ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

Πίσω


Το 'Aγιο Πνεύμα στην Οικουμενική αναζήτηση

"Inter - communio" Ομολογιακή Πιστότης εντός της Οικουμενικής Κινήσεως

Ο Ελληνισμός στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου

Τρία κείμενα για μια απάντηση- Σκέψεις πάνω στον διάλογο της Ορθοδοξίας με τον έξω κόσμο

Θεολογικοί άξονες μιας γνήσιας λειτουργικής αναγέννησης

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Η τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων

Η Ιερωσύνη των γυναικών ως θεολογικό και οικουμενικό πρόβλημα

Χριστιανισμός και Ουτοπία

Η πέτρα του Αποστόλου Πέτρου

Συμβατική η γλώσσα της θεολογίας

Η Θεολογία και το συναίσθημα

Έρως Ορθοδοξίας

Ο Θεός στο χώρο των φυσικών επιστημών σήμερα

Θεός και σύγχρονη πραγματικότητα

Ο άνθρωπος κατά την Παλαιά Διαθήκη

Η γνώσις του Θεού κατά την Αγίαν Γραφήν

Η Μυστική Θεολογία

Η Εκκλησία ως χορηγός της σωτηρίας

Η «Πολιτεία του Θεού»

Aνθρωπος και Καίσαρ - Εξουσία

Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης

Το Παράδοξο του Κακού. Η Ηθική της Κόλασης και της Αντι -Κόλασης. Μετενσάρκωση και Μεταμόρφωση

Η σύμπτωση και η διάκριση των δύο αποκαλύψεων

Ο θάνατος του Θεού και η Ανάσταση του ανθρώπου

Μία σύντομη θεολογική θεώρηση της θεωρίας της Εξελίξεως

Το κακόν

Η Θρησκευτική κοινωνικοποίησις κατά τον M . Weber

Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής

Η εσχατολογία στην Ιουδαιοχριστιανική θεολογία

Το πρόβλημα της Θεοδικίας κατά την αρχαίαν ελληνικήν φιλοσοφίαν

Η πτώσις

Οι ανθρωπομορφίτες της αιγυπτιακής ερήμου

Αναψηλάφηση της δίκης του Ιησού και
της (αυτο)καταδίκης του Ιουδαϊκού λαού

"Inter - communio" Ομολογιακή Πιστότης εντός της Οικουμενικής Κινήσεως

George Florovsky, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας,
εκδ. 'Aρτος Ζωής, Αθήνα 1973, σελ. 211-220

Μτφρ. Αντώνης Κουμάντος

 

Τελευταία, έχει επικρατήσει η άποψις ότι επιτακτική ανάγκη του Οικουμενισμού είναι μια «θεολογία του μη ομαλού». Η χριστιανική θεολογία, με τη στενή έννοια, αναφέρεται βασικά στην «ανωμαλία», στην πιο ριζική δηλ. εκτροπή από το θείο νόμο της υπάρξεως, στην πτώσι και στην αμαρτία. Ακόμη και μέσα στο λυτρωμένο κόσμο αντιμετωπίζουμε μια τρομακτική σύγκρουση με την αμαρτία. Η αμαρτία έχει, πράγματι, συγχωρηθή και μια νέα ανθρωπότητα έχει ήδη εγκαινιασθή «ἐντῷ Δευτέρῳ καί διά τοῦ Δευτέρου Ἀδάμ». Η πατρική αγκαλιά του Θεού είναι ανοικτή πάλι εξ αγάπης στο μετανοούντα. Παρά ταύτα, η μετάνοια εξακολουθεί να παραμένη ένα έργο προς εκτέλεσι για τον άνθρωπο, και φαίνεται ότι είναι γεμάτη δυσκολίες για την ανθρώπινη αδυναμία. Ο «άσωτος υιός» επιστρέφει με βραδύ ρυθμό στο πατρικό σπίτι. Και γι' αυτό μέσα στη χριστιανική θεολογία βρισκόμαστε επανειλημμένως σε μια παράδοξη κατάστασι. Η χριστιανική διάσπασις, η ολοσχερής διάλυσις της χριστιανοσύνης, είναι μια αντινομία και ένα παράδοξο. Το ποίμνιο του Χριστού δεν έπρεπε να είναι διασπασμένο. Η θεολογική διανόησις αποτυγχάνει, απόλυτα, να κατανόηση το κατάντημα της διασπάσεως, που εδημιούργησε η ανθρώπινη απιστία και παρανόησις.

Η Οικουμενική Κίνησις, μια προσπάθεια υπερβάσεως του χάσματος του χριστιανικού σχίσματος, είναι, αναπόφευκτα, ένα παράδοξο τόλμημα. Ο τελικός σκοπός είναι, πράγματι, ο ενωμένος Χριστιανισμός. Η φύσις όμως και η έκτασις αυτής της ενότητος και ενώσεως, που αναμένεται, περιγράφεται και ερμηνεύεται διαφοροτρόπως από τους χριστιανούς, που έχουν διαφορετικό υπόβαθρο και διαφορετικές παραδόσεις. Η μέθοδος της επανενώσεως εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυσι, από την αντίληψι που επικρατεί για την υπάρχουσα διάσπασι. Αλλά οι αντιλήψεις αυτές διαφέρουν ουσιωδώς. Η θεραπεία εξαρτάται, πάντοτε, από τη διάγνωσι. Και στην περίπτωσί μας η διάγνωσις είναι, ακριβώς, εκείνη, που είναι αβέβαιη και αμφισβητούμενη. Αυτός είναι ο λόγος της ασυμφωνίας γύρω από τη μέθοδο θεραπείας. Πολλές λύσεις έχουν προταθή. Γενικά, είναι δυνατό να προσδιορίσουμε ένα σύνολο λύσεων, όπως «τη θεωρία του κοινού παρονομαστού », και μια άλλη, όπως «η αληθής Εκκλησία και οι κεχωρισμένοι ». Ας εξετάσουμε με τη σειρά αυτές τις λύσεις.

 

Κοινός Παρονομαστής

Η θεωρία του «κοινού παρονομαστού » φθάνει στην πράξι να είναι μία σύστασις για δράσι σαν να μην υπήρχε πραγματικό σχίσμα, ούτε αληθινή διάσπασις, αλλά μάλλον μια θλιβερή μόνο ασυνεννοησία, που θα μπορούσε να παραμερισθή με κάποια συμφωνία. Οι χριστιανοί χωρίζονται, παρ' όλες όμως τις θλιβερές αυτές διασπάσεις και διαιρέσεις, έχουν πολλά βασικά σημεία κοινά. Ενώνονται στην κοινή τους αποδοχή του αυτού Κυρίου. Θα ήταν, επίσης, δυνατό να προστεθή ότι, πρωταρχικά, είναι όλοι ενωμένοι στη λυτρωτική θέλησι και αγάπη Του. Ήλθε, ακριβώς, για να ζήτηση τα διασκορπισμένα, «το απολωλός πρόβατον ». Στην προοπτική αυτή των πραγμάτων φαίνεται λογικό να παραθεωρείται η ύπαρξις διενέξεων και διαφωνιών, και η πράξις να ρυθμίζεται κατά συνέπεια σαν όλοι οι χριστιανοί να ήταν, πράγματι, «εν». Όλες αυτές οι διαφωνίες δεν είναι απόλυτα ανθρώπινες, ανθρώπινες δηλ. παρανοήσεις, και η ενότητα δεν είναι ένα θείο δώρο, που ήδη έχει δοθή εν Χριστώ Ιησού, που είναι Κύριος «πάσης σαρκός»; Σ' αυτό, ακριβώς, το σημείο ανακύπτει το πρόβλημα αυτού που, συνήθως, ορίζεται ως «ανοικτή κοινωνία», και όπου τα στοιχεία σχίσματος παρουσιάζονται περισσότερο φανερά και οδυνηρά. Είναι αισχρό σκάνδαλο το γεγονός ότι εκείνοι, που προκηρύσσουν την κοινή τους πεπ'ίθησι στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού του ζώντος, και Σωτήρα του κόσμου, τη μόνη βέβαιη ελπίδα του παρελθόντος και του μέλλοντος, αδυνατούν ακόμη να μετάσχουν της κοινής Τραπέζης Του. Το χειρότερο είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα απ' αυτούς απορρίπτει τελείως κάτι τέτοιο. Οι πρωταγωνιστές μιας εύκολης λύσεως καταθλίβονται απ' ό,τι νομίζουν ότι είναι απλώς ένα πείσμα, έλλειψις αγάπης και αδελφικής κατανοήσεως. Θεωρούν μάλιστα ότι ολόκληρη η οικουμενική προσπάθεια εκτίθεται από αυτή την πεισματική στάσι.

Τώρα, από μία άλλη οπτική γωνία, δεν είναι η οικουμενική προσπάθεια, που καταστρέφεται μπροστά στην πρότασι μιας «ανοικτής κοινωνίας», άλλα μόνο μια ιδιαίτερη ερμηνεία της. Στην πραγματικότητα, η όλη θεωρία του κοινού παρονομαστού οδηγεί σε αδιέξοδο, εφ ' όσον αποτυγχάνει να παρουσίαση μια ομόφωνη πεποίθησι. Το γεγονός αυτό καθ' εαυτό δείχνει ότι, πιθανώς, το μέτρο της υπαρχούσης ενότητος ή συμφωνίας κάπως μεγαλοποιήθηκε και παρανοήθηκε. Πιστοποιεί ότι ο χωρισμός είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που παραδέχονται όσοι είναι έτοιμοι να συλλειτουργήσουν. Είναι, πράγματι, τρομακτικό το γεγονός ότι οι χριστιανοί δεν μπορούν να κοινωνήσουν από μία, την ίδια Αγία Τράπεζα. Αλλά αυτό είναι ακριβώς ό,τι έπρεπε να περιμένουμε. Διότι είναι, πράγματι, χωρισμένοι. Οι πολλές και διαφορετικές Ευχαριστιακές Λειτουργίες σε μια οικουμενική συγκέντρωσι αποτελούν την εμφανή προβολή του γεγονότος του σχίσματος. Και το σχίσμα δεν είναι δυνατό να ξεπερασθή απλώς με συμφωνίες ανθρωπίνου επιπέδου. Πρέπει να είναι κανείς πολύ δυνατός για να υποφέρη τον πόνο. Και όσοι αναγκάζονται από τη συνείδησί τους να απόσχουν της «ανοικτής κοινωνίας» δεν υποφέρουν λιγώτερο, αλλ ' ίσως πολύ περισσότερο από εκείνους που είναι έτοιμοι να συμπορευθούν.

 

Τα χαρακτηριστικά μιας Εκκλησίας

Πολλές φορές ακούμε να λένε ότι αυτήν την έμμονη άρνησι συμμετοχής στην Κοινή Τράπεζα εμπνέει μια υπερτονισμένη «ομολογιακή πιστότης » και η έλλειψις αληθινής οικουμενικής κατανοήσεως. Η φράσις βέβαια, «ομολογιακή πιστότης » είναι αμφιβόλου νοήματος και παραπλανητική. Κανείς, βέβαια, δεν θα εμπιστευόταν την πίστη του απλώς, σε κάποια εκκλησιαστική Ομολογία, ενώ διαφορετικά θα κατανοούσε και θα ερμήνευε την Εκκλησία. Όλες οι «ομολογίες» ταυτίζουν τον εαυτό τους με την Εκκλησία του Χριστού, το ίδιο οι «Προτεστάντες», όπως και οι «Καθολικοί». Έτσι στην παρούσα κατάστασι της χριστιανικής συγχύσεως και του χάους ο καθένας, απλώς, δεν μπορεί να ξεφύγη από μια κάποια διάκρισι μεταξύ «αληθούς» και «ψευδούς» Εκκλησίας. Δε είναι σωστό να προσποιούμεθα, ότι όλο το σφάλμα της αδιαλλαξίας βρίσκεται στη μια μόνο πλευρά. Ακόμη περισσότερο δεν είναι καθόλου επιτρεπτή η κατηγορία περί αδιαλλαξίας Γιατί, στην πραγματικότητα, η λέξις αυτή είναι ένα υποτιμητικό υποκατάστατο του όρου « πεποίθησις ». Πρέπει να αναγνωρίσουμε, με τόλμη και ταπείνωσι, ότι οι εσώτατες πεποιθήσεις μας διαφέρουν. Πέραν όμως τούτου, πρέπει ο ένας να σταθή δίπλα στον άλλο. Όλο το βαρύ έργο της οικουμενικής προσπάθειας συνίσταται, ακριβώς, στη μικρή αυτή λέξι «παρά ταύτα».

Οι «Προτεστάντες, βέβαια θα πρότειναν να γίνουν όλες οι ιστορικές Εκκλησίες Εκκλησίες «ἐν ἀληθείᾳ», και προς εκπλήρωσι αυτού του σκοπού να ακολουθήσουν ένα ακριβές σύστημα μεταρρυθμίσεως και καθάρσεως, περισσότερο ή λιγώτερο ταυτόσημο με τη Μεταρρύθμισι του 16ου και του 17ου αιώνος. Καταλήγουν, ξεκινώντας από την απόλυτη λογική της πίστεως τους, στην έντονη διακήρυξι ότι οι Εκκλησίες της Μεταρρυθμίσεως αντιπροσωπεύουν την αληθινή Εκκλησία και ότι, συνεπώς, καμμιά Εκκλησία δεν είναι αυθεντική, εκτός αν βρίσκεται στην πορεία της μεταρρυθμίσεως. Αμεταρρύθμιστη σημαίνει στη συνάφεια αυτή ψευδής.

Από την άλλη πλευρά κανένας «Καθολικός» δεν θα θεωρήση ποτέ την Καθολική Εκκλησία σαν μια ιδιαίτερη Ομολογία ανάμεσα σε πολλές άλλες. Θα ταυτίση την Εκκλησία του με την Εκκλησία του Χριστού. Ο ισχυρισμός πιθανόν να φανή αλαζονικός, και είναι δυνατό, εύκολα, να απορριφθή ως απόδειξις πνευματικού εγωισμού ή αδιάλλακτης υποκρισίας. Πρέπει, όμως, να γίνη αντιληπτό ότι ο «Καθολικός» άγεται στον ισχυρισμό αυτόν από την απόλυτη λογική της πίστεως του και των πεποιθήσεων του. Και - πάλι, πρέπει να κατανοηθή, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν θέτει εντελώς εκτός της Εκκλησίας όσους δεν ανήκουν στην ιστορική Καθολική Εκκλησία. Ακόμη και ο πιο αυστηρός «Καθολικός» θεωρεί όλους τους πιστούς Χριστιανούς σαν συγγενείς με κάποια έννοια που πρέπει να καθορισθή ή ακόμη, μπορεί να δέχεται ότι αυτοί ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού. Στον ισχυρισμό περί « καθολικότητος » δεν προκαθορίζεται η τελική εσχατολογική κρίσις του Θεού. Ο ισχυρισμός στηρίζεται μόνο επί ιστορικού επιπέδου, επί του επιπέδου δηλ. της χριστιανικής καθιερωμένης πράξεως. Η αληθινή συνιστώσα της Εκκλησίας είναι γνωστή μόνο στον Κύριο της Εκκλησίας, και κανείς «Καθολικός» δεν διετύπωσε ποτέ αμφιβολίες περί αυτού, ο δε Άγιος Αυγουστίνος έκαμε την τοποθέτησι αυτή πολύ ειλικρινά και πολύ έντονα.

Ίσως το ουσιαστικό σημείο να έγκειται εδώ: Υπήρξε η Μεταρρύθμισις ένα κέρδος, η μια απώλεια - ένα βήμα προόδου ή μια εκτροπή; Ο τρόπος, βέβαια, αυτός τοποθετήσεως του θέματος είναι σκληρός, συνεπώς και η ερώτησις και οι απαντήσεις πρέπει να προσδιορισθούν προσεκτικά (αυτό όμως το έργο είναι πέραν του σκοπού και της αρμοδιότητος της παρούσης εισηγήσεως). Είναι ίσως πολύ οδυνηρό για ένα «Προτεστάντη» να διαβάζη κάτι τέτοιο, αλλά είναι, επίσης, πράγματι πολύ οδυνηρό για ένα «Καθολικό» να γράφη κάτι τέτοιο. Αλλ ' αυτό που γράφεται δεν έχει σκοπό να προκαλέση πόνο ή να προσβάλη κάποιον. Οι πεποιθήσεις μας πρέπει να εκφράζωνται με παρρησία. Και είμαστε υποχρεωμένοι να μετέχουμε του κοινού πόνου, να υποφέρη ο ένας τα δεσμά του άλλου, και εξ αυτού να αποδεικνύουμε, έμπρακτα, την αμοιβαία μας εμπιστοσύνη και την αληθινή αδελφική μας στοργή. Και οι «Προτεστάντες» και οι «Καθολικοί» ενδιαφέρονται για τα διακριτικά γνωρίσματα της αληθούς Εκκλησίας. Η τραγωδία είναι ότι ορίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά κατά διαφορετικό ή, ακόμη, κατά αντίθετο τρόπο.

 

Ανοικτή Κοινωνία και Ιntercommunio

Υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αν ό,τι ονομάζεται «ανοικτή κοινωνία» είναι, πράγματι, ανοικτή στην κυριολεξία. Η περίπτωσις παρουσιάζεται μάλλον σκοτεινή. Υπάρχουν δύο δυνατές ερμηνείες. Είτε πρέπει να υπόθεση κανείς πως όλες οι δογματικές πεποιθήσεις επί του προκειμένου είναι άνευ σημασίας, και ότι η προς το Δόγμα συμμόρφωσις δεν πρέπει να θεωρείται ως όρος προσφοράς της Θείας Κοινωνίας· αλλά το συμπέρασμα αυτό είναι προφανώς ένα είδος δογματικής πεποιθήσεως, απαράδεκτης για πολλούς χριστιανούς. Είτε, και φαίνεται ότι περί αυτού πρόκειται, η «ανοικτή κοινωνία» είναι ανοικτή μόνο για όσους ικανοποιούν ωρισμένες απαιτήσεις ενός προφανώς δογματικού χαρακτήρος · αλλά μία τέτοια «ανοικτή» Θεία Ευχαριστία εξακολουθεί να είναι « περικεκλεισμένη δια φράκτου ». Και ουσιαστικά είναι χωρίς σημασία το γεγονός αν οποιοσδήποτε τύπος φράκτου σαφώς δηλώνεται η οιαδήποτε δήλωσις παραλείπεται, εφόσον στην πραγματικότητα υπάρχει ο φράκτης.

Και στις δύο πάντως περιπτώσεις η πραγματοποίησις της «ανοικτής» κοινωνίας δικαιώνεται από μια, ασφαλώς, ιδιαίτερη αντίληψι περί Θείας Κοινωνίας, που όμως δεν γίνεται αποδεκτή από όσους απορρίπτουν τη διομολογιακή κοινωνία. Η αντίθεσις μεταξύ «ανοικτής» και «ομολογιακής» κοινωνίας είναι εσφαλμένη. Μιλώντας για «ανοικτή» κοινωνία μιλάμε κατά κυριολεξία για μία ιδιαίτερη ομολογία, για ανθρώπους δηλ. μιας ειδικής πεποιθήσεως, ακόμη και αν αυτή η πεποίθησις είναι τόσο ευρεία ώστε να παραγνωρίζη όλες τις δογματικές διαφωνίες. Ένα αβάπτιστο μέλος του Στρατού της Σωτηρίας, συνήθως, θα γινόταν δεκτό σε κοινωνία, αν το επιθυμούσε, αν και έχη ξεκαθαρισθή το γεγονός ότι ένας Κουάκερος, που βρίσκεται στην ανάγκη της συνήθους ευχαριστιακής μετοχής, πρέπει να λάβη υπ' όψι του ότι η θέσις του είναι μάλλον εκτός της Κοινωνίας των Φίλων ( Κουακέρων ). Η πόρτα φαίνεται μισόκλειστη προς την κατεύθυνσι της αοριστίας και της αδιαφορίας.

Αλλά, βέβαια, όσοι διατηρούν μια «Καθολική» άποψι περί του Μυστηρίου δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν ενσυνείδητα, εφόσον η πίστις τους στο θυσιαστικό χαρακτήρα της Λειτουργίας θεωρείται από τους άλλους «παραφθορά» και ως«εσφαλμένο δόγμα» μαζί με πολλές άλλες αντιλήψεις τους, που χαρακτηρίζονται σαν δεισιδαιμονίες. Ο «Καθολικός», λοιπόν, ανακαλύπτει ότι αποκλείεται από την «ανοικτή» κοινωνία εξ αιτίας των όρων που τίθενται να την αποδεχθή και από την αίσθησι του εγκρυπτομένου μέσα στο τελούμενο νοήματος. Δεν είναι ορθό να μιλάμε για την πεισματική του δήθεν αντίδρασι. Η συμμετοχή του θα ήταν ταυτόχρονα και μια ανόητη προδοσία και καμουφλαρισμένη ανειλικρίνεια. Και σε τελευταία ανάλυσι δεν θα προήγε την οικουμενική κίνησι καθόλου. Μια αισθηματική χειρονομία αδυνατεί να λύση την αντίθεσι των βαθύτατων πεποιθήσεων. Η ενότητα αδελφικών αισθημάτων δεν είναι ακόμη και ενότητα πίστεως. Επιτρέπεται μέσα στην Εκκλησία να αισθανόμαστε ικανοποιημένοι από κάτι που είναι λιγώτερο από την ενότητα της πίστεως;

Γενικά υπάρχουν τρεις βασικές ενστάσεις, που συνιστούν ένα θεμελιακό εμπόδιο για μια κοινωνία οικουμενική, που θα περιλαμβάνη όλους, στη Θεία Κοινωνία. Πρώτον, απόλυτη διάστασις στη διδασκαλία περί μυστηρίων καθ' εαυτά - ίσως η αντίληψις περί μυστηριακής θυσίας είναι το βασικό σημείο διαχωρισμού. Δεν είναι δυνατό να ύπαρξη κοινωνία, γιατί δεν υπάρχει κοινή πίστις. Δεύτερον, και τούτο είναι το ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο όποιο η πρώτη ένστασις πρέπει να θεωρείται, υπάρχουν βαθύτερες διαφορές περί το δόγμα γενικά, αν και οι διαφορές αυτές, στις ημέρες μας τουλάχιστον, εμπήκαν μέσα και στις ιστορικές Ομολογίες. Και η Θεία Κοινωνία προϋποθέτει «μια καρδιά» όχι λιγώτερο απ' ό,τι ζητάει ένα νου. Τρίτον, και τούτο είναι, πιθανόν, το κρίσιμο σημείο, τουλάχιστον στο πρακτικό πεδίο, υπάρχει απόλυτη διαφωνία στο δόγμα της χριστιανικής ιερωσύνης. Ο «Καθολικός» δεν μπορεί να ξεχωρίση την τάξι από την πίστι · μια απόλυτα καθωρισμένη εκκλησιαστική τάξις είναι γι' αυτόν ένα θεμελιακό άρθρο της χριστιανικής πίστεως του ή του δόγματος του.

Το γεγονός τούτο τα τελευταία χρόνια έχει αναγνωρισθή εν μέρει, καθ' όσον πολλά σχήματα ενώσεως περιέλαβαν την αποκατάστασι του «ιστορικού θεσμού των επισκόπων». Η αποκατάστασις αυτή, βέβαια, ήταν στερημένη σημασίας (από «Καθολικής» σκοπιάς θεωρημένη), εφόσον αυτή η τάξις ήταν εντελώς εκτος της πίστεως ή του δόγματος. Για τους «Καθολικούς» η Θεία Κοινωνία από κοινού με όλους θα είναι δυνατή μόνο, όταν η ακεραιότητα της πίστεως και η αποδοχή της μυστηριακής δομής της Εκκλησίας γίνουν δεκτά από όλη τη χριστιανοσύνη. Δεν θάναι, λοιπόν, απλώς μια εκδήλωσις - προϊόν ανθρωπίνης συμφωνίας, χριστιανικής ευσπλαγχνίας και αμοιβαίας αναγνωρίσεως η Θεία Κοινωνία - η «Καθολική» πεποίθησις δεν θεωρεί ότι το Μυστήριο της Ευχαριστίας συνιστά ή υποσημαίνει ένα τέτοιο σκοπό - αλλά θα είναι η αληθινή αποκάλυψις της Αγίας Εκκλησίας του Θεού, σε όλη της τη δύναμι και τη δόξα. Όλη η οικουμενική κατάστασις, ασφαλώς, είναι περιπεπλεγμένη και ασαφής από το γεγονός ότι όσοι διεκδικούν για τον εαυτό τους το όνομα «Καθολικός», όχι απλώς, γενικώς και ασφαλώς, αλλά με πολύ συγκεκριμένη και ειδική ιστορική έννοια, είναι επίσης χωρισμένοι και δεν κοινωνούν μεταξύ τους. Και εδώ, ακριβώς, παρουσιάζεται ένα άλλο σοβαρό και οδυνηρό πρόβλημα, το της intercommunio. Η δυσκολία στην περίπτωσι έγκειται στο διάφορο, αν και όμοιο, του χαρακτήρος. Και πάλι, ότι απαιτείται για intercommunio είναι, προφανώς, η ενότητα της πίστεως και η ακεραιότητα της μυστηριακής δομής. Εάν τούτο δεν εξασφαλίζεται και δεν ομολογείται, κανένα βήμα δεν πρέπει να γίνεται. Η άσκησις περιπτωσιακής intercommunio ή ακόμη περιπτωσιακής «ανοικτής» κοινωνίας, από Εκκλησίες, που έχουν το θεσμό των επισκόπων, μόνο σύγχυσι μπορεί να φέρη. Αληθινή μεταξύ τους intercommunio μπορεί να είναι μια πράξις μόνο της ενωμένης και Καθολικής Εκκλησίας. Στην περίπτωσι κατά την οποία η μυστηριακή ακεραιότητα δύο Εκκλησιών, που δεν βρίσκονται σε κοινωνία, αναγνωρισθή αμοιβαία, η ενότητα της πίστεως πρέπει να αναγνωρισθή και να τονισθή δια συλλογικής πράξεως και όχι απ' τις προσωπικές πεποιθήσεις ωρισμένων ατόμων. Στην όλη προοπτική, λοιπόν, δεν υπάρχει θέμα ομολογιακής πιστότητος, αλλά μόνο θέμα της Καθολικής αληθείας.

 

Μία αδελφική Κοινωνία σε αναζήτησι

Η τραγωδία της χριστιανοσύνης είναι, ακριβώς, ότι η αλήθεια του Θεού κατανοείται ακόμη με διαφορετικούς τρόπους. Ό,τι θεωρείται ως ιερό ταμείο για ωρισμένους, είναι για άλλους αξιοθρήνητη δεισιδαιμονία. Ό,τι φαίνεται υψηλό στα μάτια των μεν είναι οπισθοδρομικό για τις πεποιθήσεις των άλλων. Και όμως, παρ ' όλα αυτά, όλοι οι χριστιανοί μέσα στην Οικουμενική Κίνησι, και πέραν των ορίων της, πρέπει να υποσχεθούν στους εαυτούς τους ότι θα παραμείνουν μαζί και θα ομολογήσουν μαζί την κοινή τους υποταγή στον αυτόν Κύριο. Τούτο, ασφαλώς, είναι παράδοξο. Αλλά, ακριβώς, το παράδοξο είναι, που προσδίδει αξία στην υπόσχεσι. Πρέπει να παραμείνουν μαζί, ακριβώς, επειδή είναι χωρισμένοι. Η υπόσχεσις έχει αξία, επειδή απαιτεί πόνο και έντασι. Πρόκειται να υποφέρουμε το σταυρό της υπομονής· ας δοξάσουμε το σταυρό αυτόν. Ο χριστιανικός μας πόνος είναι σημείο αναρρώσεως, αναρρώσεως που πρόκειται να έλθη απ' τον ίδιο τον Κύριο.

Η Οικουμενική Κίνησις είναι, πρωταρχικά, μια συναδέλφωσις που βρίσκεται στο δρόμο των αναζητήσεων. Είναι ένα τόλμημα ή μια περιπέτεια, και όχι ένα κατόρθωμα. Είναι δρόμος και όχι σκοπός. Και γι' αυτό η ανοικτή κοινωνία θα εξέθετε όλη την προσπάθεια. Γιατί, εσφαλμένα, θα παρουσίαζε τη χριστιανοσύνη ήδη ενωμένη. Αλλά, όλοι γνωρίζουμε, πολύ καλά, ότι δεν είναι. Η έντασις παραμένει, παρακινώντας μας να συνεχίσουμε. Για τούτο το λόγο, ακριβώς, έχουμε ακόμη μόνο την Οικουμενική Κίνησι και όχι την ενωμένη χριστιανοσύνη. Είναι αλήθεια ότι προσφάτως κάποιες απροσδόκητες συμφωνίες επετεύχθηκαν ακριβώς στην πορεία των κοινών αναζητήσεων. Ας μη αποκηρυχθούν με κάποια πρόωρη και άκριτη πράξι, στην οποία ωρισμένα μέλη εκ των συζητούντων δεν θα μετέσχον συνειδητά. Είναι μακρύς ακόμη και επικίνδυνος ο δρόμος μπροστά μας.

Ακούσθηκε πρόσφατα, ότι στον οικουμενικό διάλογο υπάρχει η κάποια τάσις να αναβάλλονται οι συμφωνίες, κι' όταν ακόμη είναι εφικτές. Μόλις μια συμφωνία σε μερικά ειδικά σημεία φαίνεται εύκολη και μάλλον αναγκαία, το θέμα εσκεμμένα αλλάζει και ένα άλλο πολύ αμφισβητήσιμο σημείο τίθεται για συζήτησι. Πιθανόν η διαπίστωσις αυτή να είναι υπερβολική. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι δεν εμπιστευόμαστε στον οικουμενικό διάλογο τις πιο καταναγκαστικές συμφωνίες μας. Φερόμαστε για μια ακόμη φορά με τον πιο παράδοξο τρόπο. Δυσπιστούμε ακόμη και με τους εαυτούς μας γιατί έχουμε μια βαθύτερη ενόρασι του μυστηρίου που συζητείται και είμαστε γνώστες της εσχάτης διαφωνίας μας, που αδυνατούμε ή και δειλιάζουμε και να αναφέρουμε ακόμη ή να περιγράψουμε.

Πιθανόν η αντίθετη τάσις είναι που επικρατεί περισσότερο. Είναι η τάσις να προσκαλή κανείς ή ακόμη και να εξαναγκάζη τους αντιπάλους του να σκεφθούν με κατηγορίες ασυνήθιστες ή ξένες σ' αυτούς. Ο «Προτεστάντης» θεολόγος θα γράψη τα βιβλία του και θα έκθεση τα στοιχειά του στη δική του ιδιαίτερη ιδιωματική γλώσσα, και πρωταρχικά μέσα στις δικές του δομές, περιμένει δε ο «Καθολικός» να παρακολούθηση το συλλογισμό του. Συνήθως θα τύχη παρεξηγήσεως, γιατί απλώς ο συνομιλητής του αποτυγχάνει καθ' ολοκληρίαν να παρακολούθηση τον ιδιάζοντα τρόπο της σκέψεως του. Ο «Καθολικός» από την άλλη πλευρά, συνήθως, θα ακολουθήση τον ίδιο δρόμο, και ο καθένας θα κατηγορή τον άλλο ότι τον παρενόησε και τον παρεξήγησε. Το λάθος, προφανώς, είναι και στις δύο πλευρές. Πρέπει να μάθουμε ο καθένας το ιδίωμα του αλλού, ή μάλλον πρέπει να δημιουργήσουμε μια κοινή οικουμενική θεολογική γλώσσα, και κατά το δυνατό να ξεμάθουμε τα ιδιαίτερα μας ιδιώματα. Πρόκειται για τεράστιο έργο, που δεν μπορούμε όμως να αποφύγουμε. Έχουμε την υποχρέωσι να ταυτιζόμαστε νοερά με όσους συνεταίρους δεν συμμερίζονται τις προσωπικές μας πεποιθήσεις, αν σκοπεύουμε να φθάσουμε κάπου. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να διατυπώσουμε τις «Καθολικές» πεποιθήσεις μας στην ιδιωματική γλώσσα των «Προτεσταντών», και ας τους προσκαλέσουμε να μας μιλήσουν στο δικό μας ιδίωμα. Ό,τι συχνά θεωρείται ομολογιακή πιστότης, είναι δυνατό να αποδειχθή μια ανεπαρκής διατύπωσις μιας από όλους αποδεκτής αλήθειας.

 

Η Αληθινή Εκκλησία

Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ώρισμένοι να ανακαλύψουν σ' αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι' αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα. Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία. Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια. Γι' αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Ἁγία...»).

Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν' αμφιβάλλω γι' αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα. Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.

Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι' όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ' αυτόν το σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ' όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος. Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τίποτ ' άλλο. Άλλα με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρώτ ' απ' όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αλήθειας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται. Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.