Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον , εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2025, σελ. 15- 21
1, 1. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος.
Αν η αρχή των πάντων ήταν άδεια και ερημική, τότε ποιό θα ήταν αυτό, που θα προερχόταν απ’ αυτήν, ή προδήλως θα προέκυπτε απ’ αυτήν; Αν στην απαρχή πριν ακόμα απ’ όλες τις αρχές δεν υπάρχει οτιδήποτε, τότε από το τίποτα, δεν μπορεί να εξαχθεί το μηδαμινό. ’Αλλωστε, με τον ίδιο τρόπο, εφόσον δεν υφίσταται κάποια έναρξη για την ανθρώπινη σκέψη μας, τότε δεν μπορεί να αναλογιστεί σωστά ούτε τον κόσμο της, ούτε το είναι της, ούτε την οντότητά της. Γιατί είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη επίνοια στοχάζεται με τις κατηγορίες, αρχή, διάρκεια και τέλος. Έτσι λοιπόν η ανθρώπινη διανόηση θα εκκινήσει από το ίδιο το είναι του ανθρώπου, ως την πρώτη και άμεση πραγματικότητα. Όμως, όταν η έγνοια του ανθρώπου μετακινηθεί πέρα και πάνω από την ύπαρξή του, τότε αυτός θα κατευθυνθεί σε κατάβαθη έρευνα. Σ’ αυτήν την τρίσβαθη αναδίφηση ο άνθρωπος θα κατευθυνθεί στην απαρχή της δημιουργίας, καθώς τότε θα οδηγηθεί σε βαθιά απορία, σε σχέση με την φύση της ίδιας του της υπόστασης. Όμως μια τέτοια πηγαία αναζήτηση του ανθρώπου μπορεί να απολήγει στα επακόλουθα ερωτήματα. Ποιά είναι η αρχή όλων των απαρχών, ποιά είναι η έναρξη, πριν από κάθε αρχή; Ακόμη σε ποιό χρονικό σημείο πρωτύτερα υπήρξε, ως προς την ίδια την αρχή της, η ανθρώπινη σκέψη; Γιατί από την στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να αναλογίζεται, τότε έχει μία βάση ως προς την στάση της ζωής του, που εκδηλώνεται με την στάση του, η οποία απορρέει από την σκέψη του. Έτσι όμως, ο κάθε άνθρωπος έχει μία αιτιώδη αρχή, για την ίδια του την ύπαρξη, από την στιγμή που υφίσταται και υπάρχει. Αλλά, όταν η ανθρώπινη σκέψη περικλείει αυτόν τον ορατό κόσμο, σωστά ρωτά φυσικά και λογικά, ποιά είναι η αρχή του κόσμου μας και ποιός υπήρχε, πριν από την αρχή αυτού του κόσμου; Γιατί είναι προφανές ότι και αυτός ο κόσμος έχει αρχή, όπως και αυτό το είναι μου και η ανθρώπινή μου σκέψη έχουν αρχή. Η Χριστογέννητη και θεόπνευστη σκέψη του Αγίου Ευαγγελιστή Ιωάννη βλέπει αυτή την πρώτη απαρχή, την αρχή των πάντων, την έναρξη όλων των αρχών, να είναι όλη γεμάτη με τον Θεό Λόγο. Επ’ αυτού ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας αναγγέλλει χαρμόσυνα επαινώντας τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ως ακολούθως: «Ὁ γάρ τῆς βροντῆς υἱός, ὁ ἀγαπητός τοῦ Χριστοῦ, ὁ στύλος τῶν κατά τήν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, ὁ τάς κλεῖς ἔχων τοῦ οὐρανοῦ… τόν γάρ Χριστόν ἐνδεδυμένος ἡμῖν φανεῖται… Ἔστι δέ αὐτῷ προσκήνιον μέν ὁ οὐρανός ἅπας, θέατρον δέ ἡ οἰκουμένη, θεαταί δέ καί ἀκροαταί πάντες ἄγγελοι, καί ἀνθρώπων ὅσοιπερ ἄγγελοι τυγχάνουσιν ὄντες, ἤ καί γενέσθαι ἐπιθυμοῦσιν… Τούτῳ τῷ Ἀποστόλῳ αἱ ἄνωθεν δυνάμεις παρεστήκασιν, ἐκπληττόμενοι τό κάλλος αὐτοῦ τῆς ψυχῆς, καί τήν σύνεσιν, καί τήν ὥραν τῆς ἀρετῆς, δι ’ ἧς καί αὐτόν ἐπεσπάσατο τόν Χριστόν, καί τήν πνευματικήν εἴληφε χάριν καθάπερ γάρ τινά λύραν ἐνάρμοστον καί λιθοκόλλητον, χρυσούς ἔχουσαν φθόγγους, οὕτω τήν αὐτόν παρασκευάσας ψυχήν, ἔδωκε δι’ αὐτῆς μέγα τι καί ὑψηλόν ἐνηχῆσαι τῷ Πνεύματι. Ὡς οὖν οὐκέτι τοῦ ἁλιέως, οὐδέ τοῦ υἱόν Ζεβεδαίου, ἀλλά τοῦ τά βάθη τοῦ Θεού εἰδότος, τοῦ Πνεύματος λέγω, ταύτην ἀνακρουομένον τήν λύραν, οὕτως ἀκούωμεν· οὐδέν γάρ ἀνθρώπινον ἡμῖν ἐρεῖ, ἀλλ’ ἀπό τῶν ἀβύσσων τῶν πνευματικῶν, ἅπερ ἄν εἴπῃ, ἀπό τῶν ἀπορρήτων ἐκείνων, ἅ μηδέ ἄγγελοι πρίν ἤ γενέσθαι ἤδεισαν μεθ’ ἡμῶν γάρ δή καί οὗτοι διά τῆς Ἰωάννου φωνῆς, καί δι’ ἡμῶν ἔμαθον, ἅπερ ἔγνωμεν» (1). Αυτός είναι ο Λόγος που υπήρχε απαρχής, ο οποίος γεμίζει όλη την αρχή, γιατί όπως λέγει ο ευαγγελιστής «εν αρχή ην ο Λόγος». Επισημαίνει ως προς αυτό ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «οὐκοῦν ἀρχή μέν ἀρχῆς οὐκ ἔσται, κατά τόν ἀκριβῆ τε καί ἀληθῆ λογισμόν, ἀλλ’ εἰς ἀμήρυτον μέν τι καί ἀκατάληπτον ὁ περί αὐτῆς ἀποδημήσει λόγος. Τέλος δε οὔκ ἐχούσης τῆς ἀεί πρός τό ἄνοπιν φυγῆς, καί τό τῶν αἰώνων ἀναφοιτώσης μέτρον, οὐκ ἐν χρόνῳ γεγονώς ὁ Υἱός, ἀϊδίως δέ μᾶλλον ὑπάρχων μετά Πατρός εὑρεθήσεται» (2). Επιπλέον και ο άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος επ’ αυτού τονίζει: «Ὅπερ ἐν προοιμίοις εἶπον, πάλιν καί τοῦτο ἐρῶ, ὅτι τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν τήν κάτω γέννησιν τοῦ Κυρίου, τήν ἀνατροφή, τήν αὔξησιν πλατέως ἀφηγησαμένων, οὗτος μέν ἐκεῖνα παρατρέχει, ὡς αὐτάρκως τοῖς συμμαθηταῖς αὐτού ρηθέντα, περί τῆς θεότητος τοῦ δι ’ἡμᾶς ἐνανθρωπήσαντος διαλέγεται» (3).
Ο Θεός ο Λόγος βρίσκεται στην αρχή των πάντων, πριν από όλες τις απαρχές, αφού υπάρχει ως αρχή των ανθρωπίνων υπάρξεων και όντων, ως αιτία του κόσμου και της ζωής. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τό γάρ “ἐν ἀρχῇ ἦν” οὐδέν ἕτερον ἐστιν, ἀλλ ’ ἤ τοῦ εἶναι ἀεί δηλωτικόν, καί ἀπείρως εἶναι. Εἶδες φιλοσοφίαν ἀληθῆ καί δόγματα θεῖα, οὐχ οἷα τῶν Ἑλλήνων, χρόνους τιθέντων, καί τούς μέν πρεσβυτέρους, τούς δέ νεωτέρους εἶναι λεγόντων θεούς; Ἀλλ’ οὐδέν τοιοῦτον παρ’ ἡμῖν εἰ γάρ Θεός ἐστιν (ὥσπερ οὖν καί ἐστιν), οὐδέν πρό αὐτοῦ· εἰ Δημιουργός πάντων, πρῶτος αὐτός· εἰ Δεσπότης καί Κύριος ἁπάντων, πάντα μετ’ αὐτόν, καί κτίσματα καί αἰῶνες» (4). Ο Θεός Λόγος είναι ο δημιουργός όλων όσοι ξεκίνησαν να υπάρχουν, καθώς εξακολουθούν μέσω Αυτού να ζουν. Αυτός είναι η αρχή όλων όσοι υπάρχουν, επομένως η αρχή των πάντων, ενώ ο ίδιος δεν έχει αρχή, γιατί είναι αδιάκοπης συνέχειας. Επ’ αυτού ο άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος τονίζει: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», τουτέστιν, ἀπ’ ἀρχῆς ἦν. Τό γάρ ἀπ’ ἀρχῆς ὅν οὐ μή εὑρεθῇ πάντως χρόνος, ὅτε οὐκ ἦν, τό “ἐν ἀρχῇ” νοείτω ὅς ἀϊδίου ὄντος τοῦ Μονογενοῦς» (5). Αυτός ο Θεός Λόγος είναι που δίνει την δύναμη σε όλες τις απαρχές του δημιουργημένου κόσμου, ώστε να ανανεώνονται και να εξελίσσονται. Παράλληλα όμως, ο Θεός Λόγος προσφέρει το σθένος στα δημιουργήματά Του, ώστε να προοδεύσουν στις πολυποίκιλες μορφές της ύπαρξης, και να αναπτυχθούν. Γι’ αυτό ειπώθηκε ο θεόσοφος λόγος, που σημαίνει ότι ο Θεός Λόγος είναι όχι μόνο αδιάκοπης χρονικής συνέχειας, αλλά και ενδιαίτησης, «ην». Αλλά αυτό το ρήμα θα ήταν ένα κενό γραμματικό σχήμα, αν δεν είναι γεμάτο από τον Λόγο, αν δεν ήταν έμπλεο από την Σοφία και κατάφορτο από τον Θεό. Αν όμως η περίεργη ανθρώπινη σκέψη αναζητά την αρχή εκείνης της Αρχής, ερευνώντας την αρχή του Λόγου, την απάντηση μας την δίνει ο ευαγγελιστής: «Και ο Λόγος ήταν με τον Θεό», «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν». Η αρχή Του είναι με τον Θεό. Αυτό σημαίνει: ότι η ανθρώπινη σκέψη, όταν σκέφτεται τον Θεό, δεν μπορεί παρά να αντιληφθεί την αρχή Του, ότι είναι ακόμη από την αρχή Του άπειρος, από κάθε άποψη. Γιατί από την αρχή Του ο Θεός είναι άπειρος, παντοτινός, χωρίς όρια. Αληθινά ο Θεός Λόγος είναι η μόνη άπειρη αρχή της ζωής, που υπάρχει και υφίσταται από πάντοτε. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επισημαίνει: «Πηγῆς τοιγαροῦν νοουμένου τοῦ Πατρός, ἦν ὁ Λόγος ἐν αὐτῷ σοφία καί δύναμις καί χαρακτήρ καί ἀπαύγασμα καί εἰκών ὑπάρχων αὐτοῦ. Καί εἰ χρόνος ἦν οὐδείς, ὅτε Λόγου χωρίς καί σοφίας καί χαρακτῆρος καί ἀπαυγάσματος ἦν ὁ Πατήρ, ἀνάγκη συνομολογεῖν ἀΐδιον ὑπάρχειν τόν Υἱόν, ὅς ταῦτά ἐστι τῷ ἀϊδίῳ Πατρί» (6). Αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί σοφά το μυστήριο του Θεού Λόγου και τα λόγια του μακαριστού Ευαγγελιστή: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος”. Ἐπειδή γάρ μέλλει διδάσκειν, ὅτι οὗτος ὁ Λόγος Μονογενής ἐστιν Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα μή παθητήν ὑπολάβοι τις τήν γέννησιν, προλαβών τῇ τοῦ Λόγου προσηγορίᾳ, πᾶσαν ἀναιρεῖ τήν πονηράν ὑποψίαν, τότε ἐξ αὐτοῦ τόν Υἱόν εἶναι δηλῶν, καί τό ἀπαθῶς» (7) . ’Αλλωστε, ο Λόγος συμμετέχει με όλη Του την υπόσταση στον Θεό, «προς τον Θεόν», και αυτό σημαίνει, ότι Αυτός από κάθε πλευρά είναι όλος άπειρος, ατελεύτητος και απεριόριστος. Αν και βρίσκεται «εν Θεώ», ο Λόγος δεν είναι κατώτερος από τον Θεό. Εξάλλου, όλες οι θεϊκές τελειότητες βρίσκονται επάνω σ’ Αυτόν, όπως και στον Θεό, επειδή ο ίδιος είναι πλήρως Θεός. Αυτός λοιπόν είναι ο Θεός Λόγος, γι’ αυτό και λέγεται μέσω του Αγίου Πνεύματος, μέσω του αγίου μυσταγωγού και θεολήπτου Αποστόλου, «καί Θεός ἦν ὁ Λόγος». Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός Λόγος είναι ειδικό Πρόσωπο στον Θεό, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Έτσι λοιπόν, στην αρχή, πριν από όλες τις απαρχές, βρίσκεται και υπάρχει η Αγία Τριάδα. Επειδή ο Θεός Λόγος δεν χωρίζεται ποτέ από τον Θεό Πατέρα, είναι συνεχώς και αιωνίως «ἐν τῷ Θεῷ», που σημαίνει προς τον Θεόν. Αυτός «δεν έχει αρχή» (Α’ Ιωάν. 2,19). Ο θεόσοφος άγιος Κύριλλος επισημαίνει: «Ἔοικε τοίνυν ὁ μακάριος Εὐαγγελιστής ἀρχήν ἐνθάδε, τουτέστι τήν κατά πάντων ἐξουσίαν, τόν Πατέρα σημαίνειν, ἵνα δή καί ἐπάνω πάντων ἡ θεία φαίνηται φύσις, πᾶν ὅπερ ἐστί γενητόν ὑπό πόδας ἔχουσα, μονονουχί καί ἐποχουμένη τοῖς δι’ αὐτῆς εἰς τό εἶναι κεκλημένοις. Ἐν ταύτῆ τοιγαροῦν τῇ ἀρχῇ τῇ κατά πάντων καί ἐπί πάντας, ἦν ὁ Λόγος, οὐ μετά πάντων ὑπό πόδας αὐτῆς, ἀλλ’ ἔξω πάντων ἐν αὐτῇ φυσικῶς, ὡς καρπός συναΐδιος, τόπον ὥσπερ ἔχων τόν ἁπάντων ἀρχαιότατον τήν τοῦ γεννήσαντος φύσιν. Διό δή καί ἐλεύθερος ἐλευθέρου Πατρός πεφυκώς τήν κατά πάντων ἀρχήν σύν αὐτῷ κεκτήσεται» (8). Επ’ αυτών και ο άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος τονίζει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Καί πῶς, φησίν, υἱόν ὄντα μή εἶναι ὕστερον τοῦ Πατρός; Πῶς; Μάνθανε ἀπό τοῦ ὑλικοῦ ὑποδείγματος. Τό ἀπαύγασμα τοῦ ἡλίου ἄρα οὐκ ἐξ αὐτοῦ ἐστι τοῦ ἡλίου; Ναί πάντως. Άρα ουν και ύστερόν εστι του ηλίου, ώστε εννοηθήναι πότε ήλιον χωρίς τούτου; Οὐκ ἐστιν εἰπεῖν. Πῶς γάρ ἄν καί εἴη ἥλιος μή ἀπαύγασμα ἔχων; Ὅπερ οὖν ἐπί τούτου, πολλῷ μᾶλλον ἐπί τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ νοηθήσεται. Ἀπαύγασμα γάρ ὤν ὁ Υἱός τοῦ Πατρός, καθώς ὁ Παῦλος λέγει, ἀεί τῷ Πατρί συνεκφαίνεσθαι πιστευθήσεται, καί οὐχ ὕστερος ἔσται αὐτοῦ» (9)
Υποσημειώσεις
- Βλ. αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 1η στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59, 25 μετά την μέση έως 26 προς την μέση. Ερμηνευτική απόδοση: «Διότι τώρα εμφανίζεται προς χάρη μας “ο υιός της βροντής”, ο ηγαπημένος μαθητής του Χριστού, ο στύλος των εκκλησιών όλης της οικουμένης, αυτός που κρατεί τα κλειδιά του ουρανού… Διότι θα εμφανισθεί σ’ εμάς ενδεδυμένος τον Χριστό… Έχει δε προσκήνιο μεν ολόκληρο τον ουρανό, θέατρο δε την οικουμένη, θεατές δε και ακροατές όλους τους αγγέλους και όσους από τους ανθρώπους συμβαίνει να είναι άγγελοι ή επιθυμούν να γίνουν… Γιατί σ’ αυτόν τον απόστολο παρευρίσκονται οι ουράνιες δυνάμεις, που θαυμάζουν το κάλλος της ψυχής και την σύνεσή του και το ύψος της αρετής, με την οποίαν προσείλκυσε και αυτόν τον Χριστό και έλαβε το πνευματικό χάρισμα. Διότι αφού έκανε την ψυχή του σαν κάποιαν λύρα αρμονική και στολισμένη με πολύτιμους λίθους, που παράγει χρυσούς φθόγγους, την παρεχώρησε στο Πνεύμα για να αντηχήσει με αυτή κάτι το σπουδαίο και υψηλό. Ας τον ακούσουμε λοιπόν, όχι σαν αλιέα πλέον, ούτε ως υιό του Ζεβεδαίου, αλλά ως γνωρίζοντα τα βάθη του Θεού, δηλαδή του Πνεύματος, ο οποίος ανακρούει αυτήν την λύρα. Διότι δεν θα μας πει τίποτε το ανθρώπινο, αλλά αυτά τα οποία θα μας πει θα προέρχονται από τις πνευματικές αβύσσους, από εκείνα τα μυστήρια τα οποία ούτε οι άγγελοι τα γνώριζαν πριν γίνουν. Διότι μαζί μ’ εμάς και αυτοί με την φωνή του Ιωάννου, και δια μέσου ημών έμαθαν αυτά τα οποία γνωρίσαμε». Βλέπε ακόμη και την 2η Ομιλία του αγίου Χρυσοστόμου, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59, 30.
- Βλ. αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 73, 25Α. Ερμηνευτική απόδοση: «Επομένως αρχή της αρχής δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον ακριβή και αληθινό συλλογισμό, αλλά ο λόγος γι’ αυτήν θα προχωρήσει σε κάτι το ατελείωτο και ακατανόητο. Και εφόσον δεν θα έχει τέλος η διαρκής αναδρομή προς τα πίσω και θα επανέρχεται το μέτρο των αιώνων, θα βρεθεί ο Υιός να μην έχει έρθει σε ορισμένο χρόνο, αλλά να υπάρχει μάλλον αιώνια μαζί με τον Πατέρα». Βλέπε του ιδίου, PG 73, 25C.
- Βλ. αγίου Θεοφύλακτου Αχρίδος, Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 123, 1136C-D. Ερμηνευτική απόδοση: «Αυτό που είπα στο προοίμιο πάλι θα το ξαναπώ, ότι εκείνος παραλείπει την προς τα κάτω γέννηση του Κυρίου, την ανατροφή και το μεγάλωμα, που αφηγήθηκαν εκτενώς οι άλλοι συμμαθητές του, ως αυτοτελή και διαπραγματεύεται την θεότητα Αυτού που ενανθρώπησε για εμάς».
- Βλ. αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 2η στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59, 34 τέλος, 35 αρχή. Ερμηνευτική απόδοση: «Διότι το “εν αρχή ην” δεν είναι τίποτε άλλο παρά δηλωτικό ότι υπάρχει πάντοτε και υπάρχει κατά τρόπο άπειρο. Είδες φιλοσοφία αληθινή και αληθείας θεϊκής, όχι όπως των ‘Ελλήνων οι οποίοι θέτουν χρονικά όρια και άλλους μεν θεούς ονομάζουν πρεσβυτέρους, άλλους δε νεωτέρους; Όμως τίποτε τέτοιο δεν υπάρχει σ’ εμάς. Διότι εάν είναι Θεός, όπως και είναι, δεν υπάρχει τίποτε πριν απ’ Αυτόν. Εάν είναι Δημιουργός όλων, Αυτός είναι πρώτος. Εάν είναι Δεσπότης και Κύριος όλων, όλα έγιναν μετά απ’ αυτόν, και τα κτίσματα και οι αιώνες». Βλέπε ακόμα αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ι5η Ομιλία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59, 100 στην αρχή. Βλέπε ακόμη και αγίου Θεοφύλακτου Αχρίδος, Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 123,1136D.
- Βλ. αγίου Θεοφύλακτου Αχρίδος, Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 123, 1136-1137 D και Α αντίστοιχα. Ερμηνευτική απόδοση: «“Στην αρχή ήταν ο Λόγος”, δηλαδή ήταν από την αρχή. Όμως το να είναι από την αρχή σημαίνει, ότι δεν υφίσταται χρόνος, στον οποίο δεν υπήρχε… Με το “στην αρχή” να καταλαβαίνεις την υπάρχουσα αϊδιότητα του Μονογενούς».
- Βλ. αγίου Κυρίλλου Αλεξάνδρειάς, Ύπόμνημα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 73, 25D. Ερμηνευτική απόδοση: «Επειδή λοιπόν ο Πατέρας νοείται πηγή, ο Λόγος σ’ αυτόν ήταν σοφία και δύναμη και σφραγίδα και ακτινοβολία και εικόνα Αυτού. Και εφόσον δεν υπήρχε κανένας χρόνος κατά τον οποίο ο Πατέρας ήταν χωρίς Λόγο και σοφία και σφραγίδα και ακτινοβολία, είναι ανάγκη να ομολογήσουμε ότι ο Υιός είναι αιώνιος, ο οποίος έχει τα ίδια με τον αιώνιο Πατέρα». Βλέπε ακόμη στο ίδιον τόμο και 197B-C, 80B-C, 28Α.
- Βλ. αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 2η στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59, 34, 40. Ερμηνευτική απόδοση: «Διότι, επειδή επρόκειτο να διδάξει ότι αυτός ο Λόγος είναι μονογενής Υιός του Θεού, για να μην υποθέσει κανείς την γέννηση παθητή (κατά τα ανθρώπινα μέτρα), με την ονομασία του Λόγου προλαμβάνει και αφ’ ενός μεν ανατρέπει κάθε πονηρά υπόνοια, αφ’ έτερου δε δηλώνει και ότι ο Υιός προέρχεται απ’ αυτόν και ότι γεννάται με τρόπο απαθή». Βλέπε επίσης του ιδίου, Ομιλία 151 στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 59,49. Και αγίου Θεοφύλακτου Αχρίδος, Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 123, 137B-C-D.
- Βλ. αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 73, 28D, 29Α. Ερμηνευτική απόδοση: «Φαίνεται λοιπόν ότι ο μακάριος ευαγγελιστής εδώ αρχή ονομάζει την εξουσία σε όλα, δηλαδή τον Πατέρα, για να φαίνεται η θεία φύση και πάνω από όλα, έχοντας κάθε τι που είναι δημιούργημα κάτω από τα πόδια της, και κατά κάποιο τρόπο φερόμενη επάνω σ’ αυτά που έχουν κληθεί στην ύπαρξη από αυτήν. Σ’ αυτή λοιπόν την αρχή, που βρισκόταν πάνω από όλα και είχε εξουσία σε όλα, υπήρχε ο Λόγος, όχι κάτω από τα πόδια της μαζί με όλους, αλλά έξω από όλα μαζί με αυτήν κατά τρόπο φυσικό, έχοντας, ως καρπός αιώνιος, κατά κάποιο τρόπο τόπο τον αρχαιότερο όλων, την φύση εκείνου που τον γέννησε. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού από την φύση του είναι ελεύθερος, έχοντας προέλθει από ελεύθερο Πατέρα, κατέχει την εξουσία πάνω σε όλα μαζί με αυτόν». Βλέπε ακόμη του ιδίου, PG 73, 180C-D.
- Βλ. αγίου Θεοφύλακτου Αχρίδος, Ερμηνεία στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, PG 123, 1140Α. Ερμηνευτική απόδοση: «Και πως λέγεις ότι ο Υιός δεν είναι ύστερος του Πατρός; Πως μάθαινε από το υλικό παράδειγμα; Το απαύγασμα του ηλίου, λοιπόν, δεν προέρχεται από τον ήλιο; Ναι, σε κάθε περίπτωση. Επομένως λοιπόν δεν είναι κατοπινό του ηλίου, ώστε να εννοηθεί ο ήλιος χωρίς αυτό; Δεν μπορεί να ειπωθεί αυτό. Πως μπορεί να υπάρχει ήλιος χωρίς την ακτινοβολία του; Αυτό που λέγεται γι’ αυτόν ισχύει πολύ περισσότερο όταν αναφερθούμε στον Πατέρα και στον Υιό. Απαύγασμα είναι ο Υιός του Πατρός, όπως λέγει ο Απ. Παύλος (Εβρ. 1,3), πάντοτε πιστεύεται ότι αποκαλύπτεται συνάμα με τον Πατέρα και δεν ήταν κατοπινός Αυτού».
