμον κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας· αισθανόμενος μάλιστα βαθύν σεβασμόν προς την Εκκλησίαν, εθεώρει βασιλικόν χρέος του να μεριμνήση δια την διάδοσιν της χριστιανικής πίστεως. Εν αυτή τη προσπάθειά του εντάσσεται το ακόλουθον παράδειγμα: Όταν ο Αλκουΐνος, μεταβάς εις την Ρώμην δι' εκκλησιαστικήν αποστολήν, συνηντήθη εις Πάρμαν μετά του Μεγάλου Καρόλου, ο τελευταίος εξεδήλωσε την ζωηράν του επιθυμίαν να τον έχη πνευματικόν του σύμβουλον. Ο Αλκουϊνος εδέχθη, ανέλαβε την διεύθυνσιν της Παλατινής σχολής, ίδρυσεν αργότερον εν είδος φιλολογικής ακαδημίας, της οποίας μέλη έγιναν ο αυτοκράτωρ, οι υιοί του και αι θυγατέρες του καθώς και οι συνεργάται του μετά των τέκνων των, με αποτέλεσμα να θεωρήται ο ’λκουϊνος η ψυχή της θρησκευτικής, εκπαιδευτικής και καλλιτεχνικής κινήσεως, η οποία είναι γνωστή ως Καρολίνειος Αναγέννησις (ΘΗΕ 2,179).

Παραδίδομεν όμως και το παράδειγμα του ετέρου Καρόλου, του Φαλακρού, ο οποίος, εκτιμών ιδιαιτέρως τον Ιωάννην Σκώτον Εριγένην, εκάλεσεν αυτόν εις την Σχολήν των ανακτόρων, ένθα ούτος διεκρίθη κυρίως εις την διαλεκτικήν και την αστρονομίαν και του ανέθεσε να μεταφράση εις την λατινικήν γλώσσαν τα συγγράμματα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου καθώς και το Περί διαφόρων αποριών έργον Μαξίμου του Ομολογητού.

Ενταύθα πρέπει να σημειώσωμεν ότι κατά τον ένατον αιώνα τα φέροντα το όνομα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου συγγράμματα εοτάλησαν υπό του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Τραυλού (820-829) εις τον αυτοκράτορα της Δύσεως Λουδοβίκον τον Ευσεβή, υιόν του Μεγάλου Καρόλου, ο δε ηγούμενος της πλησίον των Παρισίων μονής του αγίου Διονυσίου Χιλδουϊνος, πρώτος μετέφρασεν αυτά, θεωρήσας ότι είχεν υποχρέωσιν να πράξη τούτο, επειδή εν τη Δύσει είχεν επικρατήσει η αντίληψις ότι ταύτα ανήκον εις τον ομώνυμον ιδρυτήν της Εκκλησίας των Παρισίων (βλ. Παν. Τρεμπέλα, Εγκυκλοπαίδεια..., σελ. 79).

Ελέχθη εν αρχή της Εισηγήσεως ότι ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης δεσπόζει ως θεολογικός συγγραφεύς αυτού του αιώνος. Το επαναλαμβάνομεν επ' ευκαιρία, δεδομένου μάλιστα ότι ούτος εκλήθη υπό τινων Ωριγένης της Δύσεως, διότι έπεχείρησε να ερμηνεύση το περιεχόμενον του Χριστιανισμού με φιλοσοφικούς όρους και με ευρείαν χρήσιν της λογικής. Ούτω, ανέμιξε θεολογίαν και φιλοσοφίαν προς δημιουργίαν ιδίου συστήματος, το οποίον εστηρίζετο εις την παράλληλον χρήσιν της αυθεντίας και του ορθού λόγου. Υπό τον όρον αυθεντία ηννόει το κείμενον των Γραφών, υπό τον ορθόν δε λόγον, την νοητικήν ικανότητα του ανθρώπου. Η αυθεντία ήτο δια τους απλούς εις την μάθησιν ανθρώπους, ενώ ο ορθός λόγος ητο δι' εκείνους, οι οποίοι ανεζήτουν να αποκαλύψουν το κεκρυμμένον όπισθεν του γράμματος και του τύπου της Γραφής νόημα. Επίστευεν όμως ότι και αι δύο μέθοδοι είχον κοινήν πηγήν την θείαν σοφίαν, δια τούτο και διετείνετο ότι υπήρχε ταύτισις θεολογίας και φιλοσοφίας (Βλ. Στ. Παπαδοπούλου, ΘΗΕ, 6,1236 και Π. Χρήστου, Εκκλ. Γραμματ., σελ. 404).

Εάν θελήσωμεν να προσεγγίσωμεν είδικώτερον την θεολογικήν θεματικήν των συγγραφέων της Δύσεως αυτής της εποχής, θα σημειώσωμεν:

α) Το περί της θείας Ευχαριστίας ζήτημα

Ο μοναχός της Κορμπίας Πασχάσιος Ραδβέρτος με το έργον του « De corpore et sanguine Domini » (Περί του σώματος και του αίματος του Κυ­ρίου) υπεστήριξεν ότι, «ενώ τα στοιχεία της θείας Ευχαριστίας μένουν εξωτερικώς αμετάβλητα, υφίστανται εσωτερικήν μεταβολήν πραγματι­κήν εις σώμα και αίμα του Χριστού δι' ενός θαύματος ξένου προς τα φυ­σικά δεδομένα» (Π. Χρήστου, Εκκλ. Γραμματ., σελ. 400) και ότι της θείας Ευχαριστίας κοινωνούν μόνον οι μετέχοντες με πίστιν (βλ. Βλ. Φειδά, Εκκλ. Ιστ., σελ. 158).

Εις αυτήν την διδασκαλίαν αντέδρασαν ο Ραβανός Μαύρος και ο Ρατράμνος. Ο Ραβανός Μαύρος, αντιδρών εις τόν πραγματισμόν του Πασχασίου, εδέχετο πνευματικήν και συμβολικήν παρουσίαν του σώματος του Χριστού εις την θείαν Ευχαριστίαν.

Ο μαθητής του Πασχασίου Ρατράμνος, με εκτενεστέραν απάντησιν και με ομότιτλον πραγματείαν με την του Πασχασίου, μη δεχόμενος την μετουσίωσιν, ισχυρίζεται ότι το σώμα και αίμα, μετά τόν καθαγιασμόν, δεν είναι ίδιον με το σώμα καί αίμα του Χριστού, του γεννηθέντος, σταυρωθέντος και αναστάντος. Δεν ανεζήτησε τήν σημασίαν της θείας Ευχαριστίας εις τα ιδρυτικά λόγια του Ιησού Χριστού αλλ' εις την πνευματι­κήν δύναμιν Αυτού, ισχυρισθείς ότι υπό το κάλυμμα των στοιχείων του άρτου και του οίνου ευρίσκεται το πνευματικόν σώμα και το πνευματικόν αίμα του Χριστού, γενόμενος πρόδρομος του Λουθήρου. Σημειωτέον ότι το έργον του Ρατράμνου κατεδικάσθη υπό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλη­σίας τον 11 ον αιώνα καί κατεστράφη· η καταδίκη του έργου κατεγράφη εις τον κατάλογον τών απηγορευμένων βιβλίων από το 1599-1900. Αντί­τυπα τούτου διεσώθησαν και επηρέασαν πολλούς προτεστάντας.

β) Το περί απολύτου προορισμού

Ο Γοδεσκάλκος π.χ. «υπεστήριξε τον απόλυτον προορισμόν του Αυγουστίνου, διδάξας ότι οι μεν κακοί ήσαν προωρισμένοι εις τιμωρίαν, μόνον δε οι αγαθοί προορίζονται εις σωτηρίαν και συνεπώς μόνον δια την σωτηρίαν τούτων και ουχί πάντων των ανθρώπων απέθανεν ο Χριστός» (Π. Τρεμπέλα, Εγκυκλοπαίδεια..., σελ. 71). Υπεστήριξε δηλαδή διπλούν απόλυτον προορισμόν, τον εις σωτηρίαν και τον εις απώλειαν. Ούτως, παρουσίαζε τον Θεό να προσωποληπτή και να ένδιαφέρεται δι' ορισμένους μόνον εκ των ανθρώπων, τους οποίους οδηγεί αυύθαιρέτως εις μακαριότητα. Αυτόν τον διπλούν προορισμόν υπεστήριξε και ο Ρατράμνος, αλλά με μικροτέραν έντασιν από τον Γοδεσκάλκον.

Κατά των δοξασιών του Γοδεσκάλκου ε στράφη τόσον ο διδάσκαλός του, ο Ραβανός Μαύρος, όσον και ο αρχιεπίσκοπος Ρείμων Χίνκμαρ. Ο Ραβανός εδέχετο μόνον ένα προορισμόν, αυτόν δηλαδή που ανεφέρετο εις τους καλούς και τους ωδήγει εις σωτηρίαν, ενώ δια τους πονηρούς δεν υπήρχε προορισμος αλλά μόνον πρόγνωσις τοΰ Θεού. Τον Γοδεσκάλκον κατεδίκασεν η υπό τον Ραβανόν σύνοδος της Μογουντίας

γ) Το περι αδοπτιανισμοϋ ή υιοθετισμοϋ (adoptionismus)

Οι Ισπανοί επίσκοποι Έλιπάλδος του Τολέδου και Φήλιξ του Ούγκελ υπεστήριξαν τον ήδη κατά τον Γ' αιώνα καταδεδικασμένον Υιοθετισμόν και εδίδασκον ότι ο Χριστός δεν ήτο Υιός του Θεού κατά την θείαν φύσιν αλλά μόνον κατά την ανθρώπινην, ήτο δηλαδή Υιός του Θεού κατά υιοθεσίαν. Απέρριπτον, συνεπώς, την θεότητα του Χριστού και εθεώρουν αυτόν απλούν άνθρωπον υίοθετηθέντα υπό του Θεού. Επομένως ο υιος της Παρθένου Μαρίας, τον οποίον δέχεται και διδάσκει η Αγία ραφη, ήτο Υιοθετημένος και όχι εκ φύσεως Υιός του Θεού. Βεβαίως αι δοξασίαι αύται απεδοκιμάσθησαν υπό των Συνόδων του Regensburg (792) και της Φραγκφούρτης (796), αλλ' υποδηλώνουν την αρειανικήν

υποδομήν και αυτής ακόμη της διδασκαλίας περί Filioque (Βλ. Φειδά Εκκλ. Ιστ., σελ. 158).

Εις τας θεολογικάς διαμάχας, αι οποίαι ετάρασσον το φραγκικόν βασιλέων επί του ζητήματος τούτου, του Υίοθετισμού, ο Αλκουΐνος είχεν ενεργόν συμμετοχήν, καταπολεμήσας αυτόν, αλλ' ιδιαιτέρως επολέμησεν αυτόν ο Αγοβάρδος.

Ανεξαρτήτως των ζητημάτων τούτων, οι δυτικοί θεολόγοι «ύτϊις της εποχής, συνεγραψαν και δι' άλλα ζητήματα. Ο Ρατράμνος π,χ με το εργον του Contra Graecorum opposita (Κατά αντιρρησιών Ελλήνων) υπερασπίζεται τας απόψεις της Λατινικής Εκκλησίας περί του Filioque έναντι της διδασκαλίας του ιερού Φωτίου, περί της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής, περι του χρίσματος κ.λπ. Προ αυτού, βεβαίως, ήτο ο Αλκουίνος ο οποίος υπεστήριξε το Filioque, δοθείσης ούτω νέας ωθήσεως μέχρις ότου τον ενδέκατον αιώνα εγένετο δεκτόν και υπό της Ρώμης Ο ίδιος συγγραφεύς, ο Ρατράμνος, με το έργον του De nativitate Christi (Περί της γεννήσεως το Χριστού) υπεστήριξεν ότι η γέννησις του Χριστού ήτο φυσική και όχι εκ Πνεύματος Αγίου. Αυτήν την άποψιν, όμως κατεπολέμησεν ο Πασχάσιος. Ο λόγιος αρχιεπίσκοπος Ρείμων Χίκμαρ, σπουδαίος κανονολόγος του Θ' αιώνος, δεν εδέχετο την οικουμενικότητα της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, επειδή «η Εκκλησία των Ελλήνων» δεν συνεβουλεύθη επ' αυτού του ζητήματος τον παπικόν θρονόν και τας άλλας Εκκλησίας της Δύσεως. Φαίνεται ότι είχον λησμονήσει ότι εν τη Ζ' Οικουμενική Συνόδω υπήρχε και αντιπροσωπεία του παπικού θρόνου και της Εκκλησίας της Δύσεως (βλ. Βλ. Φειδά, Εκκλ. Ιστ., σελ. 140).

Εάν θελήσωμεν να επισημάνωμεν εν πρόσωπον αυτής της περιόδου το οποίον να ενθυμίζη την εποχήν του ιερού Φωτίου εις τας σχέσεις προς την πολιτικήν εξουσίαν, δεν έχομεν παρά να αναφέρωμεν τον Αγοβάρδον (άγιον της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας), ο οποίος ήλθε πολλάκις εις σύγκρουσιν με την κοσμικήν εξουσίαν, επειδή απέκρουε κάθε ανάμιξιν της πολιτείας εις την εκλογήν και χειροτονίαν των κληρικών. Επειδή δε δημοσία είχε ταχθή υπέρ της εκθρονίσεως του Λουδοβίκου του Ευσεβούς, όταν ο τελευταίος επανέκτησε τον θρόνον, απεμακρυνε τον Αγοβάρδον από το αξίωμά του.

Εις γενικάς γραμμάς πρέπει να τονίσωμεν ότι το πνεύμα υπο του οποίου διείποντο οι λατίνοι θεολόγοι συγγραφείς της εποχής αυτής και μεταγενεστέρως εις θέματα, έχοντα σχέσιν και με την Ανατολικήν Εκκλησίαν, ήτο πολεμικόν. Όρθώς παρετηρήθη ότι «η προοδευτική μορφοποίηση της τάσεως μιας νέας φραγκολατινικής θεολογικής συνθέσεως, η οποία αναφερόταν σε όλους σχεδόν τους τομείς του εκκλησιαστικού βίου, επιτάχυνε την απομάκρυνση Ανατολής και Δύσεως. Η νεα φραγκολατινική σύνθεση απέκτησε... σαφώς πολεμικό χαρακτήρα εναντίοντης Ανατολικής Εκκλησίας, υπό την επίδραση και του οξύτατου αντιβυζαντινού πνεύματος των φράγκων βασιλέων» (Βλ. Φειδά, μν. εργ. σελ. 15.

Και αυτά, βεβαίως, ως προς την εν γενικαΐς γραμμαίς θεολογίαν Δύσεως κατ' αυτόν τον αιώνα. Ας έλθωμεν όμως εις την στάσιν της Δύσεως έναντι της Ανατολής, ήτις και έχει ως δεσπόζον πρόσωπον τον ιερόν Φώτιον, και να είπωμεν ότι, εφ' όσον ο ιερός Φώτιος όντως ήτο κύριον και κεντρικόν πρόσωπον εις τα εκκλησιαστικά πράγματα κατά τον Θ' αιώνα είτε ως Πατριάρχης εν ενεργεία εϊτε ως έκπτωτος Πατριάρχης, εξόριστος, δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν τας κινήσεις των Παπών, αι οποίαι ενείχον και εκκλησιαστικά και θεολογικά στοιχεία. Διαπίστωσις είναι ότι τα ζητήματα της παπικής Εκκλησίας όποια απησχόλησαν την εποχήν του ιερού Φωτίου, προϋπήρχον αυτής της εποχής, υπήρχον κατ' αυτήν την εποχήν και συνεχίζουν να υπάρχουν. Εάν δεν τα αναφέρωμεν, ως ευκόλως εννοούμενα, θα δημιουργήσωμεν οπωσδήποτε κενόν ή αθελητον παρασιώπησιν.

Δεν είναι δυνατόν π.χ. να σιγήση σήμερον η φωνή μας εις τα εγερθέντα τότε υπό της παπικής Εκκλησίας θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα, διότι όπισθεν αυτών εκρύπτετο το αδυσωπήτως πάντοτε προβαλλόμενον παπικόν «πρωτείον». Η στάσις του ιερού Φωτίου έναντι των αξιώσεων του Πάπα είχεν ελαττώσει οπωσδήποτε την έννοιαν του «πρωτείου» εν Κωνσταντινουπόλει· και αυτό ήτο «δύσπεπτον» δια τον φιλόδοξον Πάπαν, ο οποίος ήθελε να εφαρμόση εν τη Ελληνική Ορθοδόξω Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως τας ψευδοισιδωρείους διατάξεις, αι οποίαι εθεμελίωναν τόσον τας πολιτικάς όσον και τας εκκλησιαστικάς διεκδικήσεις του παπικού θρόνου (Βλ. Φειδά, Εκκλ. Ιστ., σελ. 318).

Ο περί κοσμοκρατορίας αγών ήρχισεν από του Πάπα Νικολάου του Α΄ (858-867), ο οποίος κατά τους συγχρόνους του «ολοκλήρου του κόσμου αυτοκράτορα εαυτόν έποίει» (βλ. Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 345). Αυτό ητο το πνεύμα του εκάστοτε Πάπα, δια τούτο πάσα ενέργεια αυτού και πράξις έπρεπε να εξητάζετο καλώς, δια να ανεφαίνετο ο εγκρυπτόμενος σκοπός. Ο Πάπας π.χ. με το να μη αναγνωρίση τον Φώτιον ως Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κατεπάτει την εκκλησιαστικην ελευθερίαν, συμφώνως προς την οποίαν μία πράξις έκκλησιαστική της μιας Εκκλησίας έπρεπε να εγίνετο δεκτή υπό της άλλης. Αυτό το ετόνισεν ο Φώτιος εις τον Πάπαν Νικόλαον Α' («Η των ειρημένων ετερότης και παραλλαγή την ενοειδή χάριν του Πνεύματος ου διεκώλυεν», κεφ. 6, εκδ. Βαλέττα, σελ. 157), διότι ο σοφός Πατριάρχης ήξερεν ότι ουδέν προερχόμενον εκ της παπικής Εκκλησίας έπρεπε να διήρχετο απαρατήρητον και να εθεωρείτο επουσιώδες· το δυνατόν να θεωρηθή κάτι επουσιώδες δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, δια την παπικήν ήτο ουσιώδες, καθότι εν αυτώ έκρύπτετο η παπική αντίληψις περί αναμίξεως εις τα πράγματα της Κωνσταντινουπόλεως (βλ. Β. Στεφανίδου μν εργ., σελ. 350).

Η «αθρόον» χειροτονία και η εις Πατριάρχην ανάδειξις του Φωτίου εκαυτηριάσθη σφοδρώς υπό του Πάπα· ποιός αμφιβάλλει ότι ενταύθα υπάρχει απροκάλυπτος έλεγχος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως εις το θέμα της εισόδου λαϊκών εις τον ιερόν κλήρον; ’ λλωστε, το γεγονός και μόνον ότι ο Πάπας επεκαλέσθη τον 10 ον κανόνα της Σαρδικής και τα παπικά Δεκρετάλια, τα οποία ήσαν άγνωστα εις την Κωνσταντινούπολιν (Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 349 και Βλ. Φειδά, Έκκλ. Ίστ., σελ. 319), δεικνύει το ηγεμονευτικόν πνεύμα τοΰ Πάπα.

Αλλά και η σύνοδος του Λατερανού του 863 αναδύει το αυτό πνεύμα του Πάπα. Είναι γνωστόν ότι εν αυτή τη Συνόδω ο Πάπας προέβη εις καθαίρεσιν όχι μόνον των ιδικών του επισκόπων (εκ των οποίων του μεν Ζαχαρίου αμέσως, του δε Ροδοάλδου, απουσιάζοντος τότε, μετά εν έτος) αλλά και του Φωτίου. Η πράξις του δ' αυτή δεν εσταμάτησεν εκεΐ, αλλά ηπείλησε τον Φώτιον ότι, αν δεν συνεμορφούτο προς την άπόφασίν του, θα ήτο εφ' όρου ζωής αναθεματισμένος «και μετά των οπαδών αυτού μέχρι της επιθανατίου κλίνης αφωρισμένος» (Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 351). Καθήρεσε, βεβαίως, και τον επίσκοπον Συρακουσών Γρηγόριον Ασβεστάν.

Η απάντησις του αυτοκράτορος Μιχαήλ Γ' ήτο ταχεία και ελεγκτική δια την απροκάλυπτον ανάμιξιν του Πάπα εις τας υποθέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και η ανταπάντησις του Πάπα έδειξε το αμετακίνητον αυτού εις τας αξιώσεις του περί επιβολής των παπικών προνομίων εις τα της Κωνσταντινουπόλεως.

Εις την εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδον του 869, οι παραστάντες επίσκοποι της παπικής Εκκλησίας έφερον «μεθ' εαυτών παπικόν λίβελλον, τον οποίον ώφειλον να δεχθώσιν, ειδικώτερον οι μετανοοΰντες οπαδοί του Φωτίου, γενικώτερον ολόκληρος η ανατολική Εκκλησία. Ο λίβελλος περιείχεν αποδοχήν εν γένει των αποφάσεων του Ρώμης, ως έχοντος το πρωτείον, ιδιαιτέρως αποδοχήν της καταδίκης του Φωτίου (καθαιρέσεως και αναθεματισμού) και των πιστών οπαδών αυτού (προέκτασις δηλ. του πρωτείου και εις τον πιστόν λαόν), αποκήρυξιν δε της καταδίκης του Κωνσταντινουπόλεως Ιγνατίου και του Ρώμης Νικολάου», ο όποιος ειχεν άποθάνει (Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 356)

Εις την σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως του 879, ότε αποκαθίστατο και πάλιν ο Φώτιος (= ο Ιγνάτιος είχεν εκδημήσει το 877 ή 878), οι απεσταλμένοιτου Πάπα εκόμιζον έπιστολάς. Το ουσιώδες ένταΰθα είναι ότι εν αυταίς φαίνεται σαφώς ο ηγεμονικός χαρακτήρ της Δυτικής Εκκλησίας, καθότι κατά την παπικήν αντίληψιν ο Πάπας «έλυε το ζήτημα της αποκαταστάσεως του Φωτίου συμφώνως προς τας παπικάς αξιώσεις. Δυνάμει, δηλονότι, του υπό του Χριστού δια του απ. Πέτρου δοθέντος αυτώ δικαιώματος απήλλαττε πάσης καταδίκης τον Φώτιον με όλους τους καταδικασθέντας επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους και λαϊκούς. Επομένως οι υπό του Φωτίου χειροτονηθέντες αποκαθίσταντο εις τον βαθμόν αυτών, άνευ νέας χειροτονίας. Εδέχετο τον Φώτιον ως Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως» (Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 361). Εμφανής λοιπόν και σαφής κηδεμονία περί τα εκκλησιαστικά ζητήματα της Ανατολής.

Οι αδελφοί Κωνσταντίνος-Κύριλλος και Μεθόδιος γίνονται με πρωτοβουλίαν του αυτοκράτορος Μιχαήλ Γ' και του Πατριάρχου Φωτίου οι φωτισταί των Σλαΰων. Και αυτήν την ενέργειαν του Οικουμενικού θρόνου ήλεγξεν η παπική φιλοδοξία δια της κλήσεως εις απολογίαν των μνημονευθέντων αδελφών, αφ' ενός μεν περί του επιτελεσθέντος εν Μοραβία ιεραποστολικού έργου, αφ' ετέρου δε περί της χρήσεως της σλαυικής γλώσσης εις την λατρείαν, πράγμα αδιανόητον δια τους παπικούς, οι οποίοι εθεώρουν λειτουργικάς (ίεράς) γλώσσας την ελληνικήν, την εβραϊκήν και την λατινικήν (βλ. X. Βάντσου..., σελ. 83). Ήτο λοιπόν σαφέστατον ότι δια της επεμβάσεως του Ρώμης εις την βουλγαρικήν Εκκλησίαν, το παπικόν πρωτείον εξήρχετο πλέον της θεωρητικής και αορίστου μορφής, την οποίαν μέχρι τότε διετήρει, και ελάμβανε «πρακτικήν και ωρισμένην μορφήν, επικίνδυνον δια την ανεξαρτησίαν της ανατο λικής Εκκλησίας» (Β. Στεφανίδου, μν. εργ., σελ. 354).

Η φιλόδοξος αναζήτησις επιβολής της παπικής κηδεμονίας επί της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως φαίνεται και από την τακτικήν της εις την εγγραφήν των αγίων εις τα αγιολόγια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αναφέρομεν χαρακτηριστικώς το παράδειγμα της «αγιοποιήσεως» υπό της Δύσεως του Πατριάρχου Ιγνατίου. 'Ισως αυτή καθ' εαυτήν η «αγιοποίησις» να μη ενδιέφερεν ημάς σήμερον λαμβάνει όμως ιδιαιτέραν σημασίαν, εάν τονίσωμεν ότι οι παπικοί ουδεμίαν αναφοράν κάμνουν εις το όνομα του ιερού Φωτίου και εις τας σχέσεις του με τον Ιγνάτιον αντιθέτως, αναφέρουν τας διώξεις τας οποίας υπέστη ο Ιγνάτιος εκ μέρους του Βάρδα, επειδή ήλεγχε την ανήθικον ζωήν του (Θ. Δετοράκη, Βυζάντιον..., σελ. 95). Δεν ηξεύρω, εάν δι' αυτής της ενεργείας επίστευον οι παπικοί ότι η διένεξις Φωτίου και Ιγνατίου έπαυε να έχη εκκλησιαστικόν χαρακτήρα και παρέμενε μόνον εις τον πολιτικόν τοιούτον.

Βεβαίως, η πονηριά των παπικών εξαπλούται και εις την αναγνώρισιν ως αγίων των μεγάλων ιεραποστόλων των Σλαύων, των Θεσσαλονικέων αδελφών Κωνσταντίνου-Κυρίλλου και Μεθοδίου. Ενώ δηλαδή η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είχε την πρωτοβουλίαν της ιστορικής εκείνης ιεραποστολής, εβράδυνε την «αγιοποίησιν». Οι αδελφοί ούτοι είναι καταγεγραμμένοι ως άγιοι μόλις εις τον 14ον αιώνα και μάλιστα με απλήν μνείαν χωρίς συναξάριον. Διαβάζομεν χαρακτηριστικούς εις το αγιολόγιον της 11ης Μαΐου «Μνήμη των εν αγίοις Πατέρων ημών Κυρίλλου (Ι 869) και Μεθοδίου (ι 885) των εκ Θεσσαλονίκης ισαποστόλων, φωτιστών των Σλάβων». Αντιθέτως προς αυτήν την αργοπορίαν, εις την Δυτικήν Εκκλησίαν ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος του Βατικανού, ο γνωστός μεταφραστής βυζαντινών κειμένων, εις τα τέλη τοΰ 9ου αιώνος, κάμνει λόγον δια την αγιοποίησιν των αδελφών τούτων (βλ. Θ. Δετοράκη, Βυζάντιο..., σελ. 96).

Η θεολογική λοιπόν πολιτική της παπικής Εκκλησίας ήτο η προσπάθεια απροκάλυπτου επεμβάσεως εις τα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και επιβολής προνομίων ή δικαίων, προκυπτόντων από το παπικόν πρωτείον. Ήτο καθαρά προσπάθεια, αφ' ενός μεν αυτονομήσεως και απεξαρτήσεώς της εκ του Βυζαντίου, αφ' ετέρου δε υποδουλώσεως και διαλύσεως της Ελληνικής Όρθοδόξου Εκκλησίας, δσον και αν τούτο φαίνεται βαρύ εις την έννοιαν.

Εις αυτήν την προσπάθειαν μεγάλη ήτο η βοήθεια των Φράγκων Βασιλέων. Έντονος ήτο είσέτι καθ' όλον τον ένατον αιώνα η ισχύς των Καρολινείων Βίβλων, αι οποίαι είχον αρνητικά στοιχεία δια την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως τόσον εις το ζήτημα της τιμητικής προσκυνήσεως των ιερών εικόνων και εις την δήλωσιν της Ζ' Οικ. Συνόδου ότι ο Θεός συμβασιλεύει με τους βυζαντινούς αύτοκράτορας -ασχέτως αν ασμένως εδεχοντο ότι ο Θεος εξέλεξε τον Καρλομάγνον ως εκφραστήν της συνδέσεως δόξης και αληθείας-, όσον και εις το ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός (βλ. Βλ. Φειδά, Εκκλ. Ιστ., σελ. 140). Η αποδοκιμασία της φραγκοπαπικής κατολισθήσεως εκ μέρους του Παπα Λέοντος Γ΄ (795-816) δεν ήτο επαρκής να εκτρέψη τον εχθρικόν χείμαρρον της παπικής Εκκλησίας εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Η παπική Εκκλησία του Θ' αιώνος αρχίζει να απομακρύνεται σοβαρώς και επικινδύνως, όπως απέδειξεν άλλωστε η Ιστορία, από της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Παλαιάς Ρώμης τόσον εξ έπόψεως πολιτική, όσον και εκκλησιαστικής. Η επικράτησις των Φράγκων εις τον παπικόν θρόνον ήλλαξεν άρδην την παλαιάν έννοιαν της Εκκλησίας της Παλαιάς Ρώμης.

Είναι λοιπόν σαφές ότι ο αιών ούτος, ο ένατος, εξ επόψεως θεολογικής παρουσιάζει την Δύσιν να έχη κινητικότητά τινα- η αναπτυχθείσα όμως θεολογία ήτο τελείως αρνητική εξ επόψεως δογματικής, διότι όντως παρηννόησαν και διεστρέβλωσαν θεμελιώδεις δογματικάς αληθείας, όπως είναι π.χ. η τε αίδιος σχέσις Υίού και Πατρός εν τη Τριάδι και η εν χρόνω και κατ' ευδοκίαν ενανθρώπησις του Υιού και Λόγου του Θεού δια Πνεύματος Αγίου· όπως είναι η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός προς αποφυγήν της διαρχίας εν τη Τριάδι και όλων των συμπαρομαρτούντων όπως είναι το μυστήριον της θείας Εύχαριστίας, ένθα δεν παραδέχονται πραγματικήν παρουσίαν του Χριστού δια της μεταβολής του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα του Κυρίου. Και δεν εσώθη, βεβαίως, η κατάστασις, εάν εις θεολόγος διετύπωνε την θεωρίαν του, έτερος δε την απέρριπτε, διατυπώνων όμως άλλην ανορθόδοξον τοιαύτην. Μη λησμονώμεν ότι εις πολλάς περιπτώσεις οι δυτικοί θεολόγοι της περιόδου αύτής έγιναν, έκτός από την σχολαστικήν θεολογίαν, πρόδρομοι πολλών και σοβαρών αιρετικών δοξασιών και συμπερασμάτων. Αλλά και εξ επόψεως εκκλησιαστικής η παπική Εκκλησία έδειξε πρόσωπον όχι απλώς αρνητικόν αλλά και εχθρικόν. Μίαν και μοναδικήν διάθεσιν είχε: Το πως να καταφάγη την Όρθόδοξον Εκκλησίαν και πως να την εξαφανίση από προσώπου της γης. Φρονούμεν ότι δεν απέχομεν της αληθείας, εάν προς επίρρωσιν τούτων υπομνήσωμεν τας Σταυροφορίας, ιδιαιτέρως δε την Δ' Σταυροφορίαν. Ήτο η ενσάρκωσις ενός ονείρου.

Κατακλείομεν λοιπόν την εισαγωγήν ταύτην, επαναλαμβάνοντες ότι η παπική Εκκλησία έδειξε κατά τον Θ' αιώνα πρόσωπον αρνητικόν εις το πνεύμα της συνεργασίας των δύο Εκκλησιών με προεκτάσεις, αι οποία δυστυχώς ουδέ σήμερον έξέλιπον.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.