Ο μυστικός κόσμος των εικόνων, του Χρήστου Γκότση
Ο Παντοκράτωρ
Ο παντοκράτορας της εικόνας μας είναι τοιχογραφία στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά στα Μετέωρα, έργο του κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη (1527).
Επειδή ο τύπος αυτός του Παντοκράτορα είναι καθιερωμένος στη βυζαντινή τέχνη, αφήνουμε τον πρωτεργάτη της αναβίωσης της βυζαντινής ζωγραφικής στην πατρίδα μας, μακαριστό Φώτη Κόντογλου να περιγράψει την εικόνα.
«Ζωγραφίζεται δε ο Παντοκράτωρ αυστηρός και πράος συγχρόνως. Η κορυφή Του είναι εστηριγμένη πάντοτε κατά τα εσπέρια, ήγουν κατά το βασίλειον του ηλίου, ωσάν να βγαίνει εξ ανατολών ο Ήλιος της Δικαιοσύνης.
Φορεί από μέσα τον χιτώνα, όπου αφήνει να διαφανεί γυμνόν εν μέρος του στήθους Του, και από πάνω είναι περιτυλιγμένος με πολύπτυχον ιμάτιον, οπού ενθυμίζει τον δαυϊτικόν ψαλμόν, ο οποίος λέγει: «Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τό περιβόλαιον αὐτοῦ». Η δεξιά χειρ εγείρεται εις σχήμα ευλογίας, και η αριστερά κρατεί σφιχτά επάνω εις το στήθος Του το Ευαγγέλιον, τον θείο Νόμο.
Πυκνά μαλλιά περιβάλλουν την μεγαλοπρεπή κεφαλήν, κυματίζοντα ελαφρώς, και οι πλόκαμοι πίπτουν ως ρεύματα ποταμού επάνω εις τον αριστερόν ώμον, χωρισμένα εις την μέσην.
Το μέτωπον του Κυρίου είναι ηγεμονικόν, πλήρες σοφίας και δυνάμεως. Τα όμματα άγρυπνα και ατάραχα, προσβλέπουν μετά φιλανθρωπίας και συγκαταβάσεως τους ταπεινούς, αλλ’ μετ’ αυστηρότητας τους πονηρούς και υπερήφανους.
Η μύτη Του είναι λεπτή και ευθεία. Το στόμα μικρόν και σοβαρόν. Οι μύστακες λεπτότριχοι και σύμμετροι, κλίνουν προς τα κάτω, κατά τον φυσικόν ασιατικόν τρόπον και εκφράζουν πραότητα. Το γένειόν Του, κτενισμένον και σύμμετρον, ελαφρά χωρισμένον εις την άκραν. Ο λαιμός Του είναι ευρύς και στερεός, μαζί με εν μέρος του στήθους Του, οπού είναι γυμνόν.
Από όλα τα χαρακτηριστικά του Κυρίου εκπέμπεται οσμή ευωδίας πνευματικής. Από την ακήρατον κορυφήν Του και από τα μαλλιά Του εβγαίνει σεμνή μεγαλοπρέπεια. Από τα όμματά Του αγάπη αλλά και αυστηρότης «τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καί νεφρούς». Από την μύτη ευθύτης και έλεος. Από το στόμα ειρήνη και συγγνώμη. Από τα μηλομάγουλά Του απλότης και αγαθότης. Από τον λαιμόν και από το στήθος έλεος και ευσπλαχνία. Από την δεξιά χείρα ευλογία και χρηστότης. Από την αριστεράν, όπου κρατεί στερεά το άγιον Ευαγγέλιον, εκπορεύεται Νόμος ζωοποιός, ανακουφίζων τους κοπιώντας και πεφορτισμένους. Το γυριστόν σιαγόνι του φανερώνει η ημερότητα και μακροθυμίαν. Από τον πώγωνά Του στάζει μύρο αγιότητος. Από τον μανδύα Του, ο οποίος Τον τυλίγει ωσάν το σύννεφον που κρύβει τον ήλιον, διαχύνεται η μεγαλοπρέπεια του παντός.
Ο Παντοκράτωρ σταλάζει μέσα εις την ευλαβικήν ψυχήν όλα τα άγια αισθήματα, όντας Μέγας, Δυνατός, Παντουργός, Παντεπόπτης, Πράος, Φιλάνθρωπος, Σωτήρ, Κριτής, Ταπεινός, Αυστηρός, Ίλεως. Είναι κατά το ρήμα του προφήτου Ιεζεκιήλ «ὁ Ἀετός ὁ Μέγας, ὁ Μεγαλοπτέρυγος» όπου πετά επάνωθεν από τον φθειρόμενον κόσμον, αιώνιος, άφθαρτος. Δι’ αυτόν «χίλια ἔτη ὡς ἡ μέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε». Σύννεφο βαρύ είναι δια τους πονηρούς, πλην δια τους πιστούς και ταπεινούς είναι ο Αθάνατος Ήλιος, η Πηγή της Ζωής, ο Ζωοδότης. Εγείρουν, τους οφθαλμούς των προς Αυτόν, κράζοντες με αγαλλίασιν: «Ἐν τῷ φωτί τῆς δόξης τοῦ προσώπου Σου πορευσόμεθα εἰς τόν αἰῶνα».
Εκεί επάνω γρηγορεί ημέρας και νυκτός, πρωί και εσπέρας, χειμώνα και θέρος, αναλλοίωτος, αιώνιος, προ πάντων των αιώνων και εις τον αιώνα του αιώνος. Ο αισθητός ήλιος ανατέλλει και δύει, πλην ο Κύριος δεν κουράζεται να ευλογή, εξ ετοίμου κατοικητηρίου Του, τον αμαρτωλόν κόσμον.
Οι άνεμοι πνέουν με βοή γύρω εις τον αγιασμένον πύργον, μέσα εις το οποίον κατοικεί ο Κύριος. Η βροχή, ο κρύσταλλος, η χιών, η χάλαζα, πνεύμα καταιγίδος, περνούν επάνωθέν Του. Εκείνος ευλογεί ησύχιος και μακρόθυμος, ο´Aρχων της ειρήνης. Ο ήλιος φωτίζει το κατοικητήριόν Του, ο λίβας ξηραίνει τα χόρτα όπου έχουν φυτρώσει πάνω στην σκέπη Του. Ο κύριος ατάραχος αγρυπνεί επάνω εις τον κόσμο, ημέρας και νυκτός, εις τον αιώνα του αιώνος.
«Κατ’ ἀρχάς Σύ, Κύριε, τήν γήν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν εἰσιν οἱ οὐρανοί. Αὐτοί ἀπολοῦνται, Σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καί ἀλλαγήσονται. Σύ δέ ὁ αὐτός εἶ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν (Ψαλμ. ρα΄ 26).
Στον τρούλο ο Παντοκράτορας δεν είναι μόνος. Στη γύρω ζώνη εικονίζεται η ουράνια θεία Λειτουργία που τελεί ο ίδιος ο Χριστός (τον βλέπουμε με αρχιερατική αμφίεση πίσω από την Αγία Τράπεζα). Είναι μέσα σε δόξα και δέχεται τα σεβίσματα δύο αγγέλων που κλίνουν προς αυτόν. Πίσω τους οι άλλοι άγγελοι της πομπής της Μεγάλης Εισόδου. Κρατούν ριπίδια, τα Τίμια Δώρα και τρεις τον «αέρα» που έχει πάνω του ζωγραφισμένο το Χριστό νεκρό.
Στο τύμπανο του τρούλου, κάτω από τη Θεία Λειτουργία εικονίζονται οι προφήτες με τα ανοικτά ειλητάριά τους. Στην εικόνα μας φαίνεται στην άκρη δεξιά το κεφάλι του βασιλιά Σολομώντα και το ειλητάριό του, που γράφει : «Δικαίων ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ καί οὐ μή ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ. 3, 1). Με τη φράση αυτή αρχίζει ένα από τα αναγνώσματα που ακούμε συνήθως στον εσπερινό, στις εορτές των αγίων.
Η εικόνα του Παντοκράτορα είναι μια παρηγοριά για τους πιστούς. Η παντοδυναμία του Θεού τους οπλίζει με θάρρος και τους χαρίζει εγκαρτέρηση. Στις θλίψεις και τις αγωνίες τους δεν είναι μόνοι. Συμπαραστάτης και συμπολεμιστής στα παλαίσματά τους κατά του κακού και της αμαρτίας είναι ο Παντοκράτορας Θεός. Γι αυτό λένε σ’ αυτόν μαζί με τον υμνογράφο της Εκκλησίας μας:
«Κύριε τῶν δυνάμεων, μεθ’ ἡμῶν γενοῦ. ἄλλον γάρ ἐκτός σου βοηθόν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Κύριε τῶν δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς».
Το Aγιο Μανδήλιο
Η εικόνα του Αγίου Μανδηλίου εικονίζει ένα μανδήλιο, πάνω στο οποίο έχει ζωγραφιστεί το Πρόσωπο του Κυρίου. Το περι- βάλλει ένσταυρος φωτοστέφανος, στις τρεις κεραίες του οποίου έχει χαραχτεί το όνομα του Θεού:Ο ΩΝ. Όταν ο Μωϋσής ζήτησε από τον Θεό να του φανερώσει το όνομά Του, τότε που εκείνος του παρουσιάστηκε στη φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο «εἶπεν ὁ Θεός πρός Μωυσῆν λέγων, ἐγώ εἰμί ὁ ὤν» (Εξ. 3,14). Ο Θεός είναι αυτός που υπάρχει πραγματικά και αιώνια, σε αντίθεση με τους ψεύτικους θεούς.
Ταυτόχρονα όμως με το όνομα της θείας φύσεως του Κυρίου σημειώνεται στο πάνω μέρος του Αγίου Μανδηλίου το όνομά Του, που θυμίζει στους πιστούς πως το εικονιζόμενο πρόσωπο είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτόν πρέπει να πιστεύουμε ως «ὁμοούσιον τῷ Πατρί» και ως «τόν δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα» (Σύμβολο της Πίστεως).
Η όψη του Κυρίου δεν προδίδει τίποτε το γήινο και σαρκικό. Τα μεγάλα και στοχαστικά μάτια, τα τοξωτά φρύδια, η μακριά μύτη, το μικρό στόμα συνθέτουν μια μορφή που εμπνέει, εκφράζει την παναγιότητα του Κυρίου και «τά νοητά φωταυγεῖ» (Κανών της αγίας εικόνος, ωδή δ΄). Όπως λέει άλλο τροπάριο, αν και ο Σωτήρας μας δεν είχε θεϊκό είδος ούτε κάλλος στον καιρό του πάθους, στην πραγματικότητα όλους καταφώτιζε. Αυτό δηλώνει η θέα της μορφής Του, της οποίας το ομοίωμα «ράκει ἐκτυπωθέν, ὥσπερ θησαυρός ἡμῖν δεδώρηται» (Ωδή ς΄).
Η εικόνα είναι έργο του αειμνήστου αγιογράφου Φώτη Κόντογλου, είναι χρονολογημένη (1963) και βρίσκεται στην ελληνική Ι. Μονή της Μεταμορφώσεως στη Βοστώνη Αμερικής.
Κλείνουμε την παρούσα ανάλυση της εικόνας του Αγίου Μανδηλίου με το απολυτίκιο της εορτής, που ψάλλεται σε ήχο β΄.
«Τήν ἄχραντον Εἰκόνα Σου, προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστέ ὁ Θεός∙ βουλήσει γάρ ηὐδοκήσας σαρκί ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ρύσῃ οὕς ἔπλασας ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ∙ ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμεν σοι∙ Χαρᾶς ἐπλήρωσας τά πάντα ὁ Σωτήρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τό σῶσαι τόν κόσμον».
Η Αποκαθήλωση
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (19,25) μας πληροφορεί πως κοντά στον Σταυρό του Κυρίου στέκονταν τρεις ή τέσσερις γυναίκες συμπεριλαμβανομένης και της Θεοτόκου.´Aλλες όμως γυναίκες, όπως μαρτυρούν οι άλλοι Ευαγγελιστές, παρακολουθούσαν από μακριά το μαρτύριο του Διδασκάλου. Είναι πολύ πιθανόν μερικές από αυτές να προστέθηκαν στις Μυροφόρες που παραστέκονταν στον Σταυρό. Ακόμη οι ευσεβείς γυναίκες που παραβρέθηκαν στη Σταύρωση θα βοήθησαν και στην ταφή του Κυρίου. Έτσι ο όμιλος γυναικών στην Αποκαθήλωση παρουσιάζεται πολυπρόσωπος. Ο ορθόδοξος αγιογράφος θέλησε με τα πολλά πρόσωπα να τονίσει τη θλίψη και να επαυξήσει το θρήνο που προκάλεσε το απίστευτο θέαμα του νεκρού και εγκαταλειμμένου Χριστού. Στην πρώτη σειρά των Μυροφόρων εικονίζεται η Παναγία να ανακρατεί από την μέση το νεκρό Υιό της. Τα μάτια της έχουν στεγνώσει από τα δάκρυα. Όμως δεν σπαράζει από τον πόνο. Η θλίψη της είναι συγκρατημένη . Η βεβαιότητα της Ανάστασης της γλυκαίνει τον πόνο. « Νέκρωσιν τήν σήν , ἡ πανάφθορος Χριστέ, σοῦ μητήρ , βλέπουσα, πικρῶς σοι ἐφθέγγετο∙ Μή βραδύνῃς , ἡ ζωή, ἐν τοῖς νεκροῖς » (Εγκώμιο δευτέρας Στάσεως). Λύπη ανάμικτη με έκπληξη προδίδει η έκφραση των Μυροφόρων που στέκουν πίσω από την Θεοτόκο. Είχαν υπηρετήσει τον Κύριο και είχαν δει τα θαύματά Του. Τώρα βλέπουν πως Εκείνος που ανάστησε νεκρούς, « ἄπνους φέρεται κηδευόμενος χερσί τοῦ Ἰωσήφ ». Στην ομάδα των ανδρών διακρίνουμε με τη σειρά τον Ιωσήφ, τον Ιωάννη και το Νικόδημο. Ο Ιωσήφ, σεβαστό και επίσημο μέλος του Συνεδρίου, έχει έκφραση αριστοκρατική. Τα συμβάντα τον έχουν βυθίσει σε σκέψεις. Αναπολεί τη ζωή, τη δράση και τη διδασκαλία του Διδασκάλου του. Θαυμάζει τη θεία κένωση, την αγάπη του Θεού στο πλάσμα Του. Ο ορθόδοξος αγιογράφος θέλησε να τον εικονίσει όπως τον παρουσιάζει ο υμνωδός της Εκκλησίας. «Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ , σχηματίζει φρικτῶς , καί κηδεύει ὡς νεκρόν εὐσχημόνως σε καί θαμβεῖταί σου τό σχῆμα τό φρικτόν » (Εγκώμιο πρώτης Στάσεως). Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, ο Ιωάννης, ανακρατεί με το ένα χέρι το γερμένο κεφάλι του Χριστού και με το άλλο το νεκρό χέρι του. Είναι σε στάση υπόκλισης. Υποκλίνεται μπροστά στη θεία μεγαλειότητα. Προσκυνεί κατά κάποιο τρόπο το πάθος, ανυμνεί την ταφή και μεγαλύνει τη θεία δύναμη, με τα οποία λυτρώθηκε ο άνθρωπος από την θανατηφόρα αμαρτία. Ο Νικόδημος, τρίτος της ευλογημένης τριάδας, είναι ακουμπισμένος στη σκάλα που χρειάστηκε για την Αποκαθήλωση. Εικονίζεται συνήθως κρατώντας όργανα ξυλουργού (τανάλια, σκεπάρνι) που ήταν απαραίτητα όργανα για να βγουν τα καρφιά του Σταυρού. Έντονη είναι η θλίψη και στο πρόσωπο του Νικοδήμου. Αναπολεί την νυκτερινή αναζήτηση που είχε με τον Κύριο, και επαναλαμβάνει ίσως νοερά την συγκλονιστική φράση, που άκουσε τότε από το στόμα του Κυρίου: « Καί καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ , οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου , ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται , ἀλλ ‘ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον ( Ιω . 3, 14-15). Τέλος, οι άγγελοι που εικονίζονται στο πάνω μέρος της εικόνας, με ανοικτές παλάμες των χεριών, προσθέτουν στην ανθρώπινη απορία για το Πάθος του Κυρίου και την έκπληξη του ουρανού. Στην εικόνα μας, θαυμάσιο έργο της κρητικής σχολής του 16 ου αιώνα (βρίσκεται στη Ι. Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους), δεσπόζει η μορφή του προσηλωθέντος στο Σταυρό Κυρίου. Ο θάνατός Του ήταν το προανάκρουσμα της ζωηφόρας Ανάστασής Του. Ήταν ένας φυσίζωος , ζωογόνος δηλαδή ύπνος. Καθώς τον ενατενίζουμε εξουθενωμένο, έρχεται στο νου μας το θρηνητικό άσμα: « Ὕπνωσας Χριστέ τόν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ , καί βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας , τοῦ τῆς ἁμαρτίας , τό τῶν ἀνθρώπων γένος»»(Εγκώμιο δευτέρας Στάσεως). |
Απόστολος Πέτρος
Η εικόνα μας «ο Απόστολος Πέτρος» βρίσκεται στο ´Aγιο Όρος στην Ι. Μονή Σταυρονικήτα και είναι έργο του κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη (16ος αιώνας).
Ο απόστολος εικονίζεται ως την μέση με κλίση προς τα αριστερά του κατά τα τρία τέταρτα. Με το ένα του χέρι ευλογεί και με το άλλο κρατεί μισόκλειστο το ειλητάριο . Ο ζωγράφος μας προσπάθησε να αποτυπώσει στην μορφή του όχι μόνο τα γενικά χαρακτηριστικά, αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο, το ιδιότυπο του χαρακτήρα του. Ο δυναμισμός και η αυθορμησία του είναι έκδηλα στην έκφρασή του. Το στρογγυλό και γεμάτο του πρόσωπο, ο στιβαρός λαιμός, τα φλογερά και διαπεραστικά του μάτια, όλα αυτά ανταποκρίνονται στον χαρακτήρα του: τον ορμητικό, τον άφοβο, τον αποφασιστικό. Όλα τα γνωρίσματα της μορφής του Πέτρου έχουν μια εκφραστική δύναμη, μια έντονη ανθρώπινη παρουσία. Μας φέρνει κοντά του για να διαβάσουμε την σκέψη του και να διαπορθμεύσει και σε μας τον δυναμισμό της ωραίας ψυχής του. Αυτή είναι άλλωστε και η άφθαστη μαστοριά του Θεοφάνη. Λέει γι αυτόν ο Μαν . Χατζηδάκης: «Η αγάπη του Θεοφάνη για τον άνθρωπο, η αδιάκοπη απασχόληση και έγνοια που τον φέρνει σε διαισθητή , θα’ λεγες , επικοινωνία μαζί του, φανερώνεται στα πρόσωπα των μοναχικών αγίων, τα οποία στην περίοδο αυτή αποκτούν εξαιρετική εκφραστική δύναμη, σε μεγάλη κλίμακα φυσιογνωμικών τύπων, συχνά σχεδόν εξατομικευμένων προσωπικοτήτων. Η αίσθηση της ανθρώπινης παρουσίας γίνεται με τον τρόπο αυτό ανεπανάληπτα ισχυρή και αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τέχνης του Θεοφάνη, τουλάχιστον στην τελευταία της φάση» (Ο κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης σ. 117).
Ύστερα από αυτά, δικαιολογημένα παρακαλούμε τον πανεύφημο και πρωτοκορυφαίο απόστολο. « Χριστοῦ τά βασίλεια ἀνεωχθῆναι ἐκτενῶς , καθικέτευσον Πέτρε , τοῖς τήν θείαν σου μνήμην, πίστει ἀδιδάκτῳ γεραίρουσι » (Κανών της εορτής, ωδή δ΄ ).
Απόστολος Παύλος
Ο άγιος εικονίζεται ως την μέση, βλέπει προς τα δεξιά του με ανάλογη κλίση του σώματός του. Με τα δύο του χέρια κρατεί βιβλίο κλειστό, που το σφίγγει στο στήθος του ως πολύτιμο θησαυρό. Τα προσωπογραφικά του στοιχεία είναι στις γενικές γραμμές, όπως τα παρουσιάζει το κείμενο του συναξαρίου. Όλα προδίδουν την εμβρίθεια και τη σοφία του. Εντυπωσιάζει το πλατύ κρανίο, το ογκώδες σώμα και το στοχαστικό βλέμμα. Ο θεατής έχει μπροστά του ένα πνευματικό γίγαντα. Μαντεύει το ασυνήθιστο μυαλό, το στοχασμό του, τον πύρινο λόγο του, την πλατιά καρδιά του, την εσωτερική ζωή του. Ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Χριστό, παραδομένος στο θέλημά Του, ο ακούραστος εργάτης και μυσταγωγός Του. Είναι ο πρώτος μετά τον Έναν, αυτός που περισσότερο από όλους τους ανθρώπους έδειξε «τί ποτέ ἐστιν ἄνθρωπος, καί ὅση τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας ἡ εὐγένεια, καί ὅσης ἐστί δεκτικόν ἀρετῆς τουτί τό ζῷον» (Ιερός Χρυσόστομος, ΕΠΕ 36, 418). Την εικόνα της ψυχής του απ. Παύλου παρουσιάζει άριστα ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Πάντα ἄνθρωπον προσεδόκησε παραστῆσαι (= να τον παρουσιάσει τέλειο εν Χριστώ) καί τό γε αὐτοῦ μέρος πάντας παρέστησε. Καί γάρ ὥσπερ τήν οἰκουμένην ἅπασαν γεννήσας αὐτός, οὕτως ἐθορυβεῖτο, οὕτως ἔτρεχεν, οὕτω πάντας ἐσπούδαζεν εἰσαγαγεῖν εἰς τήν βασιλείαν, θεραπεύων, παρακαλῶν, ὑπισχνούμενος, εὐχόμενος, ἱκετεύων, τούς δαίμονας φοβῶν, τούς διαφθείροντας ἐλαύνων, διά παρουσίας, διά γραμμάτων, διά ρημάτων, διά πραγμάτων, διά μαθητῶν, δι’ ἑαυτοῦ τούς πίπτοντας ἀνορθῶν, τούς ἑστῶτας στηρίζων, διεγείρων τούς χαμαί κειμένους, θεραπεύων τούς συντετριμμένους, ἀλείφων (παρορμώντας) τούς ραθυμοῦντας, φοβερόν ἐμβοῶν ἐπί τοῖς ἐχθροῖς, δριμύ βλέπων ἐπί τοῖς πολεμίοις, καθάπερ τις στρατηγός ἤ ἄριστος ἰατρός, αὐτός σκευοφόρος, αὐτός ὑπασπιστής, αὐτός παραστάτης, αὐτός πάντα γινόμενος τῷ στρατοπέδῳ∙ καί οὐκ ἐν τοῖς πνευματικοῖς μόνον, ἀλλά καί ἐν τοῖς σαρκικοῖς, πολλήν τήν πρόνοιαν ἐπεδείκνυτο, πολλήν τήν σπουδήν» (Εἰς τόν Παῦλον, 3, 3. ΕΠΕ 37, 438-440). |
´Aγιος Ευθύμιος ο Μέγας
Είναι του 17 ου αιώνα και φυλάγεται στην Ι. Μονή Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους. Ο ´Aγιος εικονίζετα ι σε προτομή και μετωπικός. Το ένα του χέρι, με μορφή ριπιδίου (βεντάλιας) άριστα καλλιγραφημένο, αγγίζει την μακριά γενειάδα του ευλογώντας, ενώ με το άλλο ανακρατάει ξετυλιγμένο ειλητάριο και με την ασυνήθιστη και ανορθόγραφη (εδώ ορθογραφημένη) παραίνεσή του: «Τήν τῶν παθῶν κάμινον εἰ βουληθείς σβέσαι. Ἴσθιε (=τρώγε) θρηνῶν τήν τροφήν καθημέραν και κίρνα (=ανάμειξε) τοῖς δάκρυσιν αὐτοῦ τήν πόσιν».
Η κόμη του είναι κοντή, μουστάκι και γένι υπερβολικά μακριά, το κεφάλι του φαλακρό. Έτσι τα θέλει και η Ερμηνεία του Διονυσίου: «»ἅγιος Εὐθύμιος γέρων φαλακρός, μακράν ἔχων τήν γενειάδα ἕως τούς μηρούς». Το ωχρό και στοχαστικό πρόσωπό του περιβάλλει ωραίος φωτοστέφανος με χαραγμένο φυτικό σχέδιο. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Αν. Ορλάνδος περιγράφοντας μία εξεικόνιση του Αγίου μας στη Μονή του Θεολόγου στην Πάτμο, «ἡ κτενισμένη καί λίαν σχηματοποιημένη κόμη του καί τά ἁπλά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του δηλοῦσι περισσότερον πνευματικόν ἤ σωματικῶς βασανισμένον, ἀσκητικόν ἄνδρα» (Ἡ ἀρχιτεκτονική καί αἱ βυζαντιναί τοιχογραφίαι τῆς Μονῆς τοῦ Θεολόγου Πάτμου, σ. 176). Πραγματικά, όλα στην εικόνα αποπνέουν πνευματικότητα: πλατύ ρυτιδωμένο μέτωπο, μάτια που βλέπουν λοξά, ανύπαρκτο στόμα, μορφή συγκεντρωμένη και πειθαρχημένη. Αλλά και ο μανδύας του είναι πολύπτυχος. Κάτω από αυτόν κρύβεται το πέρασμα της ζωής του από τούτον τον κόσμο: καθημερινές φροντίδες, σκληρός αγώνας μέσα σε αντιξοότητες και ερημιές, αγρύπνια για την προκοπή των μοναχών και τη διάδοση της Ορθοδοξίας: «Δεν έδωσε ύπνο στα μάτια του μήτε στα βλέφαρά του νυσταγμό, ώσπου λευτέρωσε την ψυχή και το σώμα από τα πάθη και ετοίμασε τον εαυτό του καταγώγιο του Αγίου Πνεύματος» (Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού). Ένας ´Aγιος πραγματικά μεγάλος με αγγελική όψη, συνήθειες ανεπιτήδευτες, πράος και αυθεντικός σε όλα του.
´Aγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης
Είναι της Ι. Μ. Διονυσίου του Αγίου Όρους (17 ος αι.). Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ , όπως τον δηλώνει η επιγραφή στο χρυσό κάμπο, παριστάνεται σε προτομή, μετωπικός. Αν κρίνουμε από το τμήμα του σώματος που φαίνεται, πρέπει να ήταν υψηλού αναστήματος (έτσι εικονίζεται σε παλιές εικόνες της μονής του). Φορεί μπλε χιτώνα, το «χιτώνα δικαιόσυνης και αγαλλιάσεως» (Ευχολόγιο το Μέγα ). Δεν εικονίζεται το άλλο μοναχικό ένδυμα, ο ανάβαλος , το πολυσταύριο . Είναι το ένδυμα που συμβολίζει με τους κεντημένους σταυρούς πως ο μοναχός σηκώνει στους ώμους του το σταυρό του ακολουθώντας το Χριστό.
Η μορφή του Αγίου είναι γεροντική με οξύ, λευκό και μακρύ γένι, όπως τον θέλει η παράδοση. Με τα δυο του χέρια κρατεί ξετυλιγμένο ειλητάριο με τα παραγγέλματά του. Το πρόσωπό του φωτισμένο κατάλληλα, το πλατύ και ρυτιδωμένο μέτωπό του δείχνουν τη σοφία του, την άσκηση και αγρυπνία του, τον ψυχικό του κόσμο: πνευματική ένταση, αυτοπειθαρχία, αποξένωση από τα εγκόσμια, σταθερή προσήλωση στα επουράνια. Το πλάγιο βλέμμα του, με το οποίο κοιτάζει τον προσκυνητή, εντείνει την έκφραση, εξαϋλώνει τη μορφή, την κάνει απόμακρη και στοχαστική. Σ’ όλα τα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά έκτυπη είναι η διδασκαλία του και αισθητή η παρουσία του. «Όλοι αποβλέπουν σ’ αυτόν (τον ποιμένα) σαν σε αρχέτυπη εικόνα κι αυτά που λέει και πράττει τα θεωρούν κανόνα και νόμο για τη ζωή τους» ( Εἰς τόν Ποιμένα, 23).
Παρόλη τη σκληρή άσκησή του στους απαρηγόρητους βράχους του Σινά , εικονίζεται εύρωστος και ακατάβλητος. Με ακμαίες τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις έκλεισε το επίγειο κύκλο του. Και τούτο, γιατί θα έλεγε μαζί με έναν άλλο περιβόητο ερημίτη: «Εμείς δεν διδαχθήκαμε να γίνουμε σωματοκτόνοι , αλλά παθοκτόνοι » (Αποφθέγματα, Ποιμήν 184, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, 1, σ. 608).
´Aγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
Βρίσκεται στην Ι. Μονή Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο (Νέο Σκευοφυλάκιο) και χρονολογείται γύρω στο 1500. Ανατυπώνεται εδώ από τις «Εικόνες της Πάτμου» του Μανόλη Χατζηδάκη.
Παρόλο που ο ´Aγιος εικονίζεται ως τη μέση, σχεδόν μετωπικός, εντυπωσιάζει με τα πληθωρικά προσωπογραφικά χαρακτηριστικά και τον πολύπτυχο μανδύα του. Με τα δύο του χέρια, μεγάλα κι αυτά, κρατάει ξετυλιγμένο ειλητάριο, όπου διαβάζουμε: ΠΟΙΑΝ ΣΟΙ ΕΠΑΞΙΟΝ ΩΔΗΝ Η ΗΜΕΤΕΡΑ ΠΡΟΣΟΙΣΕΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΕΙΜΗ ΤΗΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΗΝ. Δηλαδή: «Εγώ ο ανήμπορος (στην ψυχή) ποια ωδή θα σου ψάλλω (προσφέρω) παρά μόνο τη χαρμόσυνη». Στο κεφάλι του έχει περιτυλιγμένο το γνωστό ανατολίτικο τουρμπάνι που και σήμερα φορούν οι Μουσουλμάνοι. Με τις μαύρες και κόκκινες γραμμές του, καθώς και τα δύο άκρα του που κατεβαίνουν μπροστά τονίζεται το ασκητικό πρόσωπο. Σ’ αυτό βοηθούν τα τοξωτά φρύδια, η χοντρή μύτη, οι έντονες ρυτίδες. Κομψό και ψαρόλευκο είναι και το διχαλωτό του γένι, όπως το θέλει και η ερμηνεία του Διονυσίου (σ. 167). Έχουμε μπροστά μας μια μορφή πατερική, που επιβάλλεται με τη σοφία της και τη θεόφιλη ζωή της, τη μακροχρόνια άσκηση, την πείρα και την ορθή κρίση. Δεν βλέπει χαμηλά, στα γήινα. Το βλέμμα είναι καρφωμένο στο επέκεινα, τα ουράνια και αιώνια. Στα «Ιερά παράλληλα», ένα από τα έργα του, παραθέτοντας πατερικά και φιλοσοφικά κείμενα, φιλοσοφεί για το «ἄστατον καί ἀβέβαιον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων» καταλήγοντας «καί ὅτι μάταια τά παρόντα καί σκιᾶς ἀδρανέστερα» ( PG 95, 1113 κ.ε). Γι αυτό του λέγει ο υμνωδός: «Ὡς σοφός, ἀγχίνους τε (=και με ευστροφία νου) κριτής, τήν τῶν ὄντων φύσιν σκοπῶν τῶν ἀστάτων προέκρινας τά διαιωνίζοντα∙ τῶν προσκαίρων γάρ ἀντηλλάξω (=αντάλλαξες) τά κρείτονα πάτερ Ἰωάννη∙ ὅθεν σε καί νῦν Χριστός ἐδόξασεν» (Κανών 4 ης Δεκεμβρίου, ωδή α΄).
´Aγιος Ευστάθιος
Είναι του 16 ου αιώνα και βρίσκεται στο Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας. Από τις διάφορες σκηνές του βίου του αγίου Ευσταθίου εικονίζεται εδώ η πρώτη: η πρόσκλησή του από το Χριστό με το όραμα του Τιμίου Σταυρού του. Ο ´Aγιος, καβαλάρης σε ωραίο άσπρο άλογο, είναι σε ώρα κυνηγιού. Φορεί τη στρατιωτική του στολή που είναι απλή στην σχεδίασή της παρ ‘ όλο το αξίωμα του στρατηλάτη. Ο μανδύας του που ανεμίζει πίσω από την πλάτη του στο μήκος της αριστερής πλευράς του ισορροπεί με την κινητικότητα του αλόγου που προσπαθεί να ανέβει στο βράχο. Με το δεξί του χέρι κρατάει το δόρυ και με το αριστερό τα γκέμια του αλόγου. Σ’ άλλες εικόνες το δόρυ τοξεύει το ελάφι που κατά τη διήγηση πήδησε πάνω από ένα «χάσμα της γης» (βαθύ άνοιγμα ανάμεσα σε δύο βράχους) και ανέκοψε τον βηματισμό του αλόγου: «Τρέχοντας ἡ ἔλαφος καί ὁ Ἅγιος μοναχός κατήντησαν εἰς τόπον , ὅπου ἦτον χάσμα μέγα τῆς γῆς . Καί ἡ μέν ἔλαφος ἐπήδησε τό χάσμα ἐκεῖνο , τό δέ ἄλογον τοῦ Ἁγίου , ἐπειδή πολύς ἦτο ὁ τόπος, ἐδυνήθη νά τό πηδήσῃ , μόνος ἐστάθη ἀντιπέρα τῆς ἐλάφου ἐκείνης » (Δαμασκηνός ο Στουδίτης ). Η παραλλαγή αυτής της σκηνής ζωντανεύει την παράσταση, την συγχρονίζει με την οπτασία και μεταφέρει το θεατή στην ουράνια στιγμή.
Το ελάφι, σκαρφαλωμένο στο ύψος του βράχου, έχει ανάμεσα στα μεγάλα του κέρατα τον Εσταυρωμένο. Όπως έχει παρατηρήσει ο αείμνηστος Μανόλης Χατζηδάκης, «το νέο στοιχείο στις μεταβυζαντινές εικόνες είναι η παρουσία του Σταυρωμένου, στοιχείο εικονογραφικά και τυπολογικά γοτθικό, στη θέση απλού σταυρού ή απλής προτομής του Ιησού μέσα σε στρογγυλή δόξα, που είναι ο σταθερός τρόπος δήλωσης της θεοφάνειας και στις δύο παραλλαγές της βυζαντινής παράδοσης (του γονατιστού δηλαδή και καβαλάρη Αγίου, Εικόνες της Πάτμου , σ. 145)».
Ψηλά, αριστερά το χέρι του Θεού μέσα από τέταρτο κύκλου (που συμβολίζει τον ουρανό) ευλογεί τον ´’γιοςγιο. Αυτός κοιτάζει αποσβολωμένος την ξαφνική θεϊκή παρουσία με βλέμμα ερευνητικό προσπαθώντας να την εξιχνιάσει. Το ανασήκωμα της κεφαλής προς τα πίσω επιτείνει το στοχασμό, παρατείνει τη μυστική στιγμή και φωτίζει το πρόσωπο από το μέσα φωτισμό της ψυχής. Η μορφή είναι ήρεμη, ευγενική, ακινητοποιημένη . Γύρω της, όλα σε κίνηση: το ελάφι, το άλογο, οι βράχοι που αγκομαχούν να ανέβουν βαθμιδωτοί στο ύψος της εικόνας. Όλα διαλέγονται μεταξύ τους και ο θεατής με το Θεό. « Ὥσπερ γάρ τόν ἥλιον ἀμήχανον (=αδύνατον) σβεσθῆναι, οὕτω καί τήν μνήμην μαρτύρων» (ι. Χρυσόστομος, ΕΠΕ 37, 294).
´Aγιος πρωτομάρτυρας Στέφανος
Βρίσκεται στην εκκλησία του Α΄ Δημοτικού Νεκροταφείου της Κέρκυρας. Είναι έργο του Μιχαήλ Δαμασκηνού (γύρω στο 1590). Ανατυπώνεται εδώ από τις «Εικόνες της Κέρκυρας» ( Αθήνα, 1990, του Ακαδημαϊκού Π. Βοκοτόπουλου, εικ. 31). Σε πρώτο επίπεδο έχουμε το Στέφανο. Είναι νέος διάκονος ντυμένος με τη διακονική του στολή: λευκό στιχάριο με κόκκινη φόδρα και κόκκινο οράριο με κεντημένα σ’ αυτό λουλούδια. Νέο και χωρίς γένεια τον θέλει και η «Ερμηνεία»: «Στέφανος, νέος, αγένειος, διάκονος» σ. 152. Είναι γονατιστός σε στάση προσευχής ατενίζοντας τον ουρανό, τον Κύριό του, περιτυλιγμένο από σύννεφο και περιτριγυρισμένο από ιταλίζοντα αγγελάκια. Δύο άλλοι άγγελοι, σε βυζαντινή σχεδίαση αυτοί, μεταφέρουν την ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή του δούλου του: ο ένας έτοιμος να τον στεφανώσει με «τόν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον» και ο άλλος με καλυμμένα τα χέρια του για να παραλάβει την ψυχή του πρωτομάρτυρα.
Το πρόσωπο του αγίου Στεφάνου, παρ’ όλη τη σχεδίασή του κατά ιταλικά πρότυπα, δείχνει αυτό που ήταν την ώρα του μαρτυρίου του: καρτερικό, ατάραχο, ειρηνικό και φωτεινό. « Ἀντί θλίψεως αἴνεσιν, ἀντί πόνων ἀπόλαυσιν, ἀντί σκότους ἔλλαμψιν σοι δεδώρηται ὁ Ἀθλοθέτης ὁ δίκαιος» (στ΄ στιχηρό προσόμοιο του εσπερινού).
Πίσω από τον ένδοξο ´’γιοςγιο οι φονιάδες του και ο απαθής όχλος που επικροτούσε τη θανάτωση του Στεφάνου. Αριστερά τρεις Εβραίοι με βίαιες κινήσεις λιθοβολούν το νεαρό διάκονο. Η ιταλική τεχνοτροπία επέτρεψε στο Δαμασκηνό να παραστήσει ρεαλιστικά τις μορφές, τις διαθέσεις και την αγριότητα των δημίων. Τα πρόσωπα είναι μοχθηρά, έκδηλο το μίσος για το θύμα, η κακουργία στην έντασή της- όλα σε αντίθεση με τη γαληνεμένη και ωραία μορφή του Στεφάνου.
Δεξιά μια ομάδα στρατιωτών και άλλων- προφανώς γραμματέων και Φαρισέων- παρακολουθούν την μακάβρια σκηνή. Ο αξιωματικός με απλωμένο το δεξί του χέρι προστάζει έτσι τους δήμιους για τις κινήσεις τους συμμετέχοντας μαζί με τους λοιπούς στο φονικό. «Και αφού τον κύκλωσε γύρα ο δήμος των αιμάτων και της οργής , χτυπούσαν με λιθάρια το διάκονο του «ακρογωνιαίου λίθου» (Χριστού) και κάθε εβραϊκό χέρι έκανε το φόνο (Αστέριος Αμασείας, ΒΕΠ 71, 338).
Η παράσταση με το «πρόβατον ὑπό Χριστοῦ ποιμαινόμενον καί πρός λύκους ἀγωνιζόμενον» θα ζωντανέψει και με τα επακόλουθα μαρτύρια των οπαδών του Κυρίου. Και σ’ αυτά η ίδια εικόνα: από το ένα μέρος οι αιμοδιψείς τύραννοι και από το άλλο οι χριστοφόροι μάρτυρες. Και εδώ θα επαναληφθεί αυτό που λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για το Στέφανο: «Λυσσούσαν αυτοί και εξαγριώθηκαν καταδαγκώνοντας το ποίμνιο με τις απειλές και τις κατηγορίες. Αυτός όμως τους κατασπάραζε περισσότερο με τους ελέγχους του από ό,τι εκείνοι με τις απειλές και τις κατηγορίες» (ΕΠΕ 11, 154).
´Aγιος Ελευθέριος
Βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και είναι του 16 ου αιώνα. Ο ´Aγιος εικονίζεται σε προτομή, μετωπικός. Φορεί τα αρχιερατικά του άμφια: στιχάριο, φελόνιο, ωμοφόριο. Με το δεξί του χέρι ευλογεί και με το αριστερό κρατάει ανοικτό Ευαγγέλιο με δίγλωσσο κείμενο, ελληνικό και λατινικό. Το τελευταίο γράφηκε γιατί η εικόνα προοριζόταν για καθολικό ναό. Η Δυτική Εκκλησία τιμά κι αυτή τον άγιο Ελευθέριο. Η περικοπή είναι από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη (10, 1): « Εἶπεν ὁ Κύριος∙ ὁ μή εἰσερχόμενος διά τῆς θύρας εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων, ἀλλά ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν ». Ο στίχος μιλάει για τον πνευματικό ποιμένα που αρπάζει το οδηγητικό του αξίωμα χωρίς να του ανήκει, όπως έκαμαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι. Ο άγιος Ελευθέριος ήταν το αντίθετο: τιμούσε το επισκοπικό του αξίωμα με την όλη βιωτή του.
Το πρόσωπό του είναι νεανικό και το ομορφαίνουν τα κοντά μαλλιά και το αραιό γένι του («νέος αρχιγένης »: Ερμηνεία, σ. 156). Το κάνουν εκφραστικό τα εκστατικά μάτια και η γλυκύτητα που ξεχύνεται σ’ αυτό. Ο ζωγράφος με τις μικρές λευκές γραμμές ( ψιμυθιές ) κάτω από τα μάτια το φώτισε ακόμη περισσότερο. Ξεχειλίζει σ’ αυτό η εσωτερική ομορφιά, ο ωραίος της αρετής κόσμος: « ὅν καί ἰδών (ο βασιλιάς) νέον τε καί περικαλλῆ , καί τῷ τῆς ἀρετῆς κόσμ ῳ ψυχήν ἅμα και ὀφθαλμούς ἀγλαΐζοντα (= λαμπρύνοντα ) » (Συμεών ο Μεταφραστής, PG 115, 129 c ).
Έτσι έγινε εμφανής η προσήνειά του. Τραβάει τον θεατή κοντά του για να συνδιαλαχθεί μαζί του, να πάρει την ευλογία του, να συμμεριστεί τη δόξα και την μακαριότητά του. « Ἔκαμον (= κοπίασαν ) ἐκεῖνοι καί χαίρομεν ἡμεῖς∙ ἐπάλαισαν ἐκεῖνοι καί ἡμεῖς ἀγαλλόμεθα∙ ἐκείνων ὁ στέφανος, καί κοινόν τό κλέος (=δόξα), μᾶλλον δε τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης ἡ δόξα» (ιερός Χρυσόστομος, ΕΠΕ 37, 150).
Στο πάνω μέρος της εικόνας παριστάνονται τέσσερις σκηνές από το φρικτό του μαρτύριο. Η πρώτη εικονίζει τον ´’γιοςγιο « ἐνώπιον Ἀδριανοῦ βασιλέως τόν Χριστόν Θεόν τῶν ὅλων ἀνακηρύττει ». Στη δεύτερη βλέπουμε τον άγιο πάνω σε πυρρακτωμένη σχάρα: «ὁ ἁγιος Ἐλευθέριος ἐν σχάρᾳ τίθεται». Η Τρίτη θυμίζει το άλλο βασανιστήριο: « ἐν τηγάνῳ πυρωθέντι ἐμβάλλεται ». Τέλος, η τέταρτη σκηνή ολοκληρώνει με ανορθόγραφη επιγραφή (εδώ ορθογραφημένη ) το μαρτύριό του: « ὑπό δύο στρατιωτῶν ἀναιρεῖται ἡ δέ μήτηρ αὐτοῦ ἀσπαζομένη τῷ νιῷ ξίφει συναναιρεῖται ».
Ο προσκυνητής, καθώς ασπάζεται την αγλαόμορφη εικόνα, του λέει μαζί με τον υμνωδό: « Φῶς κατοικεῖς ἀληθῶς τό ἀνέσπερον , φῶς χρηματίσας ἡλίου φαιδρότερον∙ διό τούς τήν φωσφόρον σήμερον ἐπιτελοῦντας , παθῶν ἀχλύος (=ομίχλης) ρῦσαι ταῖς πρός Θεόν σου λιταῖς (=με τις προσευχές σου), Ἐλευθέριε » (Κανών, ωδή θ΄ ).
Ο Ιησούς και η Σαμαρείτιδα
Η απεικόνιση του διαλόγου, χωρισμένη σε δύο αυτοτελείς σκηνές, είναι τοιχογραφία στον Άγιο Νικόλαο Ορφανό Θεσσαλονίκης (14 ος αι.). Αριστερά κυριαρχεί στην παράσταση ο Χριστός. Είναι καθισμένος σε χαμηλό και βαθμηδωτό βράχο. Το δεξί του χέρι το έχει σε ένδειξη ομιλίας και με το αριστερό κρατεί κλειστό ειλητάριο. Η στάση του είναι επιβλητική, το βλέμμα του διαπεραστικό και το ύφος του αυθεντικό, εξουσιαστικό. Ο όγκος του σώματος με το πλατύ πρόσωπο και το στιβαρό λαιμό, προσθέτει κι αυτός στην μεγαλοπρέπειά του. Τον υποδηλώνουν οι βραχυγραφίες ΙΧΧ C .
Πίσω του στέκονται έξι μαθητές του. Προεξάρχει ο Πέτρος που έχει υψωμένο το δεξί του χέρι σε χειρονομία δέησης. Η έκφραση των μαθητών προσδίδει την ψυχική ένταση της στιγμής. Απορούν, στοχάζονται και σιωπούν. «Ἐσίγησαν τιμῶντες αὐτόν… Ἅμα δε καί ἐγίνωσκον ὅτι τοῖς ψυχικοῖς τραύμασιν αὐτῆς (της Σαμαρείτιδας) φάρμακον ἐπιτίθησιν (ο Χριστός)», όπως λέει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός ( PG 129, 1197 d ).
Στη δεξιά πλευρά έχουμε την Σαμαρείτιδα. Μπροστά της το κυκλικό πηγάδι κι έτοιμη να βυθιστεί στο νερό η μετάλλινη υδρία, που την κρατάει από το σκοινί με το αριστερό της χέρι. Το δεξί της, ανασηκωμένο σε σχήμα ομιλίας, ανταποκρίνεται σ’ εκείνο του Χριστού. Φορεί πράσινο φόρεμα και μακριά κόκκινη καλύπτρα στο κεφάλι. Το σώμα της, με αρκετό ύψος και ελαφριά κλίση προς τα μπρος, υπουργεί κι αυτό στην μεγαλόπρεπη σκηνή. Το φωτεινό της πρόσωπο και το εκστατικό πνεύμα εναρμονίζονται με το αποκαλυπτικό διάλογο, αλλά και υπογραμμίζουν την ψυχική συγκατάθεση και την ευγνωμοσύνη της γι αυτά που της είπε ο συνομιλητής της. Αυτός ήρεμος στην στάση του, ενώ εκείνη έκδηλα ταραγμένη για την αναπάντεχη συνάντηση και τα μυστικά της ζωής της που φανερώθηκαν. Πάνω της η ανορθόγραφη επιγραφή H CAMAPITHC, η γυναίκα που πέρασε στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας ως αγία και μεγαλομάρτυς Φωτεινή, η οποία «τῆς εὐσεβείας ἐφαπλοῦσα το φέγγος, ἤθλησε ὑπέρ φύσιν σύν υἱοῖς καί συγγόνοις (=αδέλφια)», κατά το δεύτερο απολυτίκιό της.
Η ψηλάφηση του Θωμά
Η εικόνα με την ανορθόγραφη επιγραφή Η ΨΥΛΑΦΙΣΙΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ανήκει στο Δωδεκάορτο της Ι. Μονής Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους και είναι έργο κρητικού Θεοφάνη (16 ος αι.). Στην παράσταση δεσπόζει η μορφή του Χριστού. Φορεί κόκκινο χιτώνα και σκούρο ιμάτιο που ανοίγουν το χρώμα του οι πλούσιες χρυσοκοντυλιές. Η στάση του αναστάντος Κυρίου διευκολύνει την ψηλάφηση του Θωμά. Κάμπτει προς τα δεξιά του με το ένα χέρι ανασηκωμένο για να φανεί το σημάδι του καρφιού και το άλλο στηριγμένο στην πληγωμένη πλευρά του. Στέκει στο πάνω σκαλί μιας χαμηλής σκάλας έχοντας πίσω του κλειστή την πόρτα ενός κτηρίου (είναι το δώμα όπου ήταν συγκεντρωμένοι μαθητές) που έχει χαμηλό τρούλο. Ένα κόκκινο παραπέτασμα είναι ριγμένο στις στέγες του. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού κτηρίου διακρίνονται δύο μικρότερα- επάλξεις των τειχών της Ιερουσαλήμ. Τον Κύριο περιβάλλουν οι μαθητές. Χωρισμένοι σε δύο ημιχόρια παρακολουθούν έκπληκτοι τα γινόμενα. Με βλέμματα καρφωμένα σε διάφορες κατευθύνσεις, με εκφράσεις στοχαστικές και απορημένες, παλάμες ανοιγμένες και χέρια δεητικά-όλα για να μεταφέρουν τον προσκυνητή σιμά τους. Να ζήσει την αιφνίδια φανέρωση του Διδασκάλου, να βεβαιωθεί για την Ανάσταση και να ψελλίσει με το Θωμά: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Στον πρώτο όμιλο των μαθητών – το αριστερό – προεξάρχει ο Θωμάς και στο δεξί ο Πέτρος. Ο πρώτος φορεί βαθυγάλαζο χιτώνα με το διακριτικό «σημείο» στο δεξιό βραχίονα (το είχαν στον χιτώνα τους οι Ρωμαίοι συγκλητικοί) και κόκκινο ιμάτιο. Το αριστερό του χέρι είναι σε σχήμα προσευχής και το άλλο έχει ακουμπισμένο το δάκτυλό του στην ανοικτή και λογχισμένη πλευρά του Κυρίου. Σε αντίθεση με τις ήρεμες φιγούρες των άλλων μαθητών, η δική του έχει κινητικότητα. Τη δείχνουν τα πόδια του και το πτυχωμένο ιμάτιό του. Σπεύδει να επιβεβαιωθεί γι αυτό που βλέπει και ακούει. Το βλέμμα του καρφωμένο στον Κύριο και το δάκτυλό του ακουμπισμένο στη θεϊκή σάρκα για να επικουρήσει την αυτοψία. « Τολμηρῶς ἐψηλάφησε τήν πλευράν , τήν τῷ θεί ῳ πυρί ἀπαστράπτουσαν ».
Η εικόνα μας, κλειστή στη σύνθεση, χωρίς δηλαδή προεκτάσεις φανερές ή αφανείς, άριστα ζυγισμένη, με τα φωτεινά της χρώματα και τα ήρεμα πρόσωπα, πιστοποιεί με το δικό της τρόπο την αλήθεια της Αναστάσεως. « Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται, τῆς Ἀναστάσεως τήν πεῖραν εἰληφότα » ( γ΄ στιχηρό των αίνων, ήχος γ΄ ).
Η αγία Άννα με την Παναγία
Είναι των μέσων του 15 ου αι. και βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας. Παλαιότερα νομιζόταν πως ήταν εικόνα του Εμμανουήλ Τζάνε με χρονολογία 1637. Συντηρήθηκε όμως το 1982-83 οπότε και αποκαλύφθηκαν η πλαστή υπογραφή και η χρονολογία.
Ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Μανόλης Χατζηδάκης περιγράφοντας μια νεότερη αλλά παρόμοια εικόνα της Πάτμου, παρατηρεί: «Στο χρυσό κάμπο με κόκκινα κεφαλαία Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ ΜΡ ΘΥ. Η αγία ´’γιοςννα, έως τη μέση, κρατεί την Παναγία με το αριστερό χέρι ενώ ακουμπά το δεξί προστατευτικά στο γόνατο της Παναγίας. Η Παναγία ντυμένη με το μαφόριο, στον τύπο της Θεοτόκου, γυρισμένη κατά τα τρία τέταρτα προς την μητέρα της τής προσφέρει άνθος, ενώ με το αριστερό σεβίζει. Η σύνθεση των δύο προσώπων έχει γίνει με πρότυπο την βρεφοκρατούσα Οδηγήτρια και μάλιστα ενός τύπου που συζητήθηκε τα τελευταία χρόνια αν η καταγωγή του είναι βυζαντινή ή ιταλική, αλλά αποδείχθηκε ότι είναι βυζαντινή, γιατί τα σχετικά βυζαντινά παραδείγματα φθάνουν τουλάχιστο στον 11 ο αιώνα.
« Για τη δογματική σημασία της εικόνας σωστά έχει λεχθεί ότι αποτελεί παράσταση συμβολική της γενεαλογικής τριάδας ´’γιοςννα- Παναγία- Χριστός, η οποία την ίδια εποχή έχει βρει κάπως ρεαλιστικότερη απόδοση με την παράσταση των τριών προσώπων καθισμένων ή όχι επάλληλα στον ίδιο άξονα. Η συσχέτιση με το τροπάριο από το Τριώδιο «ἄνθος τό ἀμάραντον…ἡ ἐξανθήσασα…», ή με το «ρόδον ἀμάραντον, χαῖρε, ἡ μόνη βλαστήσασα» αποτελεί ασφαλώς τη βασική ιδέα για την αλληγορική μεταφορά της εικόνας, όπου το αμάραντον άνθος είναι ο Χριστός, και για το λόγο αυτό σωστά παραβλέπεται η φυσιοκρατικότερη απόδοση μιας Παναγίας-παιδίσκης, στην αγκαλιά της μητέρας της, για να κρατηθεί ο τύπος της ώριμης Παναγίας» (Εικόνες της Πάτμου…σ. 115).
Την παράσταση της ώριμης Παναγίας βλέπουμε και στα Εισόδια, γιατί κι εκεί πρέπει να τονιστεί η εκκλησιολογική διάσταση: η γυναίκα Παναγία είναι «τοῦ Κτίστου τῶν ἁπάντων ἡ Μήτηρ» (βλ. τομ. Β΄, σ. 53).
Το πρόσωπο της αγίας ´’γιοςννας είναι σκληρό και ταλαιπωρημένο. Δείχνει την πολύχρονη εγκαρτέρηση, την πίκρα της, τον παραγκωνισμό της λόγω της ατεκνίας της. Συντείνουν σε αυτό οι σκούροι προπλασμοί, τα καστανά σαρκώματα, τα λιγοστά φώτα. Η μύτη είναι μακριά λες και χωρίζει το πρόσωπο στα δύο. Τα μάτια σκεπασμένα από μεγάλα φρύδια είναι λαμπερά και το βλέμμα ονειροπόλο. Η κλίση της κεφαλής χαρίζει στην έκφραση εσωτερικότητα και βύθισμα σε σκέψεις και ιερούς στοχασμούς. Φαίνεται η αγία αποτραβηγμένη από τα γήινα και συγκεντρωμένη στο δικό της κόσμο που καρτερικά τον ζει και τον χαίρεται. Στην προσευχή της έδειξε ασυνήθιστη εγκαρτέρηση. Όπως λέγει ο ´Aγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, η προσευχή μας πρέπει να’ ναι σύντονη, εντατική δηλαδή και επίμονη. Να γίνεται με ορθή συνείδηση, με διάνοια συγκεντρωμένη, όχι αναγκαστικά αλλά από έρωτα προς το Θεό και πόθο της ψυχής. Έτσι θα βλέπουν όλοι τους αγαθούς καρπούς της σταθερότητας σ’ αυτήν, όπως ακριβώς συνέβη και με τους δύο θεοπάτορες (ΕΠΕ 8, 340).
Ένα τροπάριο της ακολουθίας της 9 ης Σεπτεμβρίου (Σύναξη των δικαίων Ιωακείμ και ´’γιοςννης) μιλάει για την λαμπρότητα της αρετής του ζεύγους, της μακαριστής δυάδας. «Ὁλοτρόπῳ νεύσει (=ολοκληρωτικά δοσμένοι)» προς Θεόν, ὄντως ὁ θεόληπτος Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα ἡ ἔνθεος, ἀκλινῶς προσέχοντες, τήν πανάχραντον Θεοτόκον ἐκύησαν, την ὑπερκειμένην (=που είναι πιο πάνω) κτίσεως ἁπάσης ἁγιότητι (με την αγιότητά της)» (Κανών, ωδή α΄).
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
Η εικόνα είναι τεχνουργημένη γύρω στο 1500 και βρίσκεται στο ονομαστό μοναστήρι του Θεολόγου στην Πάτμο. Έχουμε μπροστά μας μία γεροντική φυσιογνωμία με καρτερικότητα, περισυλλογή και στοχαστικότητα. Ο άγιός μας, Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΙΩ(ΑΝΝΗΣ) ΘΕΟΛΟΓΟΣ, παριστάνεται έως τη μέση και φορεί βαθυγάλαζο ρούχο. Με ελαφριά κλίση προς τα αριστερά του κοιτάζει επίμονα και διερευνητικά τον προσκυνητή. Σφίγγει στο στήθος του το Ευαγγέλιο, όπου διαβάζουμε τον περίφημο στίχο: «»Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος». Κρατεί το Ευαγγέλιο ζηλότυπα θέλοντας να το προφυλάξει με τα δυο του χέρια. Η ιδιότητα του συγγραφέα του Ευαγγελίου προδίδεται από το μελανοδοχείο με τη θήκη για τα κοντύλια, που το βλέπουμε στηριγμένο στην δεξιά του μασχάλη. Λείπει η γραφίδα που σε άλλες εικόνες με αντίθετη κλίση- προς τα δεξιά του- κρατεί με το δεξί του χέρι. «Στο προσωπογραφικό τύπο θα σημειώσομε, πέρα από τα γενικά γνωρίσματα του Θεολόγου ως σοφού συγγραφέα και ηλικιωμένου ανθρώπου που έχει κύρος και εμβρίθεια, ιδιαίτερα το μεγάλο κεφάλι με το πλατύ κρανίο, στηριγμένο σε κοντό και εύρωστο λαιμό, καθώς και το ογκώδες σώμα» (Μαν. Χατζηδάκη, Εικόνες της Πάτμου…, σ. 63 και σ. 46). Σε αυτά ας προσθέσουμε την χοντρή μύτη, τα δασιά φρύδια, τις ημικυκλικές ρυτίδες. Όλα επίτηδες σχεδιασμένα για να φανεί ο μεγάλων διαστάσεων εσωτερικός του πλούτος. Αυτός είναι ο συνδυασμός των χαρισμάτων του, της κοινωνικής του πείρας και της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος.
Το γυρτό κεφάλι του μαθητή «ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς», το περίφροντι ύφος του και το σφιχταγκάλιασμα του Ευαγγελίου δείχνουν την αγάπη του στα λόγια και τα έργα του διδασκάλου. Όπως μαρτυρεί ο βίος του, η αγάπη του διακλαδιζόταν αφειδώλευτα και στους ανθρώπους. Γι αυτό μπορούσε να πει: «Τεκνία μου, μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσ η », ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ»(Α΄ Ιω., 3,18).
Κλείνουμε την περιγραφή της προσωπικότητας και της εικόνας του Θεολόγου με το εγκώμιο που του πλέκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα σε μετάφραση του αειμνήστου καθηγητή και παλαμιστή Παν. Χρήστου:
«…Μόνο αυτός από τους Αποστόλους και όλους πριν από αυτόν και μετά από αυτόν περιβόητους κατώρθωσε να καλείται από όλους παρθένος, διότι, όπως φαίνεται, μόνος αυτός εφύλαξε σ’ όλον τον βίο του και τα δύο, και την ψυχή και το σώμα, και το νουν και την αίσθησιν. Την μεν παρθενία του σώματος βέβαια, ολίγοι μεν την εκράτησαν, την γνωρίζουν δε σχεδόν όλοι. Της ψυχής δε ακριβής παρθενία είναι η προς κάθε κακία ασυμβίβαστη γνώμη. Ώστε με το προσωνύμιο τούτο προσμαρτυρείται στον Ιωάννη η σχεδόν αναμαρτησία. Γι αυτό κι έγινε αγαπημένος στο μόνο εκ φύσεως αναμάρτητο Χριστό (Ιω. 13, 23. 19,26. 21,20) και τούτο το επώνυμο μόνο αυτός από όλους το απέκτησε.
«Μπορεί άρα γε κανείς να εύρη μεγαλύτερο σε έπαινο από αυτά τα ονόματα; Στους άλλους μεν ανθρώπους όλους δεν θα μπορούσε να εύρη όχι περισσότερα και μεγαλύτερα από αυτά, αλλά ούτε αυτά μαζί. Σ’ αυτόν δεν προϋπάρχουν και άλλα μεγαλύτερα από αυτά. Διότι όχι μόνο αγαπημένος παρθένος είναι, αλλά και της παρθένου υιός, και μάλιστα της μητροπαρθένου και θεομήτορος, αφού έγινε γι αυτήν κατά χάριν ό,τι ο Χριστός της είναι κατά φύσι (Ιω., 19, 26 εξ). Εάν δε μόνο αυτός απέκτησε την ίδια με τον Χριστό μητέρα, είναι και ο μόνος αδελφός του επάνω από όλους και συγγενής και αφωμοιωμένος με τον Υιό του Θεού καθ όλα. Υιός αγαπητός εκείνος (Ματθ. 3,17. 17,5) και αυτός μαθητής αγαπητός (Ιω. 19,26). Στον κόλπο του Πατρός εκείνος, και αυτός επιστήθιος του Ιησού (Ιω. 1,18. 13,23). Παρθένος εκείνος, και αυτός δια της χάριτος εκείνου∙ παρθένου υιός εκείνος, της ίδιας κι αυτός∙ «ἐβρόντησε ἀπό τον οὐρανόν ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 17, 13), και αυτός είναι βροντή∙ γι αυτό και τούτο αποκαλείται περισσότερο από τους άλλους, βροντή και βροντής υιός (Μαρκ. 3,17) και μάλιστα βροντή θεολογικωτάτη που αντηχεί σε όλα τα πέρατα της γης και θεολογεί τον από τον Πατέρα Λόγο ότι και στην αρχή είναι και προς τον Θεό είναι και Θεός είναι και ζωή έχει μέσα του και φως αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο και δια του οποίου έγιναν στην αρχή τα πάντα (Ιω. 1,1-4)». (ΕΠΕ 11, 49-51).
´Aγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά δεν τον τίμησε μόνο η ορθόδοξη θεολογία, τον αναγνώρισε ως αυθεντία και η εικονογραφία. Ο Μανόλης Χατζηδάκης μιλώντας για την σχέση θείας χάρης και εικόνας γράφει: «Για την μεταβίβαση της θείας χάρης στα αντίγραφα, όρος απαραίτητος είναι η προσωπογραφική ομοιότητα με το κοινά παραδεκτό αρχέτυπο. Αν είναι σκηνή, αρκεί η πιστή απόδοση του όποιου ιερού κειμένου, και τότε εικόνα είναι όχι μόνο αυθεντική, αλλά έχει και τη δύναμη της αξιόπιστης μαρτυρίας. Τέλος, αν η παράσταση είναι θέματος λειτουργικού, δογματικού ή συμβολικού, πρέπει να είναι σύμφωνη με τις ερμηνείες των έγκυρων θεολόγων, της περιωπής του Γρηγόριου Παλαμά ή του Νικολάου Καβάσιλα» (Ο κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης…σ.82).
Η εικόνα μας βρίσκεται στην Ι. Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους (16 ος αι.). Είναι μια εικόνα της κρητικής ζωγραφικής, για την οποία έχει παρατηρηθεί από τον Gabriel Millet πως « διακρίνεται με την ευγένεια στο παράστημα και τη χειρονομία, με την κομψότητα στη στάση, με τις συγκρατημένες εκδηλώσεις των συναισθημάτων, του πόνου και του πάθους, σε αντίθεση με την υπερβολή στη δραματικότητα που χαρακτηρίζει συχνά στην εποχή των Παλαιολόγων τη ζωγραφική της Μακεδονίας» (οπ. π., σ. 107).
Στην εικόνα μας ο άγιος παρουσιάζεται από τη μέση και πάνω. Φορεί φελόνιο με εγγεγραμμένους σταυρούς σε κύκλους με τα αποτροπαϊκά γράμματα Ι(ΗΣΟΥ)Σ Χ(ΡΙΣΤΟ)Σ Ν(Ι)Κ(Α). Με το ένα του χέρι κρατεί λιθοκόσμητο Ευαγγέλιο και με το άλλο υψωμένο μπροστά στο στήθος, ευλογεί. Στους ώμους του είναι ριγμένο το ωμοφόριό του στολισμένο με άσπρους και μαύρους σταυρούς. Τα κοντά μαλλιά του έρχονται σε αντίθεση με την μακριά γενειάδα του, όπως ακριβώς και το μεγάλο και στρογγυλό κεφάλι του με το μικρό και ισχνό πρόσωπό του.
Ο ζωγράφος, ξέροντας το ασκητικό βίο του και τη θεολογική του σοφία, τον απεικόνισε ως άνθρωπο σοφό, περισυλλογής και προσευχής. Σ’ αυτήν την κατάσταση έβλεπε ο ίδιος το άκτιστο φως, αλλοιωμένος και μεταρσιωμένος από αυτό. «Ὁ ἡσυχαστής συνάπτει τόν νοῦν τῇ ἀδιαλείπτῳ πρός Θεόν εὐχῇ καί δι’ αὐτῆς ἑαυτοῦ ὅλως γεγονώς, καινήν καί ἀπόρρητον ἄνοδον εἰς οὐρανούς εὑρίσκει, τόν ἀναφῆ τῆς κρυφιομύστου σιγῆς, ὡς ἄν τίς εἴποι γνόφον» (Συγγράμματα, εκδ. Π. Χρήστου, τομ. Α, σ. 418).
Έχουμε μπροστά μας έναν άγιο με καθαρό βλέμμα και βαθιά σκέψη. Φαίνεται απόμακρος, βασανισμένος, προσηλωμένος σε κάτι. Είναι ο καθημερινός του αγώνας για την αλήθεια της Ορθοδοξίας. Είναι συνάμα μορφή ταπεινή, ήρεμη, αυθεντική που τραβάει κοντά της το θεατή, τον συμπαθεί, τον εμπνέει και τον ξεκουράζει.
´Aγιος Παντελεήμων
Η εικόνα μας βρίσκεται στην Ι. Μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους (αρχές 14 ου αι.). Ο άγιος παριστάνεται ως την μέση σε αρχοντική στάση στο χρυσό κάμπο. Φορεί πορφυρό χιτώνα κι ιμάτιο σε βαθύ και έντονο πράσινο. Με το αριστερό του χέρι κρατεί πυξίδα, ιατρικό κουτί, και με το δεξί τη σχετική λαβίδα. Τα δάκτυλα, μακριά και έντονα αρθρωμένα, συνταιριάζονται με τους πλατείς ώμους και το ευρύστερνο σώμα. Το κεφάλι σκεπάζουν πλούσια φουντωτά μαλλιά που κατεβαίνουν χαμηλά όμορφα για να προφυλάξουν και προβάλουν συνάμα το αριστοκρατικό του πρόσωπο. Ο ζωγράφος μας το φώτισε σχεδόν ολόκληρο για να τονίσει την ομορφιά του, την «πρόσοψιν ἠγλαϊσμένη» και το «ταπεινόν ἦθος», που είχε ο άγιος. Του έδωσε ακόμη τα κληρονομικά χαρακτηριστικά που πήρε από την οικογένειά του: όψη εντυπωσιακή, εμφάνιση ρωμαίου συγκλητικού, παράστημα αρχοντικό, όλα από τον πατέρα του. Πολλά όμως πήρε και από την μάνα του: γαλήνη, ηρεμία, σύνεση, τη σιγουριά της πίστης. Ισορροπούν τα χαρίσματα αυτά σ’ ένα εύρωστο σώμα και μια ψυχή που ακτινοβολεί προς τα έξω το μέσα πλούτο: την αράγιστη πίστη, την παρρησιασμένη ομολογία, την αλύγιστη καρτερία στο μαρτύριο. «Και ρωμαλέον ψυχῆς τό ἀνάστημα κεκτημένος…καί ἀνδρείῳ, μάκαρ φρονήματι». Η βυζαντινή ζωγραφική μας έδωσε μία εξαιρετική εικόνα του αγίου Παντελεήμονα, που εμπνέει με την χάρη που αποπνέει, την εμπιστοσύνη που μεταδίδει και την αγάπη που σταλάζει μέσα μας για έναν άγιο «πᾶσιν ἐπέραστον καί ζηλωτόν,…ἀνά πᾶν σχεδόν στόμα λαλούμενον καί θαυμαζόμενον» (Νικήτας ο Παφλαγών).
Αγία Βαρβάρα
Η εικόνα μας είναι του Γ. Παπασταματίου (1976) και βρίσκεται στον προσκυνηματικό ναό της αγίας Βαρβάρας στον ομώνυμο Δήμο της Αττικής. Η αγία εικονίζεται ολόσωμη σε μετωπική στάση. Φορεί ανοιχτογάλαζο φόρεμα και πάνω σ’ αυτό λώρο και κόκκινο χιτώνα που πορπώνεται στο στήθος. Τα μαργαριτάρια, εκτός από τον λώρο, στολίζουν και τα περικάρπια, καθώς και το στέμμα της. Με το δεξί της χέρι κρατεί σταυρό, ενώ το αριστερό με ανοικτή την παλάμη είναι σε στάση δέησης.
Η αγία, με το αριστοκρατικό της παράστημα και τη βασιλική της αμφίεση, εντυπωσιάζει. Έκδηλη είναι και η ομορφιά της. Τα αγιολογικά κείμενα την θέλουν «κάλλους ὡραιότητι διαπρέπουσαν καί τρόπον σεμνότητι διαλάμπουσαν». Τα μαλλιά της, όπως και της αγίας Ειρήνης, κυλούν σε δύο βοστρύχους στους ώμους της. Κρατεί τον θεατή σε απόσταση με την στάση της και την αγέρωχη κορμοστασιά της. Νομίζει κανείς πως ζωγραφίζει στο νου της «τήν τῶν προσκαίρων τοῦ κόσμου τούτου πραγμάτων ἄστατον περιφοράν καί ἀβέβαιον». Το ρωμαλέο ήθος, η ήρεμη έκφραση και το κοντυλογραμμένο πρόσωπό της γλυκαίνουν τον θεατή που τη νιώθει κοντά του. Αναθυμάται την ύστατη προσευχή της, με την οποία ζήτησε από το Νυμφίο της Χριστό να’ ναι ίλεως και να χαρίζει την άφεση των πλημμελημάτων και των νοσημάτων την ίαση σ’ αυτούς που τιμούν την μνήμη της. Βλέπουμε στο πρόσωπό της μια αγία που εγκαρτέρησε τα μαρτύριά της με τη πίστη της, αλλά και με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος που νεύρωσε και την ενίσχυσε. Να χαίρεσαι αγία Βαρβάρα, που τα υπέμεινες όλα, «ἵνα τό σῶμα λοιπόν λάβῃς ἀθάνατον, ἀφθαρσίας μαρμαρυγάς ἀπάστραπτον, καί δόξης ἠμφιεσμένον στολήν ἄφραστον καί ἐνεκλάλητον».
Η Υπαπαντή
Ο αγιογράφος της εικόνας της Υπαπαντής τοποθετεί τη σκηνή στο ναό, μπροστά στο ’γιο Βήμα χριστιανικής εκκλησίας. Διακρίνονται το βημόθυρο, η Αγία Τράπεζα, το θολωτό κιβώριο, που το στηρίζουν τέσσερις κολώνες. Όπως παρατηρήθηκε, «οι κολώνες φαίνονται επάνω στους φωτοστεφάνους με τρόπο ώστε να επισημαίνονται οι μορφές και σύγχρονα να συνεχίζονται οι όρθιες στάσεις στη σύνθεση». Η Θεοτόκος « λυγερόσωμος ως νεαρά κυπάρισσος» απλώνει τα χέρια της για να παραλάβει το βρέφος από το Συμεών. Εκείνος με τα δύο του χέρια σκεπασμένα κρατεί το Βρέφος που με απλωμένο το δεξί του χέρι και κοιτάζοντας την Παναγία λαχταράει να πέσει στην αγκαλιά της. Η σεβάσμια και άγια μορφή του Συμεών εντυπωσιάζει. «Η κεφαλή του είναι μακρόμαλλη και αναμαλλιασμένη, με τους πλοκάμους συνεστραμμένους ως οφίδια , το γένειόν του αναταραγμένον , το πρόσωπόν του σεβάσμιον κατά πολλά και πατριαρχικόν , οι πόδες του λυγισμένοι, πατούν επάνω εις το υποπόδιον κλονιζόμενοι. Τα όμματά του είναι ωσάν δακρυσμένα, και φαίνεται ως να λέγη : « Νῦν ἀπολύεις τον δοῦλον σου, Δέσποτα» (Φ. Κόντογλου ).
Αξίζει να παρατηρηθεί πως ενώ η εικόνα παρουσιάζει τη σκηνή σαράντα μέρες μετά τη Γέννηση του Ιησού, το νήπιο δεν παρουσιάζεται σπαργανωμένο. Έχει φωτοστέφανο, κρατάει στο χέρι ειλητό , έχει βασιλική και θεϊκή εμφάνιση. Αυτό δε γίνεται χωρίς λόγο . Το παιδί είναι ο Εμμανουήλ, « μεθ ‘ ἡμῶν ὁ Θεός», ο Θεάνθρωπος. Είναι «ὁ ἄναρχος Λόγος τοῦ Πατρός, ἀρχήν λαβών χρονικήν , μή ἐκστάς τῆς αὐτοῦ Θεότητος », «ὁ ὀχούμενος ἐν ἅρμασι Χερουβίμ καί ὑμνούμενος ἐν ἄσμασι Σεραφίμ », όπως λένε τα τροπάρια του εσπερινού της εορτής.
Πίσω από τη Θεοτόκο στέκει η προφήτις ’ννα. Η στάση της προδίδει το προφητικό της χάρισμα. Το ένα της χέρι είναι υψωμένο σε σχήμα ομιλίας και το άλλο, το αριστερό, κρατάει ανοικτό ειλητάριο που γράφει σε μικρά μαύρα κεφαλαία: « Τοῦτο τό Βρέφος οὐρανόν καί γῆν ἐστερέωσεν ». Το κεφάλι της με μελετημένη κλίση είναι γυρισμένο προς τον Ιωσήφ «που έρχεται πίσω της ενώ κοιτάζει το θεατή».
Στην άκρη αριστερά ο Ιωσήφ προχωρεί κρατώντας πάνω στην πτυχή του ενδύματός του (σ’ άλλες εικόνες μέσα στο κλουβί) τα δύο τρυγόνια ή τα δύο περιστεράκια. Τα πουλιά αυτά, όπως λέει το παρακάτω απόσπασμα από ύμνο του εσπερινού της εορτής, συμβόλιζαν τους από τους Ιουδαίους και εθνικούς χριστιανούς, καθώς και τις δύο Διαθήκες, την Παλαιά και την Καινή, των οποίων αρχηγός είναι ο Χριστός. «Ὁ τοῖς Χερουβίμ ἐποχούμενος καί ὑμνούμενος ὑπό τῶν Σεραφίμ , σήμερον τῷ θείω ἱερῷ κατά νόμον προσφερόμενος , πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις∙ και ὑπό Ἰωσήφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς , ὡς ζεῦγος τριγόνων τήν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν καί τῶν ἐθνῶν τόν νεόλεκτον (= νεοσύλεκτο ) λαόν∙ περιστερῶν δε δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγός Παλαιᾶς τε και Καινῆς …» (Δοξαστικό στιχηρών). Παρόμοια λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας για το συμβολισμό των πουλιών αυτών.
Η Βάπτιση
Στο επάνω μέρος της εικόνας υπάρχει ένα ημικύκλιο, που συμβολίζει το άνοιγμα των ουρανών. Από αυτό βγαίνουν ακτίνες και κατεβαίνει το ’γιο Πνεύμα στο κεφάλι του Χριστού «ἐν εἴδει περιστερᾶς». οι ουρανοί είναι η θέση του Θεού-Πατέρα, ο οποίος σε μερικές εικόνες της Βαπτίσεως (όπως π.χ. στη Βάπτιση της Μονής του Δαφνίου και της Μονής του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα) σημαίνεται με ένα χέρι που ευλογεί. Η φανέρωση της Αγίας Τριάδος είναι σημαντικότερο σε σημασία στοιχείο στην εικόνα της Βαπτίσεως.
Στη συνέχεια ο αγιογράφος μας μεταφέρει στα ρείθρα του Ιορδάνη, τα οποία ο Κύριος αγίασε με τη Βάπτισή του. «Βράχοι υψηλοί οπού σμίγουν και σχηματίζουν μια κλεισούραν, μέσα εις την οποίαν τρέχει ο Ιορδάνης ποταμός με ρεύμα σφοδρόν. Εις το μέσον του ποταμού ίσταται ο Χριστός, γυμνός, με άσπρο πανί μόνον εις την μέση Του. Με τη δεξιάν χείρα ευλογεί τα ύδατα, εις πολλάς δε εικόνας και με τας δύο χείρας. Εις άλλας εικόνας βλέπει κατ’ ενώπιον, εις άλλας εικονίζεται εκ των πλαγίων, με ανοικτούς τους αχράντους πόδας Του, ως να περιπατή. Το άγιον πρόσωπόν Του είναι σοβαρόν και γρηγορούν, δια το μέγα μυστήριον οπού γίνεται. Το σώμα Του είναι ωσάν σκαλισμένον εις το ξύλον, με διάφορα σχήματα γραμμένα ζωηρά, εις το στήθος, εις τους ώμους, εις την κοιλίαν και όχι σαρκώδες» (Φ. Κόντογλου). Ο Κύριος σε πολλές εικόνες της Βαπτίσεως φαίνεται σαν να περπατάει, γιατί, όπως παρατηρεί ο Ουσπένσκι, αυτός πήρε την πρωτοβουλία να βαπτιστεί. Με την θέλησή του ήρθε στον Ιορδάνη και ζήτησε να βαπτιστεί από τον Ιωάννη.
Στα νερά του Ιορδάνη βλέπουμε τα ψάρια που κολυμπούν και μια μισοντυμένη γυναίκα πάνω σ’ ένα δράκοντα. Η γυναίκα συμβολίζει την Ερυθρά θάλασσα. (Αλλού έχουμε και τον άνδρα για το αντίστοιχο σύμβολο του Ιορδάνη). Για τους δράκοντες μιλάνε στίχοι των ψαλμών, καθώς και των ύμνων και των ευχών της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού «…Σύ συνέτριψας τάς κεφαλάς τῶν δρακόντων ἐπί τοῦ ὕδατος (=των Αιγυπτίων στην Ερυθρά θάλασσα) (Ψαλμ. 73,13). «Σύ…καί τάς κεφαλάς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνετρίψας δρακόντων» (Ευχή Μ. Αγιασμού). «Καί δρακόντων κεφαλάς ἐμφωλευόντων διαθλάττει (=κατασυντρίβει)» (τροπάριο, ωδή β΄).
Οι περισσότερες εικόνες της Βαπτίσεως παρουσιάζουν τον Κύριο τελείως γυμνό. Έτσι τον θέλουν και τα τροπάρια της εορτής. Η γυμνότητα θέλει να τονίσει πόσο ο Κύριος μίκρυνε τη δόξα του και τη θεότητά του για χάρη μας. Γυμνώθηκε εκείνος για να ντύσει τους ανθρώπους με το ένδυμα της αιώνιας δόξας. ’λλοι είδαν στην γυμνότητά του την αδαμική γυμνότητα. Ο Κύριος αποδίδει έτσι στην ανθρωπότητα το ένδοξο παραδεισιακό ένδυμά της (Π. Ευδοκίμωφ).
Στην μία όχθη του Ιορδάνη βρίσκεται ο Πρόδρομος. Κοιτάζει εκστατικός το ’γιο Πνεύμα. Το ένα χέρι το έχει πάνω στο κεφάλι του Δεσπότη. Το άλλο είναι σε στάση προσευχής. Εκφράζει έτσι τον τρόμο του για την αξίωση του Κυρίου να βαπτιστεί από αυτόν.
Στην απέναντι όχθη προβάλλουν οι μορφές τεσσάρων αγγέλων. Συμμετέχουν κι αυτοί στο παράδοξο μυστήριο σύμφωνα με το τροπάριο της εορτής: «Ὥσπερ οὐρανῷ, σύν τρόμῳ καί θαύματι παρίσταντο ἐν Ἰορδάνῃ αἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων, σκοπούμεναι τοσαύτην Θεοῦ τήν συγκατάβασιν…» (Κανών, ωδή ζ΄). Θαμπώνονται από τη συγκατάβαση αυτή και οι τρεις προσκυνούν με ευλάβεια τον Κύριο, ενώ ο τέταρτος, προσευχόμενος, ατενίζει τον ουρανό. Με σεβασμό ετοιμάζονται να δεχτούν το σώμα του Κυρίου προβάλλοντας τα πανιά που κρατούν στα χέρια τους. Ωραία παρατηρήθηκε, ότι συμβολίζουν και εικονογραφούν τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε…» (Γαλ. 3, 27).
Η εικόνα μας στην αριστερή πλευρά είναι κατεστραμμένη. Εδώ θα’ ταν στα νερά η συμβολική μορφή του Ιορδάνη και κοντά στον Πρόδρομο η αξίνη που θυμίζει τα λόγια του Βαπτιστή στους Φαρισαίους: «Ἤδη δε καί ἡ ἀξίνη πρός τήν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται∙ πᾶν οὖν δένδρον μή ποιοῦν καρπόν καλόν ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3, 10).
Η Ανάληψη
Στην εικόνα της Αναλήψεως ο Κύριος με φωτεινά ενδύματα και κυριαρχική στάση, εικονίζεται μέσα σε «δόξα», που είναι άλλοτε στρογγυλή, όπως στην εικόνα μας και άλλοτε ελλειψοειδής. Κάθεται σε ουράνιο τόξο ευλογώντας με το ένα του το χέρι και κρατώντας όρθιο ειλητάριο με το άλλο. Το ειλητάριο είναι σύμβολο του διδασκάλου.
Τη « δόξα», μέσα στην οποία βρίσκεται ο Κύριος υποβαστάζουν δύο άγγελοι. Συμβολίζουν και εκφράζουν τη θεία μεγαλειότητα και εξουσία. «Ο Κύριος ως παντοδύναμος δεν είχε ανάγκη τους αγγέλους για να αναληφθεί στους ουρανούς). Σε μερικές εικόνες της Αναλήψεως οι άγγελοι δεν ανακρατούν το δίσκο της δόξας, αλλά ατενίζουν τον Κύριο σε στάση προσευχής. Όπως λένε τα τροπάρια της εορτής, απορούν και θαυμάζουν, γιατί ο Χριστός αναλήφθηκε όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος, δηλαδή με το άφθαρτο και δοξασμένο σώμα του.
’λλοτε οι άγγελοι εικονίζονται να σαλπίζουν σύμφωνα με το ψαλμικό στίχο «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος»(Ψαλμ. 46, 6). Ο στίχος αυτός αναφέρεται αυτούσιος στην υμνολογία της Αναλήψεως, γιατί «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (των λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μ. Αθανάσιος, ΒΕΠ 32, 116).
β) Οι απόστολοι. Χωρισμένοι κάτω σε δύο ομίλους έχοντας την Παναγία στη μέση «θεωρούν τον αναλαμβανόμενο Κύριο με χειρονομίες και στάσεις που δηλώνουν έκπληξη, αμηχανία, θάμβος και ταραχή». Πίσω της βρίσκονται δύο λευκοφορεμένοι άγγελοι, που δείχνουν με υψωμένο το χέρι τον αναλαμβανόμενο Κύριο. Ως αγγελιοφόροι του Θεού διαβεβαιώνουν και παρηγορούν τους παριστάμενους πως ο Κύριος θα επανέλθει κατά τη Δευτέρα παρουσία του.
Στο κείμενο της Αγίας Γραφής (Λουκ. 24, 50-52. Πραξ. 1, 9-11) που αναφέρεται στην Ανάληψη, η Θεοτόκος δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που παραβρίσκονται στο γεγονός. Για την παρουσία της μας πληροφορεί η ιερά παράδοση, όπως τη βλέπουμε άλλωστε στα τροπάρια του εσπερινού της εορτής και το συναξάριο της ημέρας∙ «τήν γάρ ἐν τῷ πάθει σου μητρικῶς πάντων ὑπεραλγήσασαν (= που πόνεσε πιο πολύ), ἔδει καί τῇ δόξῃ τῆς σαρκός σου ὑπερβαλλούσης ἀπολαῦσαι χαρᾶς (Δοξαστικό της λιτής). ’ξια προσοχής είναι η θέση και η στάση της Θεοτόκου στην εικόνα. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον υιό της και είναι άξονας της όλης σύνθεσης. « Η κάθετη γραμμή που ενώνει το κεφάλι του Σωτήρος με εκείνο της Θεοτόκου μοιράζει το σύνολο ακριβώς σε δύο όμοια μέρη, διασταυρώνεται με την οριζόντια γραμμή και σχηματίζει ένα τέλειο σταυρό»(Π. Ευδοκίμωφ). Οι απόστολοι με τις χειρονομίες τους και έχοντας τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον Κύριο έρχονται σε αντίθεση με την ατάραχη κα ήρεμη μορφή της Πανάγιας. Η ηρεμία της, όπως ειπώθηκε, εκφράζει την αναλλοίωτη αλήθεια της Εκκλησίας. Ο αγιογράφος της εικόνας μας θέλησε με τους αποστόλους που κυκλώνουν την Παναγία να παρουσιάσει την Εκκλησία, στην οποία ο Κύριος θα έστελνε την Πεντηκοστή το ’γιο Πνεύμα για να την ζωοποιήσει και κινητοποιήσει. Για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές και της επιδημίας του στον κόσμο μιλούν και τα τροπάρια της Αναλήψεως. «Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τῶν Ἀγγέλων βασιλεύς, τόν Παράκλητον ἡμῖν ἐκ τοῦ Πατρός ἀποστεῖλαι» (α΄ τροπάριον, ωδή δ΄). Έτσι τα δύο κοσμοσωτήρια και κοσμοϊστορικά γεγονότα, της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.
Δεξιά από τη Θεοτόκο, το πρώτο πρόσωπο που βλέπει στον ουρανό με το χέρι μπροστά στα μάτια του, είναι ο απόστολος Παύλος. Φυσιολογικά δεν έχει θέση μεταξύ των αποστόλων, γιατί η μεταστροφή του έγινε μετά την Ανάληψη. Στην εικόνα τοποθετείται συμβολικά. Θα γίνει κι αυτός μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα εκλεκτό. Ο ορθόδοξος αγιογράφος αποσπά τον Παύλο από την εποχή του και τον συγκαταριθμεί μεταξύ των αποστόλων. Έτσι και η θέση του Ιούδα αναπληρώθηκε και η παράσταση της Εκκλησίας έγινε δυναμική, εκφραστική και συμβολική.
Τα υψωμένα σε δέση χέρια της Παναγίας θυμίζουν τον ρόλο της κοντά στον Υιό της. Είναι αυτή που παρακαλεί και μεσιτεύει. Όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοί πρός Θεόν, ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν, ἁεί μεσιτείαν». Παρακαλούμε τον Χριστό να μας σώσει και ελεήσει «ταῖς πρεσβίαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἁειπαρθένου Μαρίας».
Στην εικόνα η Θεοτόκος εικονίζεται ορθοστημένη, αλύγιστη. Με την ακινησία της φαίνεται να εκφράζει τα αμετακίνητα δόγματα της Εκκλησίας. Από το άλλο μέρος οι απόστολοι με τις διάφορες χειρονομίες τους συμβολίζουν τις διάφορες γλώσσες και τα ποικίλα μέσα, με τα οποία σπέρνεται ο λόγος του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων.
Ωραία παρατηρήθηκε: «Ένα αίσθημα ειρήνης, προσευχής και αίνου καλύπτει το παν, γιατί εκεί οπού βρίσκεται το κεφάλι τοποθετείται η χαρμόσυνη ελπίδα του σώματος», δηλαδή της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Όπως το είπε ο άγιος πάπας Λέων Α΄ (440-461): «Η Ανάληψη του Χριστού είναι δική μας ανύψωση και όπου η δόξα της Κεφαλής προπορεύτηκε, εκεί καλείται η ελπίδα του Σώματος».
Η Πεντηκοστή
Η εικόνα της Πεντηκοστής παρουσιάζει υπερώο. Είναι το υπερώο, «οὗ ἦσαν καταμένοντες» οι απόστολοι μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Χωρισμένοι σε δύο ομάδες, είναι καθισμένοι σε ημικυκλικό θρανίο με ράχη και υποπόδιο. Στην κορυφή του ημικυκλίου είναι οι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Τρίτος δεξιά από τον Πέτρο είναι ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς και απέναντί του ο απόστολος και ευαγγελιστής Μάρκος, τρίτος κοντά στον Παύλο. Ακολουθούν οι απόστολοι κατά σειρά ηλικίας. Οι δύο σειρές κλείνονται με δύο νέους σε ηλικία μαθητές. Όλοι είναι ήρεμοι με γλυκιά έκφραση και στοχαστικό βλέμμα. Κρατούν ειλητάρια, εκτός από τον απόστολο Παύλο που κρατεί βιβλίο. Συμβολίζουν το διδακτικό χάρισμα που έλαβαν από το ’γιο Πνεύμα. Μεταξύ των πρωτοκορυφαίων διακρίνεται ένα κάθισμα κενό. Είναι η θέση του Χριστού, της θείας κεφαλής της Εκκλησίας, την οποία εικονίζει η Πεντηκοστή.
Στο επάνω μέρος της εικόνας εικονίζεται ο ουρανός με τμήμα κύκλου. Από αυτόν εκπέμπονται δύο δέσμες ακτίνων, δώδεκα συνολικά, που κατεβαίνουν προς τους αποστόλους.
«Κάτωθεν του καθίσματος, επάνω εις το οποίον είναι καθισμένοι (οι Απόστολοι), εικονίζεται μορφή γέροντος με στέμμα εις την κεφαλήν του και οξύ στρογγύλον γένειον, κρατών με τας δύο χείρας του σινδόνι, μέσα εις το οποίον φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, ήγουν χαρτία τυλιγμένα. Ο γέρων ούτος παριστά τον Κόσμον, τα δε χαρτία τους δώδεκα κύκλους όπου εκληρώθη η οικουμένη να κηρυχθή ο λόγος του Θεού από τους αποστόλους.
« Εις τας αρχαιοτέρας εικόνας της Πεντηκοστής, αντί του Κόσμου, ζωγραφίζονται κάποιοι άνθρωποι από διαφόρους φυλάς, ντυμένοι με παράδοξα φορέματα και γυρισμένοι κατ’ επάνω, ωσάν να ακούουν εξεστηκότες το κήρυγμα των αποστόλων, και επάνωθεν αυτών η επιγραφή ΛΑΟΙ, ΦΥΛΑΙ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΙ. Παριστάνουν δε ούτοι τους ανθρώπους από τα διάφορα έθνη, όπου ευρέθησαν εις τα Ιεροσόλυμα κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, την ώρα όπου κατήλθε το ’γιον Πνεύμα και οι οποίοι, όταν άκουσαν την βοήν όπου έγινεν από την επιφοίτησιν του Παναγίου Πνεύματος, εμαζεύθησαν εις τον οίκον όπου ευρίσκοντο οι ’γιοι Απόστολοι και απορούσαν, διότι ήκουον ο καθένας εις την γλώσσαν του το κήρυγμα όπου έβγαινεν από το στόμα των μαθητών του Χριστού, όπως διαλαμβάνουσιν αι Πράξεις των Αποστόλων (Φ. Κόντογλου).
Η Κοίμησις της Θεοτόκου
Η αγία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι πολυπρόσωπη. Δύο όμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στην όλη παράσταση: Ο Χριστός και η Παναγία. Ο Ιησούς με το ηγεμονικό του παράστημα που κρατεί την ψυχή της Παναγίας, βρέφος φασκιωμένο και το λιπόσαρκο σκήνωμα της Παναγίας.
«Στην εικόνα δεσπόζει το νεκρικό κρεβάτι, στολισμένο με πλούσια ποδέα , όπου αναπαύεται η Παναγία με τα χέρια σταυρωμένα. Μπροστά στερεωμένο σε ένα απλό κηροπήγιο καίει ένα χοντρό κερί. Πίσω από το νεκρικό κρεβάτι και στη μέση ακριβώς στέκει ο Χριστός με το σώμα σε περίεργη στροφή προς τα δεξιά, προς την κεφαλή της Μητέρας Του. Στα χέρια του απλωμένα στην ίδια κατεύθυνση, κρατεί την ψυχή της, που έχει την μορφή φασκιωμένου μωρού με τα χέρια σταυρωμένα. Τον τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ’ αυτήν είναι ζωγραφισμένοι στην κορυφή ένα εξαπτέρυγο και σε μονοχρωμία τέσσερις άγγελοι που πλαισιώνουν το Χριστό με χειρονομίες και έκφραση λύπης στα πρόσωπά τους… Πάνω ακριβώς από το Χριστό στην κορυφή του τόξου της εικόνας έχουν ανοίξει οι πύλες του ουρανού και φαίνονται δύο άγγελοι, πάλι σε μονοχρωμία, να σκύβουν με σκεπασμένα χέρια για να πάρουν με τη σειρά τους την ψυχή. Στην κεφαλή και στα πόδια του νεκρικού κρεβατιού είναι μαζεμένοι οι δώδεκα απόστολοι με εκφράσεις, στάσεις και χειρονομίες που δείχνουν βαθειά λύπη. Ο Πέτρος θυμιατίζει στην κεφαλή της Παναγίας και ο Παύλος σκύβει στα πόδια της. Πιο πίσω είναι τρεις ιεράρχες με ανοικτά βιβλία και στα αριστερά, στο βάθος, θρηνούν τρεις γυναίκες. Τη σύνθεση κλείνουν στο βάθος, πίσω από τις ομάδες των μαθητών, δύο συμβατικά αρχαιόπρεπα κτήρια. Ανάμεσα σ’ αυτά διαβάζεται η επιγραφή Η ΚΟΙΜΗ CIC TH Σ ΘΕ ( ΟΤΟ ) ΚΟΥ » (Α. Καρακατσάνη ). Οι τέσσερις (εικονίζονται οι τρεις) ιεράρχες που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση, ήταν: ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος , ο Ιερόθεος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος.
Σ’ όλα τα πρόσωπα διακρίνεται η θλίψη, ανάμικτη όμως με τη γλυκιά ελπίδα. Είναι η « χαρμολύπην », το « χαροποιόν πένθος», γνώρισμα των πιστών που ζουν με την προσμονή της ανάστασης. Τούτο βλέπομε και στα τροπάρια της εορτής, που άλλοτε τονίζουν τον τρόμο και το δέος των αποστόλων, τους οποίους παρουσιάζουν να δακρύζουν και άλλοτε τονίζουν την χαρά τους, που την εκδηλώνουν με ψαλμούς και ύμνους. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα : « Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο , τότε οἱ Ἀποστόλοι περικυκλοῦντες την κλίνην τρόμῳ ἑώρων » (Στιχηρό ιδιόμελο όρθρου). «… Καί τό ζωαρχικόν καί θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον , πανύμνητε » (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).
Σε μερικές εικόνες εικονίζονται στον ουρανό σύννεφα, που μετέφεραν τους αποστόλους στην Ιερουσαλήμ. Σε πολλές εικόνες της Κοίμησης ζωγραφίζεται και το επεισόδιο του αγγέλου που κόβει με το ξίφος του τα χέρια του Ιεφονία . (Πρόκειται για εκείνον τον Εβραίο που αποπειράθηκε να ρίξει στο έδαφος το λείψανο της Θεοτόκου).
´Aγιος Δημήτριος
Στην εικόνα αυτή ο άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται καβαλάρης με στρατιωτική στολή πάνω σε κόκκινο άλογο φονεύοντας με το δόρυ του τον τσάρο των Βουλγάρων Σκυλογιάννη. Πρόκειται για το θαύμα που έγινε τον Οκτώβριο του 1207 έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωαννίτζης που οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν Σκυλογιάννη, φονεύτηκε κατά την παράδοση από τον άγιο Δημήτριο, όταν εκείνος πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη. Στο πρόσωπο του αγίου Δημητρίου η Θεσσαλονίκη βλέπει πάντοτε τον προστάτη της, το στήριγμά της. (Η απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1912 συνέπεσε με την ημέρα της γιορτής του αγίου μας). Δίκαια ο άγιος Δημήτριος αποκαλείται από τον υμνωδό της Εκκλησίας « ὁ μέγας φρουρός τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ρύστης ἐν τοῖς κινδύνοις ὁ ἐξαίρετος, πρόμαχος ὁ κράτιστος» (Κανών δεύτερος). Σ’ έναν άλλο Κανόνα, που συνέθεσε ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο άγιος Δημήτριος φέρεται να λέει στην προστατευόμενή του πατρίδα Θεσσαλονίκη: «…μη φοβοῦ οὖν πατρίς μου, ἐμέ κατέχουσα∙ τους ἐχθρούς σου γάρ πάντας πατάξω ἐν Χριστῷ και φυλάξω σε τήν τιμῶσάν με». Δίκαια παρατηρήθηκε, πως από όλες τις εικόνες του αγίου Δημητρίου, η εικόνα του εφίππου άγιου αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλληκαριάς και της λεβεντιάς. Στη συνείδηση των πιστών ο άγιος Δημήτριος δεν είναι μόνο, κατά τον υμνωδό, «κρηπίς ἀκατάβλητος καί θεμέλιος ἄρρηκτος καί πολιοῦχος, οἰκιστής καί ὑπέρμαχος» της πόλεως της Θεσσαλονίκης και «ἐν πολλοῖς καί πολλάκις κινδύνοις χαλεποῖς τῶν Θεσσαλονικέων προϊστάμενος», αλλά και ο μέγας υπέρμαχος της οικουμένης. Για τούτο ψάλλει η Εκκλησία μας: «Μέγαν εὕρατο ἐν τοῖς κινδύνοις, σε ὑπέρμαχον ἡ οἰκουμένη, ἀθλοφόρε τά ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τήν δύναμιν, ἐν τῷ σταδίω θαρρύνας τόν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος» (Απολυτίκιο του αγίου).
´Aγιος Νικόλαος
Εκτός από εικόνες με σκηνές από το βίο και τα θαύματα του αγίου Νικολάου, έχουμε μωσαϊκά, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, στις οποίες ο άγιος εικονίζεται μόνος. Στην εικόνα μας που είναι τοιχογραφία στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά στα Μετέωρα και ιστορημένη από τον κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη (1527), ο άγιος εικονίζεται μετωπικός. Στο πρόσωπό του απλώνεται η γλυκύτητα, η ευγένεια και η πραότητα. Στο ένα χέρι κρατεί το ευαγγέλιο και το άλλο είναι σε θέση ευλογίας. Ο ορθόδοξος αγιογράφος προσπάθησε να εκφράσει με την εικόνα του αγίου Νικολάου την πίστη και την αγάπη, όπως αυτές συναδελφώνται στην καρδιά του επισκόπου μας. Έτσι προβάλλει και η Εκκλησία μας τον άγιο Νικόλαο με το γνωστό απολυτίκιο: «Κανόνας πίστεως καί εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια∙ διά τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Αγία Αικατερίνη
Η εικόνα της αγίας Αικατερίνης βρίσκεται στο Βυζαντινό μουσείο Αθηνών. Είναι έργο του κρητικού ζωγράφου Βίκτωρα. (Η ένδειξη «Χείρ Βίκτωρος» φαίνεται στο ανοικτό ειλητάριο κάτω αριστερά. Είναι του 17 ου αι.).
«Σε χρυσό βάθος η αγία εικονίζεται καθισμένη σε θρόνο, ντυμένη με πριγκηπικά ρούχα και περιτριγυρισμένη από τα βιβλία της και τα σχετικά με την σοφία και την παιδεία της όργανα. Δεξιά προβάλλεται σε μέγεθος και παρουσία ο μεγάλος τροχός του μαρτυρίου της. Πάνω του ακουμπά το αριστερό χέρι της κρατώντας συγχρόνως το κλαδί φοινικιάς (σύμβολο της μάρτυρος) και σταυρό με τον Εσταυρωμένο.
« Η όλη παράσταση σε αναγεννησιακό κλίμα. Η αγία, νέα και όμορφη, εμφανίζεται με πλούσια και πολύτιμα ρούχα, χρυσοκέντητο κεφαλόδεσμο, περίτεχνα σκουλαρίκια, λιθοκόσμητο στρέμμα. Φοράει κόκκινο με ανθεμωτά
χρυσογραφήματα χιτώνα, μαργαριτοκόσμητο λώρο, μανδύα με επωμίδες και με δύο μεγάλους αετούς στα μέτωπα μπροστά στο στήθος. Η εσωτερική του πλευρά δηλώνεται με πολύτιμη ερμίνα. Κάθεται με τα πόδια της προς τα αριστερά και τον κορμό ελαφρά γυρισμένο προς τα δεξιά. Το πρόσωπο και το βλέμμα της στρέφει προς τον Εσταυρωμένο. Το τελευταίο στοιχείο υποδηλώνει πιθανότατα τον μυστικό αρραβώνα της με τον Χριστό. Η σχέση αυτή της Αικατερίνας με το Χριστό δηλώνεται καθαρώτερα σε εικόνα με το ίδιο θέμα στο Μουσείο Μπενάκη που υπογράφεται από τον Εμμανουήλ Λαμπάρδο και φέρει χρονολογία 1620…Εκεί ανάμεσα στο πρόσωπο της αγίας και τον Εσταυρωμένο υπάρχει η επιγραφή « ΣΕ ΝΥΜΦΙΕ ΜΟΥ ΠΟΘΩ ΚΑΙ ΣΕ ΖΗΤΟΥΣΑ. ΑΘΛΩ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΑΙ ΚΑΙ ΣΥΝΘΑΠΤΟΜΑΙ ΤΩ ΒΑΠΤΙΣΜΩ ΣΟΥ…» Η ιδέα της εγκατάλειψης της μάταιης σοφίας αποδίδεται ίσως εδώ με τα βιβλία της ριγμένα στο πάτωμα.
«Με τη σοφία της αγίας συνδέονται και οι συβιλλικές μορφές που εικονίζονται σε χρυσογραφία στην όψη του θρονίου της και στα τοξωτά διάχωρα του αναλογίου της» (Χρ. Μπαλτογιάννη, Εικόνες της κρητικής τέχνης…σ. 568).
Έκδηλη είναι η προσπάθεια του αγιογράφου μας να τονίσει την έκπαγλη ωραιότητα της αγίας, όπως την παραδίδουν τα αγιογραφικά κείμενα. Ο θεατής όμως που γνωρίζει τον μέσα πλούτο της, νιώθει πως τα αρμονικά χαρακτηριστικά του προσώπου της αντανακλούν την ψυχική της ομορφιά και αρμονία. Το εξωτερικό κάλλος διαπορθμεύει προς τα έξω την εσωτερική καλλονή. Ένα τροπάριο των αίνων κάνει λόγο γι αυτό το συνδυασμό: εκφραστικής αρτιότητας και ψυχικού δυναμισμού: «καί κάλλει τῷ τοῦ σώματος, τήν ψυχικήν ὡραιότητα, θεοφρόνως ἀνέθηκας, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα».
Τα σωματικά χαρίσματα είναι και αυτά δώρο του Θεού. Δεν είναι όμως αυτά ο πραγματικός στολισμός του ανθρώπου, «ἀλλ’ ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος και ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές» (Α΄ Πετρ. 3, 4).

Η εικόνα παρουσιάζει κάτω, δεξιά και αριστερά από το Σταυρό δύο ομίλους προσώπων, την Παναγία με τις μυροφόρες αριστερά, τον Ιωάννη, τον Ιωσήφ και το Νικόδημο, δεξιά. Στη μέση εικονίζεται ο νεκρός Κύριος που μόλις έχει αποκαθηλωθεί. Δεσπόζει στην εικόνα ενώνοντας τις δύο ομάδες. Είναι ο άξονας της σύνθεσης. Επάνω, κάτω από τις κεραίες του Σταυρού, πετούν άγγελοι. Είναι οι αντιπρόσωποι των αγγελικών δυνάμεων, που εξεπλάγησαν από το φόβο, όταν είδαν νεκρό το ζωοδότη Κύριο.
Η εικόνα μας, έργο του κρητικού Θεοφάνη, στόλιζε άλλοτε το εικονοστάσι της Ι. Μονής Σταυρονικήτα, ´Aγιο Όρος (16ος αι.). Ανήκε στη σειρά της Μεγάλης Δέησης, που απλωνόταν πάνω από το Δωδεκάορτο.