Π. Λ. Βοκοτόπουλου, Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον ,
Αθήνα 2002, εκδ. Ιεράς Συνόδου, σελ. 114.
Τελευταία εικοσαετία του 12 ου αι. 61Χ42 εκ.
Σινά, Ι. Μονή Αγίας Αικατερίνης
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ προχωρεί βιαστικά προς τη νεαρή Θεοτόκο, που γνέθει καθισμένη σε πολυτελή θρόνο και στρέφει ξαφνιασμένη προς τον απρόσμενο επισκέπτη. Χρυσή ακτίνα κατεβαίνει προς το στήθος της Παναγίας, όπου διακρίνεται σχεδιασμένος σε μονοχρωμία, μέσα σε ελλειψοειδές μετάλλιο, ο μικρός Χριστός. Δεξιά υψώνεται κτίριο με δίριχτη στέγη, όπου φωλιάζουν πουλιά, και με λιακωτό, όπου φυτρώνουν διάφορα δενδρύλλια. Μπροστά κυλά ένα ποτάμι, όπου κολυμπούν ψάρια, στις όχθες του οποίου στέκονται διαφόρων ειδών πουλιά.
Τα δένδρα και τα πουλιά δίνουν ένα χαρμόσυνο τόνο στη σκηνή και μας θυμίζουν ότι η εορτή του Ευαγγελισμού σχετίζεται με την άνοιξη, όπως τονίζεται σε πολλά πατερικά κείμενα. Η απεικόνιση του ποταμού, που δεν απαντάται σε άλλες παραστάσεις του Ευαγγελισμού, φέρνει στον νου χαρακτηρισμούς της Θεοτόκου, όπως ροῦς ἀένναος καί ποταμός φιλανθρωπίας.
Η συστροφή του σώματος του αγγέλου και η ανήσυχη και εξεζητημένη πτυχολογία των ρούχων του είναι χαρακτηριστικά της λεγόμενης δυναμικής τεχνοτροπίας των τελευταίων δεκαετιών του 12 ου αιώνα, γνωστής κυρίως από τοιχογραφίες της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και της Κύπρου και της μακρινής Ρωσίας. Εκτός από το βάθος, χρυσά είναι τα αρχιτεκτονήματα, τα έπιπλα και το έδαφος. Ακόμη και στην ενδυμασία του αγγέλου κυριαρχεί το χρυσό, που λούζει όλη τη σκηνή. Η διαφορετική αντανάκλαση του χρυσού στους φωτοστεφάνους απαντάται και σε εικόνες εκτός Σινά και δεν αποτελεί τεκμήριο για απόδοση της εξαίρετης αυτής εικόνας σε τοπικό εργαστήριο· πρόκειται πιθανότατα για έργο κωνσταντινουπολίτη καλλίτεχνη .
Βιβλιογραφία: Weitzmann 1965, σ. 299-312. Weyl Carr 1997, σ. 374-375, αριθ. 246.
