3 Οκτωβρίου

3 Οκτωβρίου


†Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου

Στιχ .: Τέμνη κεφαλήν και το λοιπόν ως μέγα!

Άρας γαρ αυτήν, Διονύσιε, τρέχεις.

Mετ. Αποκεφαλίζεσαι, Διονύσιε, κι όμως αυτό που ακολουθεί είναι θαυμαστό κρατώντας την κεφαλή σου συνεχίζεις να τρέχεις.

Ο άγιος ιερομάρτυς Διονύσιος ήταν μέλος της «εξ Αρείου Πάγου Βουλής» (1) και υπερείχε όλων κατά τον πλούτο, τη δόξα, τη σύνεση και τη σοφία. Ασπάστηκε την πίστη του Χριστού, όταν άκουσε το κήρυγμα (2) του αποστόλου Παύλου στο βράχο του Αρείου Πάγου, και έλαβε το άγιο Βάπτισμα. Χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών, διαδεχθείς στον επισκοπικό θρόνο τον άγιο και σοφό Ιερόθεο (3). Από τον άγιο δε και σοφό αυτό προκάτοχό του ο άγιος Διονύσιος διδάχτηκε θεία και απόρρητα μυστήρια της Πίστεώς μας. Έτσι ο Άγιος άφησε συγγράμματα (4) σπουδαιότατα, παράδοξα και θαυμαστά. Εδώ θα μνημονευτούν εν συνεχεία, ως μικρό παράδειγμα, κάποια στοιχεία μόνο από ένα σύγγραμμά του.

Γράφει λοιπόν ο άγιος Διονύσιος σ’ ένα σύγγραμμά του, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «Όταν κάποτε πήγα στην Κρήτη, με φιλοξένησε ο ιερέας Κάρπος, ο όποιος ήταν πολύ ενάρετος, είχε καθαρότατη διάνοια και, έτσι, με τη χάρη του Θεού, ήταν καταλληλότατος σε θεοπτίες. Ο ιερέας δε αυτός δεν άρχιζε ποτέ τη θεία Λειτουργία αν προηγουμένως, δηλαδή κατά την ώρα που έκανε την προετοιμασία και διάβαζε τις σχετικές ευχές, δεν εμφανιζόταν σ’ αυτόν κάποια ιερή και ευμενής οπτασία. Μου έλεγε λοιπόν ο ιερέας αυτός ότι κάποτε τον είχε πικράνει κάποιος άπιστος, επειδή απέσπασε από την Εκκλησία έναν χριστιανό και τον παρέσυρε στην αθεΐα. Και ενώ είχε την πικρία αυτή, δεν προσευχήθηκε, καθώς έπρεπε να πράξει, για τους δύο αυτούς ανθρώπους και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, ώστε να μπορέσει τον μεν παρασυρθέντα στην απιστία να τον επαναφέρει στους κόλπους της Εκκλησίας, τον δε άπιστο να τον προσελκύσει στην πίστη του Χριστού- ούτε πήρε την απόφαση να τους νουθετεί αδιαλείπτως και δια βίου, ώστε να τους οδηγήσει στη θεία γνώση. Αλλά, μου έλεγε, τέτοιο πράγμα δεν το είχε ξαναπάθει, δηλαδή το ότι έπεσε και κοιμήθηκε αγανακτισμένος και με την πικρία στην ψυχή του. Και εγώ βέβαια δεν γνωρίζω πως ενστάλαξε στην ψυχή του τέτοια δυσμένεια και πικρία.

»Συνεχίζοντας λοιπόν ο Κάρπος, μου είπε ότι κοιμήθηκε αμέσως μόλις νύχτωσε. Περί το μεσονύκτιο ξύπνησε, για να ψάλει την ώρα εκείνη, όπως συνήθιζε, τους θείους ύμνους. Όμως κατά την ώρα αυτή της προσευχής του στενοχωρούνταν, χωρίς να πρέπει, και δυσανασχετούσε συλλογιζόμενος ότι δεν ήταν δίκαιο να ζουν άνθρωποι άθεοι, που διαστρέφουν τις άγιες και ορθές οδούς του Κυρίου. Σκεπτόμενος δε αυτά, παρακαλούσε τον Θεό να ρίξει έναν κεραυνό και να κατακαύσει δια μιάς και τους δύο τους χωρίς οίκτο.

»Και ενώ αυτά συλλογιζόταν, του φάνηκε ξαφνικά πως σείστηκε ολάκερη η οικία στην οποία βρισκόταν. Εν συνεχεία δε η οικία εκείνη διαιρέθηκε σε δύο μέρη, από την οροφή μέχρι και τα θεμέλια, ενώ μια πολύφωτη φλόγα πυρός που ξεκινούσε από τον ουρανό, έφτανε μπροστά στην οικία (Και βέβαια ο τόπος εκείνος έδινε την εντύπωση πως ήταν υπαίθριος). Ο ουρανός φαινόταν ανοικτός και πάνω του καθόταν ο Ιησούς Χριστός. Γύρω δε από τον Ιησού παρίσταντο αναρίθμητοι άγγελοι με ανθρώπινη μορφή. Αυτά λοιπόν έβλεπε κοιτάζοντας προς τα πάνω και θαύμαζε.

»Όταν όμως ο Κάρπος κοίταξε προς τα κάτω, όπως μου είπε, είδε το έδαφος σχισμένο με ένα χάσμα αχανές και ολοσκότεινο. Και στην μεν άκρη του στομίου του χάσματος αυτού είδε τους άνδρες εκείνους, τους οποίους καταριόταν λίγο πριν, να στέκονται ελεεινοί και περίτρομοι, αφού διέτρεχαν τον άμεσο κίνδυνο να πέσουν στο βάραθρο εξαιτίας της αστάθειας των ποδιών τους. Από τα βάθη δε του χάσματος ανέβαιναν φίδια, τα οποία άλλοτε τυλίγονταν γύρω από τα πόδια των δύο αυτών ανθρώπων και τους τραβούσαν άλλοτε τους υπογαργάλιζαν με τα δόντια τους και τους χτυπούσαν ελαφρά με τις ουρές τους, και άλλοτε μηχανεύονταν διάφορους άλλους τρόπους, όπως σφυρίγματα, σπρωξίματα από κάτω και χτυπήματα, προκειμένου να τους ρίξουν στο ολοσκότεινο βάραθρο. Και φαίνονταν οι άνθρωποι αυτοί ότι βρίσκονταν πολύ κοντά στο να πέσουν στο βάραθρο, είτε μόνοι τους από απελπισία, είτε πιεζόμενοι από τις ενοχλήσεις των φιδιών.

»Έλεγε δε ο Κάρπος ότι ένιωθε ευχαρίστηση να βλέπει προς τα κάτω, ενώ τα άνω που υπήρχαν στον ουρανό τα παραμελούσε, και δυσανασχετούσε που ακόμη οι δύο άνδρες δεν είχαν πέσει στο βάραθρο. Και επειδή η κατάσταση αυτή δεν ελάμβανε τέλος, λυπούνταν κατάκαρδα και καταριόταν. Σε κάποια στιγμή όμως ύψωσε το βλέμμα του και πάλι προς τον ουρανό και είδε τον Ιησού, όπως Τον είδε και προηγουμένως. Ο Ιησούς σηκώθηκε από τον επουράνιο θρόνο Του και κατέβηκε σ’ αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους να τους ελεήσει και να τους δώσει χείρα βοηθείας. Μαζί Του πήρε και τους αγγέλους, οι οποίοι βοηθούσαν εκείνους τους δύο, πιάνοντας άλλοι τον ένα και άλλοι τον άλλο, ώστε να μην πέσουν στο χάος. Και ενώ οι άγγελοι έδιναν χείρα βοηθείας στους δύο ανθρώπους, ο Ιησούς με τεντωμένο το χέρι του προς τα μπρος και κοιτάζοντάς τον του είπε: “Λοιπόν Κάρπε, χτύπα εμένα. Είμαι πράγματι έτοιμος να πάθω και πάλι και πολλές φορές για τη σωτηρία των ανθρώπων. Πλην όμως εσύ κοίταξε και συλλογίσου αν κρίνεις καλό να βρίσκεσαι στο χάος μαζί με τα φίδια, και όχι στον ουρανό μαζί με τον Θεό και τους αγαθούς και φιλανθρώπους αγγέλους Του”» 20 (5).

Ο άγιος Διονύσιος ερμήνευσε και τον τύπο της εκκλησιαστικής καταστάσεως (ιεραρχία) και ακολούθως, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.), πήγε στα μέρη της Δύσεως. Εκεί ο ‘Αγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα. Τελικά έφτασε και στο Παρίσι της Γαλλίας, όπου και αποκεφαλίστηκε και ανήλθε στεφανηφόρος στη βασιλεία των ουρανών.

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αγίου συνέβη το έξης μέγιστο και πανθαύμαστο γεγονός: Ο Άγιος πήρε με τα ίδια του τα χέρια την αγία του κεφαλή και, κρατώντας την, περπάτησε περίπου δύο μίλια, αφήνοντας κατάπληκτους όλους εκείνους που έβλεπαν το μέγιστο αυτό θαύμα. Και την αγία κεφαλή του δεν την άφησε από τα χέρια του, παρά όταν συνάντησε μια γυναίκα, ονόματι Κατούλα, και αφού στάθηκε κατά θεία Πρόνοια, την εναπόθεσε στις παλάμες της ως έναν πολύτιμο θησαυρό.

Συγχρόνως με τον αποκεφαλισμό του αγίου Διονυσίου αποκεφαλίστηκαν και οι δύο μαθητές του, ο Ρουστικός και ο Ελευθέριος. Τα σώματα δε των Αγίων αυτών μαζί με το μαρτυρικό σώμα του διδασκάλου τους αγίου Διονυσίου ο τύραννος τα άφησε άθαφτα, ώστε να αποτελέσουν τροφή για τα θηρία και τα όρνια. Όμως κάποιοι πιστοί τόλμησαν και περισυνέλεξαν τα άγια λείψανα, τα οποία και εναπέθεσαν σε κάποιο κρυφό μέρος «δια τον φόβον των δημίων». Αλλά μόλις εξέλιπε ο φόβος αυτός, η μακαριστή Κατούλα πήρε τα λείψανα των αγίων Μαρτύρων και τα ενταφίασε σε επίσημο υπέργειο τάφο, στις 3 Οκτωβρίου.

Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης είχε τα έξης σωματικά γνωρίσματα: Ήταν μέσου αναστήματος και ισχνός· το χρώμα του ήταν λευκό προς το κιτρινωπό· η μύτη του ήταν κάπως πλατιά και τα φρύδια του « συνεσπασμένα» (συμμαζεμένα)· είχε μάτια βαθουλά και αυτιά μεγάλα· η κόμη του ήταν λευκή και πλούσια, η δε γενειάδα του, λευκή και αυτή, ήταν μακριά αλλά κάπως αραιή· η κοιλιά του εξείχε ελαφρώς και τα δάκτυλα των χεριών του ήταν μακριά.

Η Σύναξη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου τελείται στην αγιώτατη μεγάλη Εκκλησία.


Υποσημειώσεις

(1) Άρειος Πάγος ονομαζόταν -και ονομάζεται- ο πετρώδης λόφος (πάγος = βράχος) που βρίσκεται προς τα δυτικά της Ακροπόλεως των Αθηνών. Ο λόφος αυτός πήρε την ονομασία από το όνομα του θεού του πολέμου Άρεως, ο οποίος κατά τη μυθολογία δικάστηκε στον τόπο εκείνο για φόνο που είχε διαπράξει. Ο τόπος λοιπόν αυτός, ο Άρειος Πάγος, ήταν συνδεδεμένος από τα αρχαιότατα χρόνια με τη δημόσια και θρησκευτική ζωή των Αθηνών. Ιδιαίτερη σημασία έλαβε ο Άρειος Πάγος ως έδρα δικαστική και πολιτική. Εκεί συνεδρίαζε το ανώτατο συμβούλιο της πόλεως, η λεγόμενη «εξ Αρείου Πάγου Βουλή», που συστήθηκε, μόλις καταλύθηκε η βασιλεία, και ανέλαβε αυτή τη διακυβέρνηση της πόλεως των Αθηνών.

Η Βουλή του Αρείου Πάγου η, αλλιώς, ο Άρειος Πάγος είχε ολόκληρη τη διοικητικής και δικαστική εξουσία. Αργότερα όμως, έγιναν μεταρρυθμίσεις και αφαιρέθηκαν από τη Βουλή αυτή ολόκληρη σχεδόν η διοικητική εξουσία και ένα μέρος της δικαστικής. Έκτοτε ο Άρειος Πάγος κατέστη ο φύλακας των νομών και δίκαζε «τας φονίους δίκας», ήτοι φόνους εκ προμελέτης, θανατηφόρους φαρμακείες και εμπρησμούς. Από τη διοικητική του εξουσία κράτησε την εποπτεία των ιερών και την πρόνοια για την ακριβή τέλεση της λατρείας. Τα μέλη του Αρείου Πάγου προέρχονταν από Αθηναίους πολίτες, πλουσιότατους και μορφωμένους, που είχαν διατελέσει προηγουμένως «άρχοντες». Δηλαδή προέρχονταν από τους εκάστου «εννέα άρχοντες» της αθηναϊκής Δημοκρατίας, μετά τη λήξη της θητείας τους. Τα μέλη του Αρείου Πάγου ήταν ισόβια

(2). Βλ. Πραξ. ιζ’ 16-34.

(3) Βλ. 4 Οκτωβρίου, Συναξάριο αγίου Ιεροθέου, επισκόπου Αθηνών.

(4). ‘Υπό το όνομα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου σώζονται τέσσερα συγγράμματα με τους τίτλους: «Περί της ουρανίου Ιεραρχίας», «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας», «Περί θείων ονομάτων», «Περί μυστικής θεολογίας». Επίσης σώζονται και δέκα επιστολές. Τα έργα όμως αυτά, όπως έχει αποδείξει η έρευνα των ειδικών, συνέγραψε κάποιος, άγνωστος ως σήμερα, εκκλησιαστικός συγγραφέας, που έζησε κατά τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. Ο συγγραφέας αυτός – « Ψευδοδιονύσιο» τον ονομάζουν οι ερευνητές-, θέλοντας να προσδώσει κύρος στις μυστικίζουσες αντιλήψεις του, «δημοσίευσε» τα συγγράμματα του υπό το όνομα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

(5) Η οπτασία του Κάρπου καταδεικνύει εναργέστατα, πρώτον, την απέραντη και ανεξάντλητη αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους και, δεύτερον, το να μνησικακεί κάποιος εναντίον αμαρτωλών συνανθρώπων του, προφασιζόμενος – έστω και ειλικρινώς- ευσέβεια, είναι απαράδεκτο ενώπιον του Θεού και συνιστά βαριά αμαρτία.