Ὁ οἰκουμενικός χαρακτήρας τῶν δύο Μειζόνων Συνόδων τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θ´αἰ. ἀπέναντι στό παπικό πρωτεῖο

Αδάμη Ευστράτιου, Δρ. Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

 

Κατά τήν ἱστορική περίοδο τοῦ Θ´ αἰῶνα, οἱ σχέσεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως εἰσέρχονται σέ μία κρίσιμη συγκυρία, κατά τήν ὁποία θεολογικά, κανονικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα συνδέονται ἄρρηκτα μέ τίς ἱστορικές καί τίς πολιτικές ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς. Στό πλαίσιο αὐτό, οἱ δύο Μείζονες Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 869/870 καί 879/880 ἀποτελοῦν δύο σημαντικά γεγονότα γιά τίς σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ ἀνέδειξαν διαφορετικούς τρόπους κατανοήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐθεντίας καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τό ζήτημα τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τους στό ἐπίκεντρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβληματισμοῦ τόσο γιά τήν Ἀνατολή, ὅσο καί γιά τή Δύση.

Πράγματι, κατά τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880, μέ τήν καταδίκη τῆς αὐθαίρετης προσθήκης τοῦ Filioque στό κοινό Σύμβολο τῆς πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, τήν κανονική ἀποκατάσταση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου (858-867, 877-886) στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας καί τήν πλήρη ἀνατροπή τῶν ὅσων εἶχαν ἀποφασισθεῖ σέ Συνόδους, οἱ ὁποῖες πραγματοποιήθηκαν ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν παπῶν Νικολάου Α΄ (858-867) καί Ἀδριανοῦ Β΄ (867-872), ἐκφράσθηκε ἔμπρακτα ἡ ἐκκλησιολογική συνείδηση τῶν πρεσβυγενῶν πατριαρχικῶν θρόνων τῆς Ἀνατολῆς ἀπέναντι στίς προκλητικές ἀξιώσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ἡ ἔμφατική ἄρνηση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου νά ἀποδεχθεῖ τήν θεωρία τοῦ παπικοῦ πρωτείου, καθώς καί ἡ ἀπαίτησή του πρός τόν πάπα Ρώμης Ἰωάννη Η΄ (872-882) γιά τήν ἠθική καί κανονική ἀποκατάστασή του ἀπό τήν ἄδικη ἔκπτωσή του ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο, ἀνέδειξαν μέ σαφήνεια τά ὅρια τῆς παπικῆς ἐπεκτατικότητας στήν Ἀνατολή. Παράλληλα, ἡ αὐτοκρατορική στήριξη, ἀπό τόν Βασίλειο Α´ Μακεδόνα (867-886), πρός τό πρόσωπο τοῦ πατριάρχη Φωτίου κατέστη φανερή καί ἐπιβεβαιώθηκε στόν καθοριστικό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καθ᾽ ὅσον ἀφορᾶ στόν ἔλεγχο τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων στή Βουλγαρία (1), γεγονός πού προσέδωσε στήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο βαρύνουσα θεσμική καί ἐκκλησιολογική σημασία.

Ὡστόσο, ἡ ἀκτινοβολία τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν ἐξελίξεων δέν περιορίσθηκε μόνο στίς σχέσεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά ἐκδηλώθηκε καί σέ πολιτικοστρατιωτικό ἐπίπεδο, γεγονός  πού κατέστη φανερό ἀπό τό ἐνδιαφέρον πού ἔδειξε ἡ Κωνσταντινούπολη γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς Ρώμης ἀπό τίς απειλές, τίς ὁποῖες δεχόταν ἀπό τούς Σαρακηνούς. Κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 879/880, ἀπεστάλη στήν Ἰταλία ὁ σπαθάριος Γρηγόριος, προκειμένου νά ἐκδιώξει τούς Σαρακηνούς, ἐπιχείρηση ἡ ὁποία ἐπαναλήφθηκε καί τό ἔτος 880. Τήν ἔμπρακτη αὐτή συνδρομή ἀναγνώρισε ὁ πάπας Ἰωάννης Η΄, ὁ ὁποῖος μέ ἐπιστολή του στίς 13 Αὐγούστου τοῦ 880, εὐχαρίστησε τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο Α΄ γιά τήν ἀποστολή τῶν βυζαντινῶν στρατευμάτων. Ἐντούτοις, στήν ἴδια ἐπιστολή, ὁ πάπας δέν παρέλειψε νά εὐχαριστήσει τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο Α΄, ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐπιστροφή τῆς Βουλγαρίας στή δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, γεγονός τό ὅμως ὁποῖο δέν εὐσταθούσε, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν παραχώρηση τῆς Μονῆς τῶν ἁγίων Σεργίου καί Βάκχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως στόν παπικό θρόνο, ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν ἀναγνώριση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου ὡς κανονικοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (2).

Στό πλαίσιο αὐτό, ἐντάσσεται καί ἡ ἐπιστολή τοῦ πάπα Ἰωάννη Η´ πρός τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φώτιο, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει, μέ ἰδιαίτερη μάλιστα σαφήνεια, τόσο τήν ἔνταση, ὅσο καί τίς ἀντιφάσεις τῆς ρωμαϊκῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς. Πράγματι, στήν ἐπιστολή αὐτή, ὁ πάπας Ἰωάννης Η΄ ἀποδοκίμαζε τόν ἱερό Φώτιο, ὑποστηρίζοντας ὅτι εἶχαν παραχαραχθεῖ τά ὅσα εἶχαν συμφωνηθεῖ μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν κατά τήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870, δίχως ὅμως νά γνωρίζει ποίος ἦταν ὑπεύθυνος γιά τήν ἀλλοίωση τῶν γραφομένων. Ὁ  πάπας καλούσε τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως νά ἐπιδείξει ταπείνωση καί νά ἐπικαλεσθεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, προβάλλοντας τήν ἀδελφική ἀγάπη μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἤτοι τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ὁδό ἐπιλύσεως τῶν ὑπαρχουσῶν διαφορῶν. Ἐπιπλέον, ὁ πάπας Ἰωάννης Η΄ διαβεβαίωνε τόν ἱερό Φώτιο, ὅτι θά ἦταν ἕνας εἰλικρινής φίλος καί ἀδελφός ἀπέναντί του, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅμως, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπό κοινοῦ μέ τήν αὐτοκρατορική διοίκηση, θά ἐπεδείκνυαν κατανόηση καί τόν ἀπαραίτητο σεβασμό πρός τίς ἀνάγκες τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας. Τελικῶς, ὁ πάπας ἐνέκρινε τά ὅσα εἶχαν ἀποφασισθεῖ στήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880, ἐπικαλούμενος τήν ελευθερία τῶν κινήσεων, πού εἶχαν οἱ ἀπεσταλμένοι του κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου (3).

Ὡστόσο, ἡ ἀξιολόγηση τῶν δύο Μειζόνων Συνόδων τοῦ Θ΄ αἰῶνα, ἤτοι τῶν ἐτῶν 869/870 καί 879/880, διαμορφώθηκε μέ βάση τίς ἐκκλησιολογικές ἀντιλήψεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ὡς πρός τό ἐρώτημα ποία ἀπό τίς δύο αὐτές Μείζονες Συνόδους ἔχει ὄντως οἰκουμενικό χαρακτήρα. Στό πλαίσιο αὐτό, ἐνδεικτική εἶναι ἡ δυσκολία τῶν ρωμαϊκῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων νά προσδώσουν μία σαφῆ καί καθιερωμένη ὀνομασία στήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870. Πράγματι, ὁ στενός συνεργάτης τοῦ πάπα Νικολάου Α´ Ἀναστάσιος Βιβλιοθηκάριος, προβληματίσθηκε ἀρκετά γιά τήν ἀπόδοση μίας ἀκριβοῦς ὀνομασίας γιά τήν Μείζονα αὐτή Σύνοδο, ἡ ὁποία θά περιέγραφε τόσο τίς ἐργασίες της, ὅσο καί τό ἐκκλησιαστικό της περιεχόμενο. Μάλιστα, ὁ μεταφραστής τῶν Πρακτικῶν της, μέ σκωπτικό ὕφος, ἐπισήμαινε τήν ἐπιτακτική ἀνάγκη νά δοθεῖ μία συγκεκριμένη ὀνομασία, ὥστε ἡ Σύνοδος νά μήν ὁμοιάζει μέ ὁρισμένα εἴδη ἰχθύων τοῦ βυθοῦ, τά ὀνόματα τῶν ὁποίων εἶναι ἄγνωστα στούς ἀνθρώπους (4). Στό ἴδιο πλαίσιο, ὁ πάπας Ἰωάννης Η΄ χαρακτήριζε τήν Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870 ὡς μία «σεβαστή Σύνοδο», ἡ ὁποία συγκλήθηκε ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ πάπα Ἀδριανού Β΄ στήν Κωνσταντινούπολη καί ἡ ὁποία προέβη στήν ἐπίλυση δογματικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν (5), καίτοι βεβαίως μεταγενέστερα ὁ ίδιος ἀκύρωσε τίς ἀποφάσεις της.

Εἶναι ὅμως σαφές, ὅτι πρίν ἀπό τήν ἄνοδο τοῦ πάπα Ἰωάννη Η΄ στόν παπικό θρόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, οἱ ἱεράρχες τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζονταν πρόθυμοι νά ἀναγνωρίσουν, ὅπως ἄλλωστε καί ἔπραξαν, τήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870 ὡς «Ὀγδόη Οἰκουμενική». Τό γεγονός αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο Reims Hincmar, ὁ οποίος στό ἔργο του Χρονικά τοῦ Ἁγίου Βερτίνου, μνημονεύει ὅτι ὁ πάπας Ἀδριανός Β΄ ὅρισε τήν ἀποστολή μίας ἀντιπροσωπίας στήν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου τά μέλη της νά συμμετάσχουν σέ Σύνοδο, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ρητῶς ὡς «Ὀγδόη Οἰκουμενική» καί ἀποσκοποῦσε τόσο στόν ἀναθεματισμό τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, ὅσο καί στήν ἐπάνοδο τοῦ Ἰγνατίου στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (6). Μάλιστα, καίτοι προσωπικῶς ἀμφισβητοῦσε τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) περί τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἤτοι τῶν ἀποφάσεων πού ἐπικύρωσε καί ἡ Μείζων Σύνοδος τῶν ἐτῶν 869/870, ὁ Hincmar προώθησε τήν ἀναγνώριση τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου ὡς «Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς», δίχως νά ἀμφισβητήσει τό κύρος τῶν ἀποφάσεών της (7).

Ἔτσι, ἡ μεταγενέστερη ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, κατά τόν Ι΄ αἰῶνα καί ἐπί τῆς παποσύνης τοῦ Μαρίνου Β΄ (942-946), συνέβαλε καθοριστικά στήν διαμόρφωση τῆς δυτικῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως, ὡς πρός τόν οἰκουμενικό χαρακτήρα τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870. Ἐντούτοις, ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ, ὅτι ἡ παπόφιλη Μείζων Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως (869/870) ἔλαβε οἰκουμενική ἀναγνώριση μόλις ἀπό τόν ΙΒ΄ αἰῶνα (8), ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἤδη ἀπό τά τέλη τοῦ Θ΄ αἰῶνα, ἤτοι μετά τό ἔτος 880, καί ἕως τό πρώτο ἥμισυ τοῦ ΙΑ΄ αἰῶνα ἀναγνώριζε ἐπισήμως μόνον ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, καίτοι ἡ Φραγκική Ἐκκλησία δέν ἀναγνώριζε τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (787), τήν ὁποία μάλιστα χαρακτήριζε ὡς «Ψευδο-Σύνοδο» (9). Τό γεγονός αὐτό ἐπιβεβαιώνεται, ἀφ᾽ ἑνός μέν ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ πάπα Λέοντα Θ´ (1049-1054) πρός τόν πατριάρχη Ἀντιοχείας Πέτρο Γ´ (1051-1053) (10), ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀπό τό περίφημο πιττάκιο τοῦ ἀναθέματος τοῦ καρδιναλίου Οὐμβέρτου, τό ὁποῖο ἐναπετέθη ἐπί τῆς ἁγίας Τραπέζης τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως καί στό ὁποῖο μνημονεύονταν ἀποκλειστικῶς οἱ Πατέρες τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων (11). Άλλωστε, τόσο ὁ πάπας Μαρίνος Β΄ (942-946), τό ἔτος 945, ἀπειλώντας μέ ἀφορισμό τόν ἐπίσκοπο τῆς Καπούης, ἐπικαλέσθηκε τήν αὐθεντία τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων (12), ὅσο καί ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ πάπα Νικολάου Β΄, Πέτρος Νταμιάνι, τό ἔτος 1059, ἀπαίτησε ἀπό τόν ἱερό κλῆρο τοῦ Μιλάνου Ὁμολογία πίστεως στίς ἑπτά «ἱερώτατες εὐαγγελικές» Οἰκουμενικές Συνόδους (13).

Βεβαίως, τά δεδομένα αὐτά ἀναδεικνύουν ἕνα ἐμφανές παράδοξο, ἤτοι μία ἐσωτερική ἀντίφαση στούς κόλπους τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ συνειδητή ἤ καί πρακτική ἀνάδειξη τῆς οἰκουμενικότητας τῆς παπόφιλης Μείζονος Σύνοδος τῶν ἐτῶν 869/870 ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση τόσο ἀπό τήν ἐπίσημη ἀποκήρυξή της ἀπό τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (879/880), στήν ὁποία συμμετεῖχαν ἀντιπρόσωποι καί τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἀπό τήν ἀκύρωση τῶν ἀποφάσεών της, μέ τήν ἔγγραφη μάλιστα ἐπιβεβαίωση τοῦ πάπα Ἰωάννη Η´. Τό γεγονός αὐτό καταδεικνύει, ὅτι ἕως τά τέλη τοῦ ΙΑ΄ αἰῶνα ἤ ἀκόμη καί μέχρι τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ ΙΒ΄ αἰῶνα, ἡ ρωμαϊκή Ἐκκλησία ἐξακολουθοῦσε νά ἀναγνωρίζει τόν οἰκουμενικό χαρακτήρα τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου (879/880), ἀποδεχόμενη τήν ἀκυρωτική ἀπόφαση τῆς παπόφιλης Συνόδου ἀπό τόν πάπα Ἰωάννη Η΄, θέση τήν ὁποία ὑποστηρίζει ἔμμεσα καί ὁ διακεκριμένος Ρωμαιοκαθολικός βυζαντινολόγος Francis Dvornik (14).

Ὡστόσο, ἡ οἰκουμενικότητα πού ἀπέδιδε ἡ Δύση στήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο ἕως καί τόν ΙΒ΄ αἰῶνα, μαρτυρεῖ ἐπίσης τήν ὕπαρξη μιᾶς παρατεταμένης περιόδου σχετικῆς θεσμικῆς ἰσορροπίας καί ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τήν Ἀνατολή, κατά τήν ὁποία ἡ ρωμαϊκή Ἐκκλησία ἐξακολουθοῦσε νά ἀναγνωρίζει, τουλάχιστον κατ΄ ἀρχήν, τήν ἀναγκαιότητα διατηρήσεως ἑνός πνεύματος ἑνότητος μέ τά πρεσβυγενῆ πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ μεταγενέστερη, ὅμως, ἀποκλειστική προβολή τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870, συνδέεται ὀργανικά μέ τήν βαθύτερη ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἀφ’ ἑνός μέν νά θεμελιώσει ἀναδρομικά τήν ἐνισχυμένη ἐκκλησιολογική της αὐτοσυνειδησία, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἑδραιώσει ἱστορικά τήν θεολογική βάση τῆς ἐξελισσόμενης ἀντιλήψεως περί τοῦ παπικοῦ πρωτείου.

Καθίσταται λοιπόν προφανές, ὅτι ἡ μεταβολή τῆς ἀποδοχῆς τῶν δύο αὐτῶν σημαντικῶν Μειζόνων Συνόδων τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀντανακλᾶ βαθύτερα τήν ἐξέλιξη τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων Ἀνατολῆς καί Δύσεως, παράλληλα δέ, σηματοδοτεί καί τήν ἱστορική μετάβαση ἀπό μία περίοδο συνδιαλλαγῆς καί ἀμοιβαίας ἐκκλησιαστικῆς ἀναγνωρίσεως, σέ μία νέα φάση, κατά τήν ὁποία διαμορφώνονται σαφώς διακεκριμένες ἐκκλησιολογικές ταυτότητες. Ἄλλωστε, ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ Pélopidas Stephanou, οἱ δύο Σύνοδοι τοῦ Θ´ αἰῶνα δέν προβάλλουν «μία ἐκκλησιολογία ριζικῶς διαφορετική», ἀλλά μᾶλλον ἀντανακλοῦν «δύο θεσμικές ἐκφράσεις ἐμπνευσμένες ἀπό διαφορετικά πνεύματα και προϋποθέσεις» (15), παρατήρηση πού καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ διαφοροποίηση δέν ἑδράζεται στήν οὐσία τῆς πίστεως, ἀλλά στόν τρόπο, μέ τόν ὁποίο κάθε Ἐκκλησία βιώνει, ἀντιλαμβάνεται καί ἑρμηνεύει τήν αὐθεντία, τήν συνοδικότητα καί τήν ἑνότητα τῆς ἀληθείας.

Βεβαίως, τό γεγονός αὐτό δέν ἀποτελεῖ ἁπλώς ἕνα ἱστοριογραφικό ζήτημα, ἀλλά βασικό καί θεμελιώδες στοιχεῖο γιά τήν κατανόηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἐξελίξεως στή Λατινική Δύση. Στό πλαίσιο τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, ἡ ἐκκλησιαστική μεταρύθμιση πού ἐκδηλώθηκε στή Δύση, σέ συνδυασμό μάλιστα μέ τήν ἔξαρση τοῦ παπικοῦ πρωτείου κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ ΙΑ΄ αἰῶνα, ὥθησε πολλούς Λατίνους κανονολόγους, ἀκόμη δέ καί πάπες, ἀπό τόν ΙΒ΄ ἕως τόν ΙΕ΄ αἰῶνα, στήν εὐρεία καί συστηματική χρήση κυρίως τῶν κανόνων 21, 22 καί 23 τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου, καταλήγοντας ἔτσι νά ἀποδεχθοῦν ἤ ἀκόμη καί νά προωθήσουν μέσα ἀπό τά συγγράμματά τους τήν οἰκουμενικότητα τῆς Μείζονος αὐτῆς Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870 (16).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073-1085),  ὁ ὁποῖος σέ ἐπιστολή του στόν λεγάτο του, Hugh ἐπίσκοπο τῆς Ντίε, τήν 12η Μαΐου 1077, ἐπικαλεῖται τόν κανόνα 22 τῆς παπόφιλης Συνόδου, προκειμένου νά ἐπισημάνει τήν ποινή, πού ἐπιβάλει ὁ κανόνας αὐτός στούς λαϊκούς κρατικούς λειτουργούς, πού παρεμβαίνουν στίς ἐκλογές τῶν ἐπισκόπων (17). Προφανῶς, ὁ πάπας Γρηγόριος Ζ΄ κατέφυγε στή μνεία τοῦ κανόνα αὐτοῦ, προκειμένου νά ρυθμισθοῦν οἱ σχέσεις τοῦ κράτους μέ τήν Ἐκκλησία, προβάλλοντας ὅμως ἑμμέσως μέ τόν τρόπο αὐτό, τήν σαφῆ ἐπικράτηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἔναντι τοῦ κρατικοῦ παράγοντα (18).

Ἐπιπλέον, οἱ ἐπιφανεῖς κανονολόγοι Ἄνσελμος ἐπίσκοπος Λούκα, μετέπειτα πάπας Ἀλέξανδρος Β΄ (1061-1073) (19), Deusdedit (ΙΑ΄ αἰ.) (20) καί Μπονίζο ἐπίσκοπος Σούτρης (1045-1095) (21) ἀναγνώριζαν ἐπίσης ρητῶς τήν οἰκουμενικότητα τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου, ἐνῶ ὁ ἐπίσκοπος Σαρτρ Ύβ (1004-1115) (22), στό Διάταγμά του, μολονότι παραθέτει ἀποσπάσματα πού ἀκυρώνουν τήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο, γιά νά ὑπογραμμίσει τήν ἐξουσία τοῦ πάπα νά ἀναιρεῖ ὁποιαδήποτε συνοδική ἀπόφαση, ἐντούτοις εἰσάγει καί τήν Ὁμολογία πίστεως τῶν Ρωμαίων παπῶν, πού ἀναγνωρίζει τήν οἰκουμενικότητα τῆς Συνόδου.

Στό πλαίσιο αὐτό, ἰδιαίτερα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε τό περίφημο Διάταγμα του Γρατιανοῦ  (Decretum Gratiani)(23), τό ὁποῖο μάλιστα ἀποτέλεσε καί τή βάση γιά τό Κανονικό Δίκαιο τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Στό Διάταγμα αὐτό, ὁ διαπρεπής νομοδιδάσκαλος Γρατιανός (ΙΒ΄ αιώνας) συμπεριέλαβε, ἐκτός ἀπό τούς θεσπισθέντες ἀπό τίς Οἰκουμενικές καί Τοπικές Συνόδους ἱερούς Κανόνες, καί πλαστά παπικά δεκρετάλια ἤ νόθα κείμενα, πού προέβαλλαν τό παπικό πρωτεῖο, ὅπως λ.χ. ἡ ψευδο-Κωνσταντίνεια Δωρεά, οἱ ψευδο-Ἰσιδώρειες Διατάξεις κ.ἄ (24). Στό ἴδιο ἔργο περιλαμβανόταν ἐπίσης καί Ὁμολογία πίστεως, πού ἡ αὐθεντικότητά της ὑπῆρξε κοινῆς παραδοχῆς, καί κατέστη τό βασικό ἐπιχείρημα τῶν περισσοτέρων θεολόγων τῆς Δύσεως γιά τήν οἰκουμενική ἀναγνώριση τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου, ἤτοι ὡς «Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς» γιά τήν Δυτική Ἐκκλησία (25).

Ἐπιπλέον, στήν ἴδια κατεύθυνση κινοῦνται καί ὁρισμένες χρονογραφικές μαρτυρίες. Πράγματι, ὁ χρονογράφος Hugo II Flavigny, ἔχοντας μάλιστα σαφῆ πρόθεση νά ἐξυπηρετηθεῖ ὁ θρόνος τῆς Ρώμης, διατυπώνει τήν πληροφορία ὅτι ἡ Ὀγδόη Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τά ἔτη 869/870, κατόπιν πρωτοβουλίας τοῦ πάπα Νικολάου Α΄, καί στήν ὁποία ἦταν παρόντες καί οἱ πέντε πατριάρχες, πληροφορία ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται βεβαίως ὡς ἀνακριβής (26). Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ χρονογράφος Ivo von Chartres, τό ἔτος 1054, ἀντλεῖ ἀποσπάσματα ἀπό τίς ἐπιστολές καί ἀπό τό περίφημο Commonitorium τοῦ πάπα Ἰωάννη Η΄, στά ὁποῖα ὁ ποντίφικας προβαίνει στήν ἀκύρωση τῆς Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870. Ὡστόσο, προκειμένου νά προβληθεῖ ἡ προτίμηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης πρός τήν ἐν λόγῳ Σύνοδο, καθώς καί ἡ προκλητική ἐπιθυμία της νά ἐκλαμβάνεται ὡς «Ὀγδόη Οἰκουμενική», ὁ χρονογράφος συμπεριλαμβάνει καί τήν Ὁμολογία πίστεως (Decretum), στήν ὁποία γίνεται ρητή μνεία τῆς Μείζονος αὐτῆς Συνόδου (27).

Συνεπώς, ἡ ὑποστήριξη τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870 ἐμφανίζεται καί σέ μεταγενέστερους ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς τῆς Δύσεως, ὅπως λ.χ. ὁ μοναχός Πλακίδας τῆς Νονάντολα (1111-1112), ὁ ὁποῖος στό ἔργο του Liber de honere Ecclesiae (1111-1112), ἐπικαλεῖται τίς ἀποφάσεις τῆς παπόφιλης Συνόδου καί κυρίως τόν κανόνα 22 γιά νά ὑπερασπισθεῖ τόν πάπα Πασχάλη Β΄ (1099-1118) (28), καθώς καί ὁ Γκέροχ τῆς Ραΐχενσμπεργκ (Geroh of Reichersberg) (1093-1169), ὁ ὁποῖος στό ἔργο του Opusculum de aedificio Dei, ὑπερτονίζει ἐπίσης τόν κανόνα 22 τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου, ὡς ἰδιαίτερα σημαντικό γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ἱεραρχικῆς ἐξουσίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στίς παρεμβάσεις τῶν λαϊκῶν καί τῶν στρατιωτικών παραγόντων (29). Ἐκ τῶν ἀνωτέρω καθίσταται φανερό,  ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπέδωσε κατ᾽ ἀποκλειστικότητα γιά τήν ἴδια, οἰκουμενικό χαρακτήρα στή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870, θεωρώντας την ὡς δήθεν «Ὀγδόη Οἰκουμενική», διότι ἀκριβῶς τό παπικό πρωτεῖο εἶχε ἐξέλθει ἰδιαίτερα ἐνισχυμένο ἀπό τά ὅσα ἐκτυλίχθηκαν κατά τίς ἐργασίες τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου, καί ὁπωσδήποτε γιά τόν καρπό τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἱεροῦ Φωτίου ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο.

Καθ΄ ὅσον ἀφορᾶ στή θεώρηση τῶν τεσσάρων πρεσβυγενῶν ἀνατολικῶν πατριαρχείων διαπιστώνεται, ὅτι τήν οἰκουμενικότητα ἤ τόν οἰκουμενικό χαρακτήρα τῆς παπόφιλης Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870 ἀναγνώρισαν μόνον οἱ ἀδιάλλακτοι ὑποστηρικτές τοῦ ἐκθρονισθέντος, ἀπό τόν ἱερό Φώτιο, πατριάρχη Ἰγνατίου, ἤτοι οἱ τρεῖς ἀντιφωτιανοί ἐπίσκοποι Στυλιανός Νεοκαισαρείας (30), Νικήτας Παφλαγών (31) καί Μητροφάνης Σμύρνης (32), ὡς ἐπίσης καί ἡ μερίδα τῶν Ζηλωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τήν ἄμεση ἀναφορά τους στήν Μονή Στουδίου. Βεβαίως, ὑπάρχουν ἀκόμη σαφεῖς καί συγκλίνουσες ἐνδείξεις, σχετικά μέ τό γεγονός ὅτι στήν συνείδηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἡ παπόφιλη Μείζων Σύνοδος τῶν ἐτῶν 869/870 δέν δύναται νά προσμετρηθεῖ μεταξύ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀντιθέτως δε, δύναται νά προσμετρηθεῖ ἡ φωτιανή Μείζων Σύνοδος.

Πράγματι, ἐνδεικτική μαρτυρία, ἡ ὁποία ὅμως χρήζει προσεκτικῆς ἑρμηνείας,  ἀποτελεῖ τό γεγονός, ὅτι στά ἑλληνικά διασώθηκε μόνον ἕνα μικρό τμῆμα τῶν Πρακτικῶν τῆς παπόφιλης Μείζονος Σύνοδου, στό ὁποῖο αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς «Ἁγία Οἰκουμενική Ὀγδόη Σύνοδος» (33). Ὡστόσο, ἡ ἀποσπασματική αὐτή μαρτυρία, ἡ ὁποία εἶναι σαφῶς ἀπομονωμένη ἀπό τήν εὐρύτερη ἐκκλησιαστική παράδοση, δέν ἀποτέλεσε ἀφετηρία γιά τήν ἑδραίωση οἰκουμενικῆς συνειδήσεως περί τῆς Συνόδου τῶν ἐτῶν 869/870. Δεύτερη καί σαφέστερη ἔνδειξη παρέχει ὁ Συνεχιστής τοῦ Θεοφάνους, ὁ ὁποῖος περιγράφει τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο ὡς «κοινή Σύνοδο καί συνέλευση τῶν ἁπανταχόθεν ἀρχιερέων Θεοῦ», ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (787), ἀναθεμάτισε τούς αἰρετικούς εἰκονομάχους καί ἀποκατέστησε τόν ἱερό Φώτιο στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Βασιλεύουσας, ἐξασφαλίζοντας κατά τόν τρόπο αὐτό τήν «ἐνδεχομένην καί ταύτῃ γαλήνην τῇ οἰκείᾳ σπουδῇ καί προμηθεῖᾳ παρέσχετο» (34). Μία τρίτη ἔνδειξη ἐντοπίζεται στό Σύνταγμα εἰς ΙΔ΄ Τίτλους, τό ὁποῖο ἀγνοεῖ πλήρως τήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο, καίτοι ἐκδόθηκε μόλις τό 883, ἀλλ’ ὅμως χαρακτηρίζει τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο (861) καί τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο (879/880) ὡς «ἀδελφές» τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν προηγουμένων αἰώνων (35). Τέταρτη καί ἰδιαίτερης βαρύτητας ἔνδειξη προκύπτει ἀπό τίς Ὁμολογίες πίστεως τοῦ ἱεροῦ Φωτίου (36), τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου Α΄ Μυστικού (901-927) (37) καί τοῦ μητροπολίτη Κιέβου Ἰωάννου Β΄ (38).

Καθ΄ ὅσον ἀφορᾶ στούς δυτικούς συγγραφεῖς, ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ἡ τοποθέτηση τῶν ἀδελφῶν Hugo Etherianus καί Leo Tuskus, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ παπόφιλη Μείζων Σύνοδος τῶν ἐτῶν 869/870 θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς μία Τοπική Σύνοδος καί ὄχι βεβαίως ὡς Οἰκουμενική, διότι ἀκριβώς δέν τοποθετήθηκε καί δέν ἀποφάνθηκε περί οὐδενός δογματικοῦ ζητήματος (39). Ἀντιθέτως, οἱ τέσσερις πρεσβυγενεῖς πατριαρχικοί θρόνοι τῆς Ἀνατολῆς συνηγόρησαν προθύμως καί ἐξ ἀρχῆς ὑπέρ τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου τῶν ἐτῶν 879/880, ἀλλ’ ὅμως δέν τήν ἀναγνώρισαν ὡς Οἰκουμενική καί γι’ αὐτό δέν τήν κατέταξαν σέ αὐτές. Συγκεκριμένα, τόσο ὁ Βυζαντινός κανονολόγος Ματθαῖος Βλάσταρης (40), ὅσο καί ὁ νομομαθής Κωνσταντῖνος Ἀρμενόπουλος (41) προσέδωσαν τοπικό χαρακτήρα τόσο στήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο τοῦ 861, ὅσο καί στή φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (787),  ἀγνοώντας παράλληλα πλήρως τήν παπόφιλη Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 869/870 (42).

Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ οἰκουμενική αὐθεντία τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου ἀναγνωρίσθηκε ἤδη μάλιστα μετά τό πέρας τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀφοῦ μέσα ἀπό τήν μελέτη τῶν ἐκδοθέντων Πρακτικῶν, τοῦ δογματικοῦ Ὅρου της καί τῶν τριῶν θεσπισμένων ἱερῶν κανόνων της, διαφαίνεται σαφῶς ἡ ἔντονη πεποίθηση τῶν συμμετεχόντων Πατέρων τῆς Συνόδου, ὅτι συμμετείχαν σέ μία Σύνοδο οἰκουμενικοῦ κύρους (43). Ἄλλωστε, τό γεγονός τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνεται ἤ καί διαπιστώνεται ἐπίσης τόσο ἀπό τη μεταγενέστερη ἐκκλησιαστική γραμματεία, ὅσο καί ἀπό τούς λόγους σημαντικῶν ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων ἤ καί ἐγκρίτων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, ἀπό τόν Ι´ ἕως τόν ΙΕ´ αἰῶνα.

Ὑπό τό πρῖσμα αὐτό, τήν οἰκουμενικότητα τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου ἀναγνώρισε καί ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Εὐθύμιος Α΄ (907-912), ὁ ὁποῖος στήν σύντομη πραγματεία του περί Συνόδων παραθέτει τίς ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί τήν «Σύνοδον τῆς ἑνώσεως», ἐννοώντας σαφῶς τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880 (44). Ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας καί ἔγκριτος νομοκανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμῶν (ΙΒ΄ αἰ.), στήν ἑρμηνεία του στόν κανόνα 1 τῆς Συνόδου, χαρακτηρίζει ρητῶς τήν Σύνοδο αὐτή ὡς «Οἰκουμενική», ἀπό κοινοῦ μάλιστα μέ τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο τοῦ 861 (45). Ὁ μητροπολίτης Ρόδου Νεῖλος (46), στό ἔργο του Διήγησις συνοπτική περί τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων (47), ἀναφέρει περί τῆς Ὀγδόης Συνόδου, διατυπώνοντας χαρακτηριστικά: «Ἡ ἁγία καί οἰκουμενική αὕτη σύνοδος τῶν τριακοσίων ὁγδοήκοντα ἁγίων πατέρων…»  (48).

Ἐντούτοις, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης Βέκκος (1275-1282) χαρακτήριζε τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880 ὡς μία Μεγάλη καί σχεδόν Οἰκουμενική Σύνοδο, ἤτοι ἰσόκυρη μέ τίς ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, ἡ ὁποία θεράπευσε τό τραύμα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἱεροῦ Φωτίου καί παράλληλα καταδίκασε τίς αὐθαίρετες ἀντιλήψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, σχετικά μέ τό παπικό πρωτεῖο (49), καίτοι ὑπάρχουν δυτικές φωνές, πού ὑποστηρίζουν ὅτι τά Πρακτικά τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου τροποιήθηκαν στά τέλη τοῦ ΙΓ´ ἤ στίς ἀρχές τοῦ ΙΔ´ αἰῶνα, ἐπισημαίνοντας, ὅτι ὁ Ἰωάννης Βέκκος φέρεται νά γνώριζε μία διαφορετική ἐκδοχή τῶν Πρακτικῶν, σύμφωνα μέ την ὁποία ὁ ἱερός Φώτιος δήθεν ἀναθεμάτισε ὅσα εἶχε διατυπώσει ὁ ἴδιος κατά τῆς ρωμαϊκής Ἐκκλησίας (50).

Ἐπιπλέον, ὁ Συμεών ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1416-1419), στό ἔργο του Διάλογος περί αἰρέσεων καί συγκεκριμένα στό κεφάλαιο Κατά Λατίνων μνημονεύει ρητῶς τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο ως «Οικουμενική» (51). Ὁ ἀντιησυχαστής ἑνωτικός θεολόγος, μετέπειτα δέ καί δομηνικανός μοναχός Μανουήλ Καλέκας (1360-1414), στό έργο του Contra Graecorum errores ἐπισημαίνει, ὅτι πολλοί ἀποκαλοῦσαν τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο ὡς «Οἰκουμενική» (52). Στό πλαίσιο αὐτό, τήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880 ἀποδέχονται ἐπίσης ὡς «Ὀγδόη Οἰκουμενική» καί ἄλλες σημαίνουνες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅπως λ.χ. ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Σχολάριος (1454-1456) (53), ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Συμεών ὁ Τραπεζούντιος (1472-1475, 1482-1486) (54), ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Νεῖλος Καβάσιλας (1361-1363) (55), ὁ λόγιος μοναχός Ἰωσήφ Βρυέννιος (1350-1431) (56), ὁ Ἰωάννης Εὐγενικός (ΙΕ´ αἰ.) (57), καθώς βεβαίως καί ὁ μητροπολίτης Ἐφέσου Μᾶρκος Εὐγενικός (1393-1445) (58).

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο, ὅτι στήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/880, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστού, ἤτοι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀναδείχθηκε στό συνολό της ὡς μία ζῶσα ἐμπειρία καί ὡς μία βιωθεῖσα πραγματικότητα (59), ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε ἐν συνόλῳ, ἤτοι διά τῆς συνοδικῆς της ὀντολογίας, προκειμένου, ἀφ᾽ ἑνός μέν νά διακηρύξει τήν ἑνότητά της στούς ἐγγύς καί τούς μακράν, ἀφ᾽ἑτέρου δέ νά πιστοποιήσει τήν ταυτότητά της, ἀφοῦ, κατά τόν ιερό Χρυσόστομο, «Ἐκκλησία γάρ συστήματος καί συνόδου ἐστίν ὄνομα» (60). Πράγματι, στήν φωτιανή Μείζονα Σύνοδο, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε καί τόν πρωταρχικό σκοπό τῆς συγκλήσεώς της, κατέστη πραγματικότητα, ἔστω καί ἐάν αὐτή δέν διήρκεσε παρά μόνον λίγα ἔτη, ἤτοι ἕως καί τήν στιγμή τοῦ τραγικοῦ μεγάλου σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 1054, συγχρόνως δέ, ἐκφράσθηκε ἐν συνόδῳ καί ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας, μέσα ἀπό τόν κανονικό θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν. Ἄλλωστε, ἡ Ορθόδοξη Ἐκκλησία τοποθετήθηκε στή συνέχεια, κατά τρόπο μάλιστα σαφή καί ὁριστικό, ἀναγνωρίζοντας στίς ἀποφάσεις τῆς φωτιανῆς Μείζονος Συνόδου τήν πλήρη καί ἀδιαμφισβήτητη θεραπεία τῆς ἐσφαλμένης θεωρίας τοῦ παπικοῦ πρωτείου.


Υποσημειωσεις

(1)Κυρίλλου (Κατερέλου) Ἐπισκόπου Ἀβύδου, (νῦν Μητροπολίτου Κρήνης), Ἡ Ρώμη καί τό Παπικό Πρωτεῖο ἐπί Πατριαρχείας Ἁγ. Ἰγνατίου καί Ἱ. Φωτίου (847-886), Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον – Ἱερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, Ἀθήνα, 2019, σ. 302.

(2) M.G.H., Ep.,VII, 229: «tertio vero vobis grates multas referimus, quia Bulgarorum dioecesim pro amore nostro gratanti animo sancto Petro, ut iustum erat, permiseritis habere».

(3)Joannis Papae VII, Epistola ad Photium, PL 126, 911C: «si fortasse nostri Legati in eadem sinodo contra apostolicam perceptionem egerint, noc nec recipimus nec iudicamus alicuius existere firmitatis».

(4)Mansi XVΙ, 8C: «ne videlicet nomine carens, comparetur rebus in maris profundo positis, quae quidem sunt».

(5)M.G.H., Ep. VII, σ. 185: «super hac re in venerabili synodo, tempore scilicet decessoris nostri Adriani junioris papae Constantinopoli habita est congruentissime promulgatum».

(6) Hincmari, Annales sive Annalium Bertinianorum pars tertia, PL 125, 120: «Et synodo congregata, quam octavam universalem synodume illuc convenientes appellaverunt, exortum scisma de Ignatii depositione et Focii ordinatione sedaverunt, Focium anathematizantes et Ignatium restituente».

(7)Hincmari, Opuscula et Epistolae, PL 126, 360Α: «Septima autem apud Graecos vocata universalis pseudosynodus de imaginibus, quas quidam confringendas, quidam autem adorandas dicebant, neutra vero pars intellectu sano diffiniens, sine auctoritate apostolicae sedis, non longe ante nostra tempora, Constantinopoli est a quampluribus episcopis habita, et Romam missa, quam etiam papa Romanus in Franciam direxit».

(8)Γιεβτιτσ, «Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι: Ὀγδόη (879-880), καὶ Ἐνάτη (1351)», Θεολογία 86  (2015), 21.

(9) Hincmari Rhemensis, Opuscula et epistolae, PL 126, 360A.

(10)Mansi XIX, 663B-C.

(11)Humbertι Cardinalis, «Brevis et succincta commemoratio eorum quae gesserunt apocrisiarii sanctae romane et apostolicae sedis in regia urbe», Acta et Scripta quae de controversiis Ecclesiae Grecae et Latinae, σ. 150-152· Humbertι Cardinalis, Brevis et succincta commemoratio, PL 143, 1004A-C: «Unde nos quidem sanctae prinae apostolica sedis inauditam contumeliam et injuriam non ferentes, catholicamque fidem subrui multis modis attendentes, auctoritate sanctae et individuae Trinitatis atque apostolicae sedis, cujus legatione fungimur, et conctorum orthodoxorum Patrum ex conciliis septem atque totius Ecclesiae catholicae anathemati, quod noster reverendissimus papa itidem Michaeli et suis sequacibus, nisi resipiscerent, denuntiavit, ita subscribimus».

(12)Marini Papae II, Epistolae et priviligia, PL 133, 874D: «Quapropter Dei omnipotentis et beatorum apostolorum principum Petri et Pauli, et omnium SS., et septem universalium cononum auctoritate te excommunicando, mittimus, ut ab omnibus his supra memoratis praecavere te, atque emendare summopere studeas, et eamdem ecclesiam sancti Angeli de hujus nostri privilegii exstiterit, benedictionem et gratiam».

(13) Petri Damiani, Actus Mediolani, PL 145, 97C: «Ergo Arialdus dictus diaconus de capella Mediolanensis archiepiscopi hac scriptura, quam nanu mea scripsi, profiteor me eam fidem tenere, quam sacrosancta septem concilia evangelica, et apostolica auctoritate firmarunt…».

(14) Dvornik, Le schisme de Photius, Les édition du Cerf,  Paris, 1950, σ. 596· Πρβλ. Γιεβτιτσ, «Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι: Ὀγδόη (879-880), καί Ἐνάτη (1351)», Θεολογία 86 (2015), 31.

(15) Stephanou, «Deux Conciles Deux Ecclésiologies? Les conciles de Constantinople en 869 et 879», OCP 39 (1973), 406.

(16)Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 436 κεξ.· Stiernon, Constantinople IV, σ. 213-214.

(17)Gregorii VII Registrum, Das Register Gregors VII, σ. 333: «Similiter etiam, ut nulla potestas aut aliqua persona de huiusmodi honoris donatione vel acceptione ulterius se intromittere debeat; quod si presumpserit, eadem sententia et animadversionis censura, quam beatus Adrianus papa in octava synodo de huiusmodi presumptoribus et sacrae auctoritatis corruptoribus statuit atque firmavit, se astrictum ac ligatum fore cognoscat».

(18)Κατερέλος, Παπικό πρωτείο, σ. 317.

(19)Thaner, Anselmi episcopi Lucensis Collectio Canonum, Fasc. Ι, σ. 109, 205, 276.

(20)Wolf von Glanvell (Ed), Die Kanonessammlung des Kardinals Deusdedit, Berlin 1905, σ. 3.

(21)Bonizo, Liber de vita christiana, Eκδ. Perels E., Berlin 1930, σ. 42, 195.

(22)Ivonis Cartonensis Episcopi, Prologus, PL 161, 56CD, 57D-58A, 285BC.

(23)Βλ. Winroth, The making of Gratian’s Decretum, Cambridge University Press, 2000.

(24)Βλ Gratian, Decretum Magistri, στό Corpus Juris Cononici, vol. 1, Leipzig: Bernhard Tauchnitz, 1879. Reprint Graz:  Akademische Druck-u. Verlagsanstalt, 1955.

(25)Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 462-463.

(26)Hugonis Abbatis Flaviniacensis, Chronicon, PL 154, 170A: «Sub Nicholao I papa habita est cum quinque patriarchis synodus octava 150 patrum apud Constantinopolim, Basilio Magno imperatore petente et praesente».

(27)Ivonis Carnotensis Episcopi, De observandis festivitatibus et jejuniis legitimus, PL 161, 296AΒ: «De octo universalibus conciliis. Ex libro diurno professio Ramani Pontificis.: Sancta VIII universalia concilia, id est I Nicaenum, II Constantinopolitanum, III Ephesinum, IV Chaceldonense. Item, V Constantinopolitanum et VI. Item Nicaenum VII. Octavum quoque Constantinopolitanum, usque ad unum apicem immutilata servare, et pari honore et veneratione digna habere».

(28)Placidi Monachi Nonantulani, «Liber de honere ecclesiae», MGH-Libelli de Lite, τ. II, 618.

(29)Gerhohi Praepositi Reicherspergensis, Opusculum de aedificio Dei, PL 194, 1235AB.

(30)Mansi XVΙ, 429DΕ: «καί οἰκουμενικῆς συνόδου συγκροτηθείσης παρουσία καί τῶν τοποτηρητῶν τῶν ἀνατολικῶν πατριαρχῶν, ἀπόφασις πάλιν κατά Φωτίου γέγονεν, ὡς μοιχικῶς ἐπιβάντος τῆς ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως…..ἔτι ἐν τῷ οἰκείῳ θρόνῳ Ἰγνατίου καθημένου, ὑπὸ οικουμενικῆς συνόδου ἐκκήρυκτος καὶ ἀναθεματισμένος Φώτιος ἐν τῇ Κωνσταντινουπολιτῶν ἐπαρχίᾳ χειροτονίας διαφόρους ἐποίησεν».

(31)Mansi XVΙ, 265Α: «πάσας γάρ τάς πράξεις καί τούς διωρισμένους ἐν αὐτῇ κανόνας ὁμοίως τοῖς ἐν ταῖς προλαβούσαις ἑπτά συνόδοις οἰκουμενικαῖς, καί τούτους ὡς θεοπνεύστους λίαν προσιέμενός τε καί ἀποδεχόμενος, τοῦτο μόνον τῆς ὀγδόης συνόδου ταύτης ἐπιμέμφομαι».

(32)Mansi XVΙ, 420Β: «Ἀνεγνώσθη βασιλεύς δὲ Βασίλειος τούτους συνεκάλεσε προκαθεσθέντας ἐπί τῆς μεγαλωνύμου Σοφίας μετά ἄλλων τοποτηρητῶν τῶν τριῶν ἀνατολικῶν θρόνων· καί σύνοδον ἀληθῶς οἰκουμενικήν ἐποίησαν, καί ὀγδόην ὠνόμασαν».

(33)Mansi XVΙ, 308D, 408A: «Ἀνεγνώσθη ὅρος τῆς αὐτῆς οἰκουμενικῆς ὀγδόης συνόδου, περιέχων τό σύμβολον τῆς πίστεως, καί ὁμολογίαν τοῦ στέργειν τάς προλαβούσας οἰκουμενικάς ἑπτά συνόδους, καί ἀναθεματίζειν οὖς κἀκεῖναι ἀναθεμάτισαν».

(34)Συνεχιστησ Θεοφανουσ, Ἱστορική διήγησις τοῦ βίου καί τῶν πράξεων Βασιλείου τοῦ ἀοιδίμου βασιλέως, 262· PG 109, 277C.

(35) Pitra, Juris ecclesiastici Graecorum Historia et Monumenta, τ. II, σ. 449.

(36) Grumel, Les Regestes des Actes du Patriarcat De Constantinople, Vol. I Les actes des Patriarches. Fasc. II. Les Regestes de 715 à 1043, σ. 497.

(37) Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 522.

(38) Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 535.

(39) Basnage, Thesaurus Monumentorum Ecclesiasticorum et Historicorum, τ. V, σ. 71: «Dicendum quoque, preter istas septem univerfales Synodos, fuit & una alia, universalis quidem: sed quia non agit de articulis fidei, non ponitur in numero generalium Synodorum ab antiquis Graecis, sed inter alias que Locales nominantur. Moderni verò Graeci schismatici cùm sint, ab omni numero illam excluserunt, et nomen ejus audire subticuerunt, eò quòd eorum Patriarcha Photius, Haeresiarcha , fuit in ipsa dignitate Patriarchali, quam sibi injusté usurpaverat, nuper depositus».

(40) Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. ΣΤ΄, σ. 25-26: «Γέγονέ τις καί ἑτέρα κατά τήν Κωνσταντινούπολιν Σύνοδος, ἐν τῷ περιφανεὶ τῶν ἀγίων Ἀποστόλων ναῷ, ἥτις ἐπιγέγραπται « ἀγία καί μεγάλη πρώτη καί Δευτέρα Σύνοδος». Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν δέ φασι ταύτην ἠθροῖσθαι Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἡνίκα Βασίλειος Μακεδών τά σκῆπτρα τῆς Ρωμαίων διεῖπεν ἀρχῆς, εβδομηκοστοῦ καί πέμπτου ἔτους μετά τήν ἑβδόμην ἐξήκοντος Σύνοδον· στάσεως δέ τινος κατά τήν πρώτην ἐπισυμβάσης συνέλευσιν, καί δευτέρας συνδρομῆς τοῖς θείοις Πατράσιν ἐδέησεν, ἐν καί τά δογματισθέντα κυρωθῆναι τε καί γραφῇ δοθῆναι, ὡς εντεῦθεν διῃρημένως τήν μία ὀνομάζεσθαι Σύνοδον· κανόνας δέ καί αὔτη συντέθεικεν ἐπτακαίδεκα. Ἀλλά καί ἔτεροι τρεῖς κανόνες ἐξεφωνήθησαν τῇ Συνόδω, ἠτις τόν Φώτιον τῷ θρὸνῳ Κωνσταντινουπόλεως τελευτῶσα ἐνίδρυσε, μετά τήν τοῦ θείου μετάθεσιν Ἰγνατίου, ἐκατέρου πολλάκις πρότερον ἐκβαλλομένου καί ἀντεισαγομένου».

(41)Κωνσταντινοσ Αρμενοπουλοσ, Ἐπιτομή κανόνων, PG 150, 48B: «Τῶν δέ μερικῶν συνόδων μέν κατά τήν Κωνσταντινούπολιν ἐν τῷ ναῷ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων συνηθροίσθη ἐπί τοῦ Φωτίου πατριάρχου, καί πρώτη καί Δευτέρα λεγομένη· δὲ ἐπί Λέοντος καί Κωνσταντίνου ἐν τῷ περιωνύμῳ ναῷ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ἤτις τήν ἐβδόμην ἐκύρωσε».

(42)Κατερέλος, Παπικό πρωτείο, σ. 322.

(43)Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. Β΄, σ. 705: «Ὥρισεν ἡ ἁγία καί οἰκουμενική σύνοδος…»

(44)Τό ἐν λόγῳ ἔργο περιέχεται στόν Κώδικα «Arundel 528» στά φφ. 116-117. Βλ. Τηε Βritish Library, Summary catalogue, σ. 11· Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 519.

(45)Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. Β΄, σ. 706: «Καί ἐπεί ἐκ τούτου σκάνδαλα τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἀνεφύοντο, ἐλαλήθησαν τά περί τούτου κατά τόν καιρόν τῆς οἰκουμενικῆς ταύτης συνόδου».

(46)Γιά τόν Μητροπολίτη Ρόδου Νεῖλο, ὁ ὁποῖος ταυτίζεται μέ τόν Νεῖλο Διασορηνό βλ. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, σ. 787.

(47)Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. Α΄, σ. 389-395.

(48)Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. Α΄, σ. 392.

(49)Ιωαννησ Βεκκοσ, Λόγος, πῶς μέν ἐν δευτέρῳ ἀπολογητικός ἐφ᾽ ἠπέρ ἀδικία ὑπέστη, πῶς δέ ἀντιρρητικός ἐπί παρεξηγήσει ῥήσεων τινῶν γραφικῶν, PG 141, 980D: «διά μεγάλης οὗτος καί ἀντικρύς οἰκουμενικῆς συνόδου τῷ φαρμάκῳ τῆς διορθώσεως τό τοῦ σκανδάλου τραῦμα ἰάσατο».

(50)Laurent, «Le cas de Photius dans l’apologétique du patriarche Jean XI Beccos (1275-1282) au lendemain du IIe concile de Lyon», EO 29 (1930), 409. Πρβλ. Dvornik, Le schisme de Photius, σ. 547.

(51)Συμεων Αρχιεπισκοποσ Θεσσαλονικησ, Διάλογος ἐν Χριστῷ κατά παντῶν τῶν αἰρέσεων, PG 155, 97.

(52) Μανουηλ Καλεκασ, Contra Graecorum errores, IV, PG 152, 206C: «Quam etiam synodum quidam octavam appellant».

(53)Γενναδιοσ Σχολαριοσ, Ἅπαντα τὰ εὑρισκόμενα, τ. 2, σ. 423· Του Ιδιου, Ἅπαντα τὰ εὑρισκόμενα, τ.3, σ. 85.

(54)Ραλλης – Ποτλης, Σύνταγμα, τ. Ε΄, σ. 143-147.

(55)Nilus Cabasilas, Notitia, PG 149, 679-680.

(56)Ιωσηφ Βρυεννιοσ, Τὰ Εὐρεθέντα, τ. Α´, σ. 136-140.

(57)Δοσιθεοσ ιεροσολυμων, Τόμος Καταλλαγῆς, σ. 210.

(58)Gill, Acta Graeca, τ. V, σ. 90.

(59)Meijjer J., A Succesful Council Of Union, σ. 274.

(60) Ιωαννησ Χρυσοστομοσ, εἰς τόν ΡΜΘ´ Ψαλμόν, PG 55, 493.