Εθνοϊερομάρτυρες Μητροπολίτες,
Αθήνα 2025, εκδ. Λεξίτυπο, σελ. 489-504.
Ο Εθνοϊερομάρτυς Μητροπολίτης Μελενίκου Κωνσταντίνος Ασημιάδης, Έλλην θεολόγος και κληρικός, με σημαντικήν δράσιν εις την Μακεδονίαν, εγεννήθη εις την Καλλίπολιν της Ανατολικής Θράκης κατ’ άλλους μεν το 1870 (1), κατ’ άλλους δε το 1872 (2). Εσπούδασεν εις την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης, εκ της οποίας απεφοίτησεν αριστούχος το 1902, υποβαλών την εναίσιμον διατριβήν του υπό τον τίτλον Περί του Χριστιανικού Μοναχικού βίου. Ειργάσθη αρχικώς ως Αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Νικομήδειας. Ακολούθως υπηρέτησεν ως πρωτοσύγκελλος πλησίον του Μητροπολίτου Νικομήδειας Φιλοθέου Βρυεννίου (3) του από Σερρών.
Την 6ην Απριλίου 1908, Κυριακήν των Βαΐων, εχειροτονήθη, εις τον Ιερόν Ναόν του Αγίου Βασιλείου Νικομήδειας, τιτουλάριος Επίσκοπος της σχολαζούσης Επισκοπής (4) Χαριουπόλεως, ως ανταμοιβήν διά την ευδόκιμον δράσιν του υπέρ της εκπαιδεύσεως. Την χειροτονίαν ετέλεσεν ο Μητροπολίτης Νικομήδειας, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτας Καστορίας Ιωακείμ Α’ (Βαξεβανίδην) (5) και πρ. Δεβρών και Βελισσού Πολύκαρπον (6). Συντόμως εγένετο γνωστός διά την ευρυμάθειάν του, αλλά και διά τας υπηρεσίας τας οποίας προσέφερεν εις τον εκπαιδευτικόν και εθνικόν τομέα. Το 1910, μετά την παραίτησιν του Μητροπολίτου Νικομήδειας Φιλοθέου, εγκατεστάθη εις την Κωνσταντινούπολιν.
Κατά τας αρχάς του 1911, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου συνήλθε, προκειμένου να αποφασίση την πλήρωσιν του χηρεύοντος Θρόνου του Μελενίκου (7). Εις την απόφασίν της έπαιξε ρόλο και η επιστολή την οποίαν έστειλαν οι κάτοικοι, οι οποίοι -γνωρίζοντες αφ’ ενός μεν τας ανάγκας της περιοχής και αφ’ ετέρου όλην την προηγουμένην δραστηριότητα του Κωνσταντίνου- εζήτησαν να προτιμηθή εκείνος ως ο πλέον κατάλληλος.
Πράγματι, την 10ην-11ην Ιανουαρίου του 1912 εξελέγη Μητροπολίτης Μελενίκου (8), έχων συμπληρώσει περίπου οκταετίαν εις την Μητρόπολιν Νικομήδειας. Συνυποψήφιους είχε τον Επίσκοπον Πέτρας Πολύκαρπον (9) και τον Αρχιμανδρίτην Ιωάννην Ανδρεάδην (10), ηγούμενον της μονής Σωτήρος Χριστού της Πριγκήπου. Εις το Μελένικον έφθασε τον Μάρτιον. Η απόφασις της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας εχαροποίησεν ιδιαιτέρως τους κατοίκους της περιοχής, επειδή εγνώριζαν ότι ήτο ικανός να ποιμάνη το τμήμα εκείνο της ΒΑ. Μακεδονίας, εις το οποίον ωργίαζεν η βουλγαρική προπαγάνδα και η τουρκική αυθαιρεσία. Εις την επαρχίαν εκείνην ειργάσθη μετ’ αυταπαρνήσεως και ζήλου υπέρ του ποιμνίου του.
Με την άφιξίν του εις το Μελένικον -σημαίνον μακεδονικόν κέντρον της εποχής, με έντονον την παρουσίαν εκεί του ελληνικού στοιχείου- ήρχισεν το πολυποίκιλον έργον του. Δεκαπέντε μήνας παρέμεινεν εκεί και εις το διάστημα αυτό ηγωνίσθη με κάθε τρόπον διά την προάσπισιν της εθνικο-θρησκευτικής και πολιτισμικής ταυτότητος των κατοίκων του, του Δεμίρ-Ισσάρ (σημ. Σιδηρόκαστρον) (11) και γενικώς της ευρυτέρας περιοχής της Μητροπόλεως την οποίαν εποίμανεν.
Εκείνην την εποχήν οι Βούλγαροι προσεπάθουν να αλλοιώσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά και την ταυτότητα των κατοίκων και εξηνάγκαζαν πολλούς εξ αυτών να εγκαταλείψουν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και να υπαχθούν εις την Βουλγαρικήν Εξαρχίαν. Επέβαλον μάλιστα διά της βίας την χρήσιν της βουλγαρικής γλώσσης, με ταυτόχρονον άρνησιν της χρήσεως της ελληνικής εις τον γραπτόν και τον προφορικόν λόγον εις την εκπαίδευσιν.
Ο Κωνσταντίνος, γνώστης της βουλγαρικής πολιτικής και προπαγάνδας, ηγωνίσθη, με όλα τα μέσα τα οποία διέθετε, διά την καταστολήν των ενεργειών του αντιπάλου και εν πολλοίς επέτυχεν του σκοπού του. Διά την δράσιν του αυτήν εγένετο μισητός υπό των Τούρκων και των Βουλγάρων, οι οποίοι δεν άργησαν να τον κατατάξουν εις τον πίνακα των προγεγραμμένων εις θάνατον.
Ο Κωνσταντίνος συνέδεσε το όνομά του με μίαν φοβεράν εθνικήν σελίδα της νεωτέρας ιστορίας μας, τότε που οι Βούλγαροι κατείχον -προσωρινούς- την ΒΑ. Μακεδονίαν. Ήσαν οι απαρχές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου και τώρα πλέον η Ελλάς και η Σερβία ευρίσκοντο αντιμέτωπες με την πρώην σύμμαχόν των -κατά τον Α’ Βαλκανικόν Πόλεμον- Βουλγαρίαν. Περί τα τέλη Ιουνίου του 1913 ο τακτικός βουλγαρικός στρατός κατείχε (ήδη από τον Α’ Βαλκανικόν Πόλεμον) το Σιδηρόκαστρον, το οποίον ευρίσκετο 26 χλμ. ΒΔ. της πόλεως των Σερρών. Βλέπων την προέλασιν του ελληνικού στρατού ητοιμάσθη να υποχωρήση (γρήγορα η υποχώρησίς του μετετράπη εις άτακτον φυγήν). Τότε ήτο που προέβη εις ανηκούστους σφαγάς, λεηλασίας, δηώσεις και ατιμώσεις κατά της πόλεως και των κατοίκων της, Εις το Δεμίρ-Ισσάρ ευρίσκετο και η θερινή κατοικία του Μητροπολίτου Κωνσταντίνου, εις την οποίαν διέμενε την περίοδον εκείνην μετά της μητρός του και της αδελφής του.
Τας απογευματινάς ώρας της Τρίτης 25 Ιουνίου ο Μητροπολίτης, μαζί με τον λογοθέτην της επαρχίας Μελενίκου Θωμάν Παπαχαριζάνον παρηκολούθουν από το παράθυρον της οικίας του πρώτου τα έκτροπα τα οποία εγένοντο εις την πόλιν. Περί την 9ην βραδυνήν ηκούσθησαν φωναί στρατιωτών, οι οποίοι απαιτούσαν όπως ο Μητροπολίτης τους ανοίξει διά να ερευνήσουν την οικίαν εις την οποίαν υπωπτεύοντο ότι εκρύπτοντο όπλα. Και οι δύο ηρνήθησαν ότι υπάρχει εντός της οικίας οπλισμός. Οι Βούλγαροι, όμως, διέρρηξαν την θύραν, εισήλθον εντός αυτής βιαίως και έξι εξ αυτών ανέβησαν εις τον άνω όροφον. Αφού έκαμαν πρώτα σωματικήν έρευναν επί των δύο ανδρών και κατέστρεψαν σχεδόν τα πάντα, διέταξαν εν συνεχεία να τους ακολουθήσουν εις τον αστυνομικόν σταθμόν. Εις όλο αυτό το διάστημα, η συμπεριφορά των στρατιωτών ήτο ιδιαιτέρως βάναυσος. Επί κεφαλής του αποσπάσματος ήσαν ο Μίκτα Μιλεγκώφ [κατά την έκθεσιν της Γενικής Διευθύνσεως της 6ης Μεραρχίας Πεζικού του Ελλην. Στρατού, ο Μιλεγκώφ (Milegov ή Velikov;) ήτο Βούλγαρος Λοχαγός της Χωροφυλακής] και ο (υπο)λοχαγός Άνγκνετ Ντιμίτρι Μποτσάνωφ (Dimitri Botsanoff Angnet), του 21ου βουλγαρικού πεζικού συντάγματος.
Ωδήγησαν τον Ιεράρχην εις την μικράν πλατείαν Καρά Αγάνη (σημ. πλατεία Πολυζωΐδη), έξωθι της πόλεως, πλησίον του χειμάρρου της Μαϊμούδας, υβρίζοντες και κτυπώντες αυτόν συνεχώς. Ο Ιερομάρτυς, εδέχετο αγογγύστως τα λακτίσματα, τους εμπτυσμούς και τα τρυπήματα από τας ξιφολόγχας των στρατιωτών. Το ράσον του εξεσχίσθη, από τας πληγάς του το αίμα έρρεεν αφθόνως, τον εποδοπάτουν, του εξερρίζωναν τα γένεια και τας τρίχας της κεφαλής. Σχεδόν γυμνός, δεν άργησε να γείρη την κεφαλήν και να παραδώση το πνεύμα εις τον Ύψιστον. Αλλά και νεκρός ων περιυβρίζετο και εχλευάζετο. Οι βασανισταί του, δεν είχον κορεσθή ακόμη. Του εξώρυξαν τους οφθαλμούς και του αφήρεσαν το εγκόλπιον και το ωρολόγιόν του. Τελικώς τον κατεκρεούργησαν και το σώμα του το έρριψαν εντός πελωρίου λάκκου, ο οποίος περιείχεν καιομένην άσβεστον. Ευρίσκετο δε αυτός εις τον περίβολον της προς αποπεράτωσιν βουλγαρικής σχολής.
Μαζί με τον Μητροπολίτην εμαρτύρησαν ο πρωθιερεύς Σταύρος και ο πρόκριτος της πόλεως Θωμάς Παπαχαριζάνος, ο νεομάρτυς, ο οποίος απεβίωσεν συνεπεία καρδιακής προσβολής, αφού προηγουμένως ελογχίσθη.
Ολίγον αργότερον οι στρατιώται επέστρεψαν εις την επισκοπικήν κατοικίαν, ήρπασαν τα άμφια, δύο μίτρας, ένα αδαμάντινον σταυρόν, εν επίχρυσον Ευαγγέλιον, άλλα πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη, 40 λίρας τας οποίας είχεν εις το γραφείον του και άλλας 240 της αδελφής του, την οποίαν μάλιστα αναζητούσαν διά να συλλάβουν. Είχεν όμως φροντίσει η τελευταία να κρυφθή εις οροφήν γειτονικής οικίας και εκεί παρέμεινεν έως ότου έφυγαν.
Την επομένην οι Βούλγαροι εσυνέχισαν τας σφαγάς και τας δηώσεις. Ο Μποσνάκωφ επαγίδευσεν τους κατοίκους, λέγων προς αυτούς ότι ο πόλεμος ετελείωσεν και ότι ημπορούσαν να ανοίξουν τα καταστήματά των ελευθέρως. Οι πολίται, 250 τον αριθμόν, προσήλθον πράγματι ανυποψίαστοι, αλλά τότε οι άνδρες του Βουλγάρου υπολοχαγού τους περιεκύκλωσαν και έσφαξαν περισσοτέρους των 100, αδιακρίτως. Οι σοροί των άτυχων εκείνων πολιτών έμειναν άταφοι μέχρι το απόγευμα της 26ης Ιουνίου, οπότε οι Βούλγαροι αγγάρεψαν μερικούς αθιγγάνους να τους μεταφέρουν και να τους πετάξουν εις τον φρικώδη βόθρον της βουλγαρικής σχολής (όπως κατεγράφη εις τον Τύπον της εποχής).
Το απόγευμα της 27ης Ιουνίου 1913, μετά την διήμερον νικηφόρον μάχην παρά την Βέτριναν (12) (σημ. Νέο Πετρίτσι) μία ίλη ιππικού του ελληνικού στρατού -επί κεφαλής του οποίου ήτο ο ανθυπολοχαγός Ιωαννίδης- εισήλθεν εις το κατεστραμμένον Σιδηρόκαστρον. Το απελευθερώνει, υψώνει την Γαλανόλευκον εις το βυζαντινόν κάστρον, αλλά παντού, απ’ όπου περνά, αντικρύζει σκηνές φρίκης και εξαθλιώσεως. Παντού συντρίμμια και θάνατος.
Εις την εφημερίδα Νέα Αλήθεια (Θεσ/νίκης), της 29ης Ιουνίου διαβάζομεν:
Σήμερον μ.μ. τμήμα Ελληνικού Στρατού κατέλαβε το Δεμίρ-Ισάρ. Ο εχθρός, υποχωρήσας, εγκατέλειψε τέσσαρα πυρομαχικά, εκ των οποίων δύο «Σνάϊδερ» και δύο τουρκικής προελεύσεως, οκτώ βλητοφόρα και πληθύν οβίδων και τροφών.
Ηκολούθησεν το 9ο Τάγμα Ευζώνων, υπό τον τότε διοικητήν Θεόδ. Πά- γκαλον, ο οποίος εις τα Απομνημονεύματά του σημειώνει:
…Μετά σύντομον εξέτασιν (ενν. της περιοχής) ανεύρον εν τω προαυλίω της Σχολής τεράστιον λάκον, ο οποίος περιείχε άνω των 60 πτωμάτων εκ των σφαγέντων την προηγουμένην. Μεταξύ αυτών ήτο και ο Μητροπολίτης Μελενίκου. Εις έτερον τάφον, επί αμμώδους εδάφους, ήσαν περί τα 30 πτώματα, εν οις και οι δύο ιερείς της πόλεως. Περί τα 20 ακόμη πτώματα εύρομεν εις μεμονωμένους τάφους καί τινα άταφα. Οι κάτοικοι (όσοι διεσώθησαν) και ίδια τα γυναικόπαιδα με σπαρακτικούς θρήνους παρηκολούθουν την εκταφήν των οικείων των. Μετά την σύνταξιν λεπτομερούς καταλόγου των ανεγνωρισθέντων θυμάτων ανεχώρησα μ.μ. προς συνάντησιν της Μεραρχίας, βαδιζούσης επί της αμαξιτής οδού προς βορράν εις Μαρικοστίνοβο (13).
Επίσης ο Μέραρχος της 6ης Μεραρχίας, μετέπειτα αντιστράτηγος Νικ. Δελαγραμμάτικας (14), αφού μετέβη και αυτός εις Σιδηρόκαστρον και διενήργησεν λεπτομερή έρευναν, απέστειλε προς τον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνον Α’ (IB’) το κάτωθι τηλεγράφημα:
Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι, μετά τας δοθείσας πληροφορίας περί σφαγών εν Δεμίρ-Ισσάρ, εστάλη αξιωματικός του Επιτελείου, όστις εξηκρίβωσε τα εξής:
Ο Βούλγαρος λοχαγός της χωροφυλακής Μίκτα Μιλεγκώφ, τη υποδείξει τριών Βουλγαριζόντων κατοίκων, συνέλαβε τον Μητροπολίτην Κωνσταντίνον, τον ιερέα Παπασταύρον, τον προύχοντα Θωμάν Παπαχαριζάνο και πλέον των εκατό άλλων ομογενών[i], ους ενέκλεισεν εις τον περίβολον της Βουλγαρικής σχολής.
Τούτους άπαντας την 25ην προς την 26ην τρέχοντος (1913), Βούλγαροι στρατιώται και χωροφύλακες εφόνευσαν και δι’ αγγαρείας Τούρκων χωρικών έθαψαν εις τον περίβολον της σχολής και έξωθι του ανατολικού μανδροτοίχου αυτής.
Ο αξιωματικός του Επιτελείου μου διέταξε την εκταφήν αυτών ίνα βεβαιωθή. Και όντως εις βάθος πλέον των δύο μέτρων ανευρέθησαν συσσωρευμένα τα πτώματα των σφαγέντων.
Εκτός των σφαγών εβίασαν, αξιωματικοί και στρατιώται, πολλάς παρθένους, μίαν δε εξ αυτών, ονόματι Αγαθήν Θωμά, κόρην κηπουρού, αντιστάσαν, εφόνευσαν. Τα καταστήματα της πόλεως κατεστράφησαν και διηρπάγησαν, ως και άπαντα τα σκεύη των οικιών των ομογενών, ων τους πλείστους έσωσαν οι Τούρκοι κάτοικοι εν ταις οικίαις των.
Εν γένει η κωμόπολις παρουσιάζει οικτρόν θέαμα καταστροφής και η πείνα απειλεί να συμπληρώση ταύτην (πβ. εφημ. Εμπρός, 30/6/1913).
Οργισμένος ο Ανώτατος Άρχων με το τηλεγράφημα αυτό απέστειλε από το Γενικόν Επιτελείον, όπου ευρίσκετο εις Δοϊράνην, το κάτωθι κείμενον προς το υπουργείον των Εξωτερικών:
Έκτη Μεραρχία αναφέρει ότι οι Βούλγαροι στρατιώται, τη διαταγή λοχαγού τίνος της χωροφυλακής συνέλεξαν εις το προαύλιον της Βουλγαρικής Σχολής τον Μητροπολίτην του Δεμίρ-Ισσάρ, δύο ιερείς και άνω των 100 προκρίτων, τους οποίους κατέσφαξαν.
Η Μεραρχία διέταξε την εκταφήν των πτωμάτων καί εβεβαίώθη το έγκλημα.
Προς τούτοις εβίασαν παρθένους καί αντιστάσας κατέσφαξαν.
Διαμαρτυρηθήτε, κατ’ εντολήν Μου, εις τους αντιπροσώπους των πολιτισμένων Δυνάμεων εναντίον των ανθρωπομόρφων τούτων τεράτων, καθώς και εις τον πεπολιτισμένον κόσμον ολόκληρον καί δηλώσατε ότι θα αναγκασθώ μετά λύπης μου να προβώ εις αντίποινα, όπως εμπνεύσω φόβον καί σκέψιν τινά προ της τελέσεως τοιούτων εγκλημάτων.
Οι Βούλγαροι επισκιάζουν όλας τας φρικαλεότητας των βαρβαρικών επιδρομών του παρελθόντος και αποδείκνύουν ότι δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να συγκαταλέγωνται μεταξύ των πεπολίτίσμένων λαών.
Κωνσταντίνος Βασιλεύς
Ο ανταποκριτής των Τάϊμς εις την Θεσσαλονίκην έκανε γνωστόν ότι:
Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α’ διεβίβασεν εις αυτόν, εκ Δοϊράνης, δριμυτάτην τηλεγραφικήν διαμαρτυρίαν διά την εξακριβωθείσαν σφαγήν του επισκόπου και των προκρίτων του Δεμίρ-Ισσάρ. Τας σφαγάς ταύτας η Α.Μ. χαρακτηρίζει ως έγκλημα ανάνδρου αγριότητος, το οποίον δεν έχει εφάμιλλον εις τα χρονικά των βαρβάρων κατακτητών (πβ. και εφημ. Εμπρός, 30/6/1913).
Η εφημερίς Αθήναι, με ημερομηνίαν 5 Ιουλίου 1913, σημειώνει τα κάτωθι:
-Το μαρτύριον των Ιεραρχών.
Το ακόλουθον τηλεγράφημα απεστάλη εκ Σερρών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον παρά των κ.κ. Κοσμίδου και Σπανούδη, μελών της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.
Κατώδυνοι αναγγέλλομεν τον μαρτυρικόν θάνατον του Μητροπολίτου Μελενίκου, εξακριβωθέντα εν λεπτομερεία.
Ο Μητροπολίτης επλήγη την πρωίαν της 25ης Ιουνίου αγρίως, διά λόγχης, εις την κεφαλήν και τας πλευράς. Εποδοπατήθη και έπειτα κατεσπιλώθη και εσυλήθη.
Συνεμαρτύρησαν εις ιερεύς, εις πρόκριτος και ο Μέγας Λογοθέτης. Εκ της αυτής επαρχίας εκρεουργήθησαν και 102 άλλοι Έλληνες. Τα άμφια και τα αντικείμενα της Μητροπόλεως διηρπάγησαν.
Εκθάψαντες χθες τους νεκρούς, κατακειμένους εν βόθρω, εύρομεν τον Μητροπολίτην φρικτάς φέροντα πληγάς.
Αι οικίαι και τα καταστήματα διηρπάγησαν.
Εμαρτύρησεν επίσης και ο Επίσκοπος Πολυανής (15).
Θεωρείται βέβαιος ο μαρτυρικός θάνατος και του Αγίου Μύρων (16).
Των Εθνομαρτύρων της Εκκλησίας αιώνια είη η μνήμη (πβ. και εφημ. Εμπρός, 5/7/1913, σ. 3).
Επίσης, εις το Νέον Άστυ της 28ης Ιουνίου 1911 διαβάζομεν:
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 26 Ιουνίου (τηλεγραφικός).
Ελλείπουν εισέτι αι ειδήσεις περί του Έλληνος Μητροπολίτου του απαχθέντος υπό Βουλγάρων στρατιωτών. Ο Βούλγαρος Μητροπολίτης Μοναστηριού -εις του οποίου την οικίαν ανεκαλύφθησαν βόμβαι και εκρηκτικαί ουσίαι- μετεφέρθη υπό συνοδείαν εις Θεσ/νίκην.
Άρα, μέχρι και την 27ην του μηνός κανείς δεν εγνώριζε κάτι διά την τύχην του Σεβασμιωτάτου.
Τας ημέρας εκείνας έγινεν ολοκαύτωμα και η πόλις των Σερρών. Μεταξύ των δεκάδων οι οποίοι εσφάγησαν ήτο και ο ιερεύς Παπακωνσταντίνος, ετραυματίσθη σοβαρώς η σύζυγός του, ενώ η θυγατέρα μόλις που διέφυγε την ατίμωσιν πηδήσασα εκ του παραθύρου. Ακόμη, ο Έλλην Μητροπολίτης Στρωμνίτσης και Τιβεριουπόλεως Αρσένιος Αφεντούλης (1910-1914), κατώρθωσε δι’ απειλών να σώση πολλούς εκ των συμπατριωτών του, οι οποίοι τελικώς αφέθησαν ελεύθεροί
Την επομένην οι Βούλγαροι, επανήλθον δριμύτεροι και ηθέλησαν να εγκλείσωσι τον Μητροπολίτην εις το χολεροκομείον, ως δήθεν πάσχοντα εκ χολέρας (!).
Πληροφορηθείς τούτο ο Αρσένιος κατώρθωσε να διαφύγη κατά την διάρκεια της νυκτός και να καταφύγη εις γειτονικόν χωρίον, όπου και παρέμεινε κρυπτόμενος μέχρι της αναχωρήσεως των βουλγαρικών στρατευμάτων.
Τέλος, εκ των ξένων εφημερίδων, αι οποίαι περιέγραψαν την τραγωδίαν του Σιδηροκάστρου και το τέλος του Μητροπολίτου, η Illustration των Παρισίων, της 2ας Αυγούστου 1913, αναφέρει [κατά μτφρ. εκ της γαλλικής):
…Οι στρατιώτες συνέλαβαν τον Μητροπολίτη, τους ιερείς, τους προκρίτους. Συνολικά 110 άνδρες οδηγήθησαν στο βουλγαρικό σχολείο. Στην αυλή είχεν εκσκαφή προ ολίγου πελώριος λάκκος. Τους συλληφθέντες τους αναγκάζουν να καθήσουν γύρω από αυτόν. Οι δυστυχείς κατάλαβαν ότι ο μεγάλος αυτός λάκκος επρόκειτο να γίνη ο τάφος τους. Τον παρατηρούν και γελούν όπως οι μάρτυρες. Σε λίγο θ’ αρχίση γι’ αυτούς η ζωή, την οποίαν ο χρόνος δεν μπορεί να τερματίση (αιώνια ζωή). Από εκεί ψηλά θα βλέπουν τον ελληνικόν στρατόν ν’ ανακτά νικηφόρα τη χώρα. Η βουλγαρική λόγχη βυθίζεται και ξαναβυθίζεται με λύσσα αγρίου θηρίου. Ένας λογχισμός αποσπά το πηγούνι και ολόκληρη την σιαγόνα του Μητροπολίτη, άλλος βγάζει τα μάτια, τρίτος σταματά τους παλμούς της καρδιάς. Δάκτυλα, πόδια, βραχίονες αποκόπτονται και ρίπτονται ανακατεμένα στον λάκκο…
Αν και έχουν παρέλθει έκτοτε πολλαί δεκαετίαι, η Βουλγαρία αρνείται να παραδεχθή ότι τμήμα του τακτικού βουλγαρικού στρατού προέβη εις τοιαύτης εκτάσεως σφαγάς την εποχήν εκείνην. Κατά τους Βουλγάρους, τα θύματα ήσαν αποτέλεσμα των συγκρούσεων μεταξύ του βουλγαρικού στρατού κατοχής και του ενόπλου ελληνικού ανταρτικού σώματος του Δεμίρ-Ισσάρ, το οποίον είχεν ιδρύσει και κατευθύνει ο αλήστου μνήμης Εθνοϊερομάρτυς.
Κατά την βουλγαρικήν εκδοχήν:
Κατά την διάρκειαν του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, στις 25 καί 26 Ιουνίου, στο Σιδηρόκαστρο, οι Έλληνες, υπό την ηγεσίαν του Επισκόπου Κων/νου, επετέθησαν κατά των Βουλγάρων στρατιωτών και πολιτών, με αποτέλεσμα να ακολουθήση συμπλοκή στην οποίαν εφονεύθησαν 250 Βούλγαροί και 71 Έλληνες, ανάμεσά τους και ο Επίσκοπος Κωνσταντίνος.
Διάδοχος του Κωνσταντίνου εξελέγη, τον Σεπτέμβριον του ιδίου έτους, ο τ. Δεβρών και Βελισσού Παρθένιος Γκόλιας (17), ο οποίος είχεν υπηρετήσει εις την περιοχήν ως Επίσκοπος Δαφνουσίας.
Ο δήμος Σιδηροκάστρου, τιμών την μνήμην του Εθνοϊερομάρτυρος, ετοποθέτησε την προτομήν του έμπροσθεν του παλαιού Οικοτροφείου της πόλεως (σήμερον είναι υπό διαμόρφωσιν πολιτιστικόν κέντρον]. Κάτωθι της προτομής αναγράφονται τα εξής:
Μητροπολίτης Μελενοίκου και Σίδηροκάστρου Κων/νος Ασημιάδης.
Εσφαγιάσθη υπό των Βουλγάρων την 26-6-1913.
Επίσης το όνομά του έχει δοθή εις οδόν της Θεσσαλονίκης, παρά την Πανεπιστημιούπολιν.
Επί δημαρχίας Μελενικίου Γεωργίου Μάνου εξεκίνησεν το 1920 η κατασκευή Ηρώου προς τιμήν των σφαγιασθέντων Σιδηροκαστρινών αμάχων πολιτών υπό των Βουλγάρων (26-27 Ιουνίου 1913), το οποίον ωλοκληρώθη την 6ην Αυγούστου 1922, ημέρα κατά την οποίαν εγένετο, με κάθε επισημότητα, η μετακομιδή των οστών των σφαγιασθέντων, από την Ασβεσταριά (18) του προαυλίου του Εθνικού Ορφανοτροφείου Αρρένων Σιδηροκάστρου. Τα οστά ετοποθετήθησαν εις την βάσιν του μνημείου. Το ηρώον ευρίσκεται εις πευκόφυτον περιοχήν εις το κέντρον της πόλεως. Είναι τρίπλευρον και επάνω εις τας πλευράς έχουν χαραχθή, με χρυσά γράμματα, τα ονόματα των σφαγιασθέντων Σιδηροκαστρινών. Η κατασκευή του εστοίχισεν περί τας 150.000 δρχ. ποσόν σημαντικόν διά την εποχή εκείνην, το οποίον διετέθη από τον προϋπολογισμόν του δήμου και εξ εθελουσιών εισφορών πολλών έκτων κατοίκων. Διαρκούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βούλγαροι ανετίναξαν (Αύγουστος του 1941) με δυναμίτιδα το μνημείον. Το 1956, επί δημαρχίας Παναγιώτου Βονίτη (1951-1958), το μνημείον απεκαταστάθη. Προσετέθησαν δε εις αυτό και τα ονόματα των ηρωϊκώς πεσόντων κατά την περίοδον 1941-1944. Το 1960, επί δημαρχίας Αλεξάνδρου Τριανταφυλλίδου (1959-1967), το Ηρώον κατεδαφίσθη, παρά την καθολικήν διαμαρτυρίαν των κατοίκων και της Εκκλησίας. Τα οστά μετεφέρθησαν τότε και ετοποθετήθησαν υπό του Μητροπολίτου Βασιλείου Μαγκριώτου (1930-1967) εις το οστεοφυλάκιον του εξωκκλησίου του προφήτου Ηλία. Τελικώς, το 1998, επί δημαρχίας Βασιλικής Χατζηευαγγέλου (1995-1998), μετά την διαμόρφωσιν της πλατείας Πολυζωίδη, το Ηρώον εστήθη εις περίοπτον θέσιν, επάνω από το οστεοφυλάκιον, εις τον προαύλιον χώρον του παλαιού Ορφανοτροφείου. Επ’ αυτού ανεγράφησαν τα 65 αναγνωρισθέντα θύματα της βουλγαρικής θηριωδίας του 1913. Εκεί ετοποθετήθησαν και οι προτομές του αειμνήστου Μητροπολίτου Κωνστ. Ασημιάδη και του ήρωος αντισυνταγματάρχου Γεωργ. Κατσάνη, διευθυντού της 33ης Μοίρας Καταδρομών της Κύπρου, ο οποίος έπεσεν ηρωϊκώς μαχόμενος την 21ην Ιουλίου 1974 (19), πλησίον της Κερυνείας (ύψωμα Αγίου Ιλαρίωνος).
Βιβλιογραφία
Περί του Εθνομάρτυρος Μελενίκου Κωνστ. Ασημιάδη βλ. επίσης Ιω. Θ. Μπάκας, Ο Ελληνισμός καί η Μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, διδ. διατρ., Θεσσαλονίκη 2003. Νικ. Χρ. Χρηστίδης, Αγάλματα και μνημεία του νομού Σερρών, Σέρρες 2010. Πέτρος Σ. Σπανδωνίδης, Μελένικος: ο νεκρός μακεδονικός άκριτης, Θεσσαλονίκη 1930. Αι Βουλγαρικαί ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 1912-1913, εν Αθήναις 1914. Αποστ. Κ. Γκισδαβίδης, Πώς κατεκυρώθη εις τους Βουλγάρους το Μελένικον. Η σφαγή των κατοίκων του Σίδηροκάστρου και ο μαρτυρικός θάνατος του Μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη, εφημ. Πρόοδος Σερρών, φ. Β’ 3206 (30/6/1957). Του ιδίου, Το Μελένικον. Αρχαιολογική και ιστορική μελέτη, τόμ. 2, Θεσσαλονίκη 1959. Ιω. Βλάχος Αθαν., Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν Μελενίκου (εκθέσεις των Μητροπολιτών Ειρηναίου και Αιμιλιανού), εις ΣερραϊκάΧρονικά, τόμ. Η’, 1979, σσ. 83-154. Κωνστ. Α. Βοβολίνης, ένθ’ ανωτ., σσ. 207, 210. Βασίλειος (κατά κόσμον Κωνστ. Ατέσης), Μητροπολίτης Λήμνου, ένθ’ ανωτ., 1/15 Απριλίου 1972, αρ. 7-8, σ. 182. Ευγέν. Κωσταρίδης, ένθ’ ανωτ., σσ. 173-175. Βασ. Ηλιάδης, Μαρτύρια και ηρώων αίμα: Ο Ιεράρχης Μελενίκου Κωνσταντίνος Ασημιάδης που εβασανίσθη και κατεκρεουργήθη αγρίως, περ. Ο Εφημέριος, έτ. Η’ (1959), σσ. 726-729. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 8ος, σσ. 5-6· Θρησκευτική και Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 2ος, σ. 147. Γιάννης Β. Ιωαννίδης, Μικρή εγκυκλοπαίδεια… ένθ’ ανωτ., τόμ. Α’, σ. 216- 217. Πέτρος Πέννας, Μελένικος, ο Ακρίτας του Ελληνικού Βορρά, Εθνική Ένωσις Βορείων Ελλήνων, Αθήναι 1964. εφημ. Εμπρός, 30/6 και 5/7/1913. εφημ. Χρονογράφος (Πειραιώς), 5/7/1913. Ιω. Σ. Παπαφλωράτος, Η διάπραξη εγκλημάτων πολέμου στις μέρες μας – Η περίπτωση των Βουλγάρων στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, εξαμηνιαίον περιοδικόν Σχολής Εθνικής Αμύνης «Αθηνά», αρ. τεύχ. 54 (Ιαν.-Ιούν. 2023), σσ. 20-41.
Σημειώσεις
- 1. βλ. Τάσος Γριτσόπουλος, Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 8ος, σ. 5 . Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 16ος, σ. 525.
- βλ. ΠάπυροςΛαρούς Μπριτάννικα, τόμ. 37ος, σ. 106 . Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ‘Πυρσός’, τόμ. ΙΕ’, σ. 580. Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ήλιου’, τόμ. 3ος, σ. 753. Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τόμ. 8ος, σ. 382. Έγχρωμη Εγκυκλοπαίδεια Υδρόγειος’, τόμ. 9ος, σ. 188. Θρησκευτική και Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 2ος, σ. 147.
- Ο κατά κόσμον Θεόδωρος Βρυέννιος εγεννήθη εις τα Ταταύλα Κωνσταντινουπόλεως το 1833. Απεφοίτησεν εκ της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και ακολούθως εσπούδασε Φιλοσοφίαν και Θεολογίαν εις τα Πανεπιστήμια της Λειψίας, του Βερολίνου και του Μονάχου (1856-1861). Διωρίσθη καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (1861-1867). Βραδύτερον ανεδείχθη Σχολάρχης αυτής (1863-1867). Κατά την περίοδον 1867-1875 ήτο διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Διετέλεσε Μητροπολίτης Σερρών και Νικομήδειας. Το 1910 παρητήθη λόγω γήρατος. Εκοιμήθη τον Νοέμβριον του 1917.
- Σχολάζουσα Επισκοπή: εκείνη, της οποίας ο Επίσκοπος κωλύεται να ασκήση τα αρχιερατικά του καθήκοντα, λόγω κατοχής της Επισκοπής υπό αλλοθρήσκων.
5.Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Βαξεβανίδης, Χίος την καταγωγήν, εγεννήθη εις την Πόλιν περί το 1860. Το 1887 απεφοίτησε από την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης. Το 1896 εξελέγη τιτουλάριος Επίσκοπος Μελιτουπόλεως. Τον Φεβρουάριον του 1900 εξελέγη Μητροπολίτης Κώου και μετά από οκτώ έτη Μητροπολίτης Καστορίας. Εκοιμήθη τον Ιούλιον του 1911. Τον διεδέχθη ο Ιωακείμ Β’ Λεπτίδης (1911-1931).
- Ο Πολύκαρπος Θεολογίδης εγεννήθη εις την Παλαιοκώμην της επαρχίας Φυλλίδος Σερρών περί το 1868. Απεφοίτησεν έκτης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (1891) και ακολούθως μετέβη δι’ ανωτέρας θεολογικάς σπουδάς και εκμάθησιν της σέρβικης γλώσσης εις το Βελιγράδιον. Το 1900 εξελέγη Μητροπολίτης Δεβρών και Βελισσού. Το 1907 παρητήθη. Εκοιμήθη εις το Μεσάχωρον του Βοσπόρου το 1919.
- Μετά την δολοφονίαν του Κωνστ. Ασημιάδη ανήλθεν εις τον επισκοπικόν θρόνον του Μελενίκου ο Παρθένιος (3 Σεπτεμβρίου 1913 – 29 Ιουνίου 1921).
- Και Μελένοικον (σημ. Μέλνικ): Κωμόπολις της Νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, επί υψομέτρου 437, άλλοτε πόλις της Βορειο-ανατολικής Μακεδονίας, πλησίον των συνόρων των δύο χωρών. Λόγω των πολλών βυζαντινών ναών που υπάρχουν εκεί, χαρακτηρίζεται ως ο Μυστράς της Νοτιο-δυτικής Βουλγαρίας. Το 1215 εγένετο πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Ροδόπης. Κατά την Επανάστασιν του 1821 πολλοί κάτοικοι της περιοχής συμμετείχον ενεργώς εις αυτήν. Εις το Μελένικον υπήρχεν ελληνικόν σχολείον από τον 18ον αι. ενώ αργότερον ιδρύθη εκεί Αρρεναγωγείον με πλουσίαν βιβλιοθήκην. Περί τα τέλη του 19ου αι. ζούσαν εις το Μελένικον περί τους 4.000 Έλληνας, έναντι 360 Βουλγάρων και 450 Τούρκων. Εις την περιοχήν υπήρχον το 1895 25 ορθόδοξα (πατριαρχικά) χωρία. Η πόλις κατελήφθη υπό του βουλγαρικού στρατού κατά τον Α’ Βαλκανικόν Πόλεμον και απηλευθερώθη υπό των Ελλήνων την 27ην Ιουνίου 1913. Με την Συνθήκην του Βουκουρεστίου η πόλις επεδικάσθη εις την Βουλγαρίαν. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής ηναγκάσθησαν να την εγκαταλείψουν και να καταφύγουν εις την Ελλάδα (κυρίως εις το Σιδηρόκαστρον, τας Σέρρας, την Θεσσαλονίκην και τας Αθήνας).
- O Πολύκαρπος Σακελλαρόπουλος εγεννήθη εις την Τσαρίτσανην της Ελασσόνος το 1878. Εσπούδασεν εις την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης. Το 1911 εχειροτονήθη τιτουλάριος Επίσκοπος Πέτρας, Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως. Το 1912 εξελέγη Μητροπολίτης Μογλενών. Το 1926 ετέθη εις διαθεσιμότητα και το 1927 εξελέγη Μητροπολίτης Βερροίας και Ναούσης. Εκοιμήθη εις Βέρροιαν το 1943.
- O Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Μ. Ανδρεάδης εγεννήθη το 1877 εις την Χίον. Εσπούδασεν εις την Ριζάρειον Εκκλησιαστικήν Σχολήν Αθηνών και εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερον υπηρέτησεν εις διαφόρους εκκλησιαστικάς θέσεις και το 1943 διωρίσθη πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπολέως Χίου. Το 1947 απελύθη των καθηκόντων του, λόγω προβλημάτων υγείας, και το επόμενον έτος εκοιμήθη (Δεκέμβριος 1948). Είναι ο συγγραφεύς του περιφήμου έργου Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, μέρος Α’, τυπογρ. «Πυρσός», Αθήνησιν 1940 (το έργον είναι τρίτομον. Οι άλλοι δύο τόμοι εξεδόθησαν υπό των Αφών Γ. Βλάσση το 1996, υπό την επιστημονικήν επιμέλειαν του διδάκτορος της Θεολογίας και Λυκειάρχου Στεφάνου Κ. Σκαλιστή).
- Γραφική κωμόπολις του νομού Σερρών. Είναι εμπορικόν και αγροτικόν κέντρον. Διαρρέεται υπό του παραποτάμου του Στρυμόνος Κρουσοβίτου. Οφείλει την ονομασίαν της εις το παλαιόν βυζαντινόν φρούριον, το οποίον δεσπόζει της περιοχής. Επί Τουρκοκρατίας ωνομάζετο Δεμίρ-Ισσάρ (=Σιδηρούν Κάστρον). Η εγκατάστασις Ελλήνων εκεί ήρχισεν από τα μέσα του 18ου αι. Κατά τον 19ον αι. ελειτούργησαν εκεί εκπαιδευτήριον, Ελληνικόν Σχολείον, το Σωματείον Φιλοπρόοδος Αδελφότης, Παρθεναγωγείον, νηπιοπαρθεναγωγείον και Αστική Σχολή Αρρένων. Το Σιδηρόκαστρον απηλευθερώθη από τον ελληνικόν στρατόν κατά την διάρκειαν του Β’ Βαλκανικού Πολέμου (26-7/6/1913). Το 1916 κατελήφθη εκ νέου υπό του βουλγαρικού στρατού (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) και διά τρίτην φοράν κατά τον Β’ Παγκόσμιον Πόλεμον (1941-1944). Μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, καραβάνια προσφύγων από την Μικράν Ασίαν, την Θράκην και τον Πόντον θα φθάσουν εκεί και με τον καιρό θα ενσωματωθούν εις τον γηγενή πληθυσμόν. Η πόλις αριθμούσε τότε περί τους 11.000 κατοίκους.
- βλ. εφημ. Εμπρός και Σκριπτ 29ης Ιουνίου 1913. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 2ος, σ. 355 και τόμ. 3ος, σσ. 25-31 (λήμμα Δεμίρ Χισσάρ – Σιδηρόκαστρον).
- Θεοδώρου Παγκάλου, Τα Απομνημονεύματά μου 1897-1947, τόμ. Α’ (1897-1913), εκδ. Αετός, Αθήναι 1950, σ. 329 [στα Απομνημονεύματα αναφέρεται ως Μαρτικοστίνοβο).
- ο Νικόλαος Δελαγραμμάτικας (1853-1938) υπήρξεν ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού (αντιστράτηγος του Πεζικού) εξ Άνδρου. Έλαβε μέρος εις όλας τας πολεμικάς επιχειρήσεις από του 1878 έως και τους Βαλκανικούς πολέμους. Απεστρατεύθη το 1916.
- Η πληροφορία της εφημερίδος είναι εσφαλμένη. Ο τότε επίσκοπος Πολυανής Φώτιος Παγιώτας [το ίδιον έτος (1913)] ήρχισε να τιτλοφορείται Πολυανής και Κιλκισίου, ενώ το 1924 η επισκοπή Πολυανής προήχθη εις Μητρόπολιν και ο Φώτιος εις Μητροπολίτην, εκοιμήθη τον Ιούνιον του 1928, συνεπεία εγκεφαλικής συμφορήσεως.
- Και η πληροφορία αυτή είναι εσφαλμένη. Επίσκοπος Μυρέων ήτο από του 1906 έως και του 1914 ο Αθανάσιος (κατά κόσμον Αθανάσιος Βαβαλίσης ή Λάσκαρις), ο οποίος, διαρκούντος του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου, συνελήφθη αιχμάλωτος των Βουλγάρων, εις χείρας των οποίων υπέφερε τα πάνδεινα. Απηλευθερώθη το 1914. Το ίδιον έτος εξέδωσεν Απομνημονεύματα, εις τα οποία περιγράφει παραστατικά τα μαρτύρια τα οποία υπέστη. Ολίγον βραδύτερον εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος (Ιούλιος 1914). Εκοιμήθη, αφού προηγουμένως είχε παραιτηθή διά λόγους υγείας, το 1925, εις ηλικίαν μόλις 56 ετών.
- Ο Παρθένιος Γκολίας εγεννήθη εις τα Σιάτιστα της Δυτ. Μακεδονίας το 1860. Το 1895 εχειροτονήθη τιτουλάριος Επίσκοπος Δαφνουσίας, βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Μελενίκου. Το 1899 εξελέγη Επίσκοπος Πολυανής, το 1907 Μητροπολίτης Δεβρών και Βελισσού και το 1913 Μητροπολίτης Μελενίκου. Εκοιμήθη εις το Σιδηρόκαστρον το 1921.
- Η ασβεστοκάμινος.
- Κείμενον υπό τον τίτλον Σιδηρόκαστρο Σερρών (εις ηλεκτρονικήν μορφήν).
* * *
Κείμενα τα οποία εγράφησαν διά τον Μελενίκου Κωνσταντίνον
Μαρτύρια και ηρώων αίμα
Ο Ιεράρχης Μελενίκου Κωνσταντίνος Ασημιάδης που εβασανίσθη και κατεκρεουργήθη αγρίως
Νοερά μνημόσυνα σε λησμονημένους μάρτυρας κληρικούς
Υπό του Βασ. Ηλιάδου
Εδημοσιεύθη εις το περ. Ο Εφημέριος, έτ. Η’ (1959), σσ. 726-729
(απόσπασμα)
[…] Αλλ’ η πλέον τραγική σελίς έχει γραφή με την αγρία σφαγή των κατοίκων Σιδηροκάστρου και το πολύκλαυστον μαρτύρων του μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη. Ίσως σε ολίγους να είναι γνωστόν το μαρτύρων του ιεράρχου αυτού. Αξίζει, συνεπώς, να το εκθέσωμε καθώς το εξιστορεί και σε ένα περισπούδαστον έργον περί του Μελενίκου ο καθηγητής Απόστολος Γκισδαβίδης:
Ο ιεράρχης συνωμίλησε με κάποιον φίλον του, τον Παπαχαριζ(χνον, όταν επλησίασαν εις την πόρτα του σπιτιού του είκοσι βούλγαροι που χτυπούσαν με λύσσα την πόρτα φωνάζοντας:
-Ανοίξτε γιατί θα σπάσουμε την πόρτα.
Ο Παπαχαριζάνος έσκυψε από το παράθυρο και τους ηρώτησε βουλγαριστί τι θέλουν. Αυτοί είπαν ότι πρέπει να μπουν να κάνουν έρευνα γιατί κρύπτονται εκεί έγγραφα μυστικά και όπλα.
Κάτωχρος ο ιεράρχης εβγήκε στο παράθυρο και τους εβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν έγγραφα, μήτε άλλο επιλήψιμο ή ύποπτο, παρετήρησε δε εις αυτούς ότι είναι εντροπή να φέρωνται κατά τον τρόπον αυτόν. Με τα λόγια του αρχιερέως εξεμάνησαν περισσότερο και ήρχισαν να χτυπούν περισσότερο την πόρτα και να υβρίζουν κτηνωδώς.
Η πόρτα υπέκυψεν εις την βουλγαρικήν αγριότητα. Εμπήκαν μέσα οι βούλγάροι, έκαμαν έρευναν σωματικήν, αναποδογύρισαν ντουλάπια, τραπέζια, καρέκλες, εξέσχισαν διάφορες φωτογραφίες και η μανία τους κατέστρεφε τα πάντα. Εφείσθησαν απλώς την αδελφή του ιεράρχη, Ζαφείρω, και την γρηά μητέρα του. Με χυδαιότατες ύβρεις διέταξαν τον μητροπολίτη και τον Παπα-χαριζάνο να τους ακολουθήσουν προς τον σταθμό γιατί θέλει να τους δη ο διοικητής. Ήταν μια πρόφασις αυτό. Οδηγήθηκαν προς τον τόπον της εκτελέσεως. Με λακτίσματα και με λογχισμούς, ο ιεράρχης εβάδιζε προς τον τόπον του μαρτυρίου. Η εκτέλεσίς του έγινε κοντά στον χείμαρρο, όπου υπήρχε λάκκος καιομένης ασβέστου. Οι στρατιώτες δεν άφησαν ατρύπητο μέρος του σώματός του. Αφού τον έφεραν προς τον λάκκον του έβγαλαν τα ρούχα. Έπειτα διέταξαν τον Παπαχαριζάνο να καθήση οκλαδόν αντίκρυ στον μητροπολίτη.
Καταματωμένος και με πρόσωπο παραμορφωμένο εδέησε να υπακούση ο φίλος του ιεράρχη. Οι δήμιοι ήθελαν να βλέπη ο ένας τους λογχισμούς του άλλου. Αλλά πριν εκπνεύση από το μαρτύριό του ο ιεράρχης, ο Παπαχαριζάνος ευρέθηκε νεκρός, ίσως από εγκεφαλική αιμορραγία, ίσως και εκ φόβου.
Δεν εκόρεσαν όμως οι βούλγαροι το πάθος των. Ετεμάχισαν τα πτώματα των δύο θυμάτων των, εξώρυξαν τα μάτια τους και τα έρριξαν στον λάκκο της καιομένης ασβέστου.
Έτσι απέθανε ο μητροπολίτης Μελενίκου Κωνσταντίνος, ο οποίος εμαρτύρησε χωρίς να αξιωθή να αντικρύση τους έλληνας στρατιώτας ελευθέρους και να ζήση την χαράν της ελευθερίας διά την οποίαν εργάσθηκε.
Και με την ευκαιρία της επετείου της απελευθερώσεως της Μακεδονίας τελούμε νοερό μνημόσυνο εις μνήμην ενός αρχιερέως, του μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη, που μαζί με άλλους κληρικούς στάθηκε ο θαρραλέος ποιμενάρχης που εθυσίασε την ζωήν του υπέρ του ποιμνίου του.
* [ii] *
Πώς εμαρτύρησεν ο Μητροπολίτης Μελενίκου
Εδημοσιεύθη εις την εφημ. Εμπρός, την 5ην Ιουλίου 1913
Προς τον κ. Πρόεδρον της Βουλής απεστάλη εκ Θεσσαλονίκης το κάτωθι τηλεγράφημα:
Κοινοβουλευτική επιτροπή τηλεγραφεί εκ Σερρών ότι αι λεπτομέρειαι της σφαγής του Μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου και των προκρίτων και άλλων εκ Δεμίρ Ισσάρ είνε τραγικώταται.
Περί την 9ην πρωινήν ώραν της 25ης Ιουνίου, εικοσάς Βουλγάρων στρατιωτών υπό ένα αξιωματικόν, φέροντες εφ’ όπλου την λόγχην, μετέβησαν εις την Μητρόπολιν, ένθα ευρίσκετο και ο πρόκριτος Θωμάς Παπαχαριζάκης, μέγας Λογοθέτης της επαρχίας Μελενίκου. Οι στρατιώται έκρουσαν την θύραν, επειδή δε αντέστη ο Μητροπολίτης, διέρρηξαν αυτήν και εισήλθον έξι στρατιώται και ο αξιωματικός. Ανήλθον εις τα δωμάτια ζητούντες δήθεν όπλα και έγγραφα. Ανέτρεψαν όλα τα έπιπλα και σκεύη βωμολοχούντες και υβρίζοντες. Ήρπασαν 40 λίρας, ευρεθείσας εις το γραφείον του Μητροπολίτου. Κατόπιν απήγαγον βιαίως τον Μητροπολίτην και τον Παπαχαριζάκην, δέροντες δε αυτούς τους ωδήγησαν μικρόν έξω της πόλεως. Εκεί ηνάγκασαν αμφοτέρους να γονατίσωσι και κατήγαγον επανειλημμένους λογχισμούς κατά των πλευρών και της κεφαλής του Μητροπολίτου. Ο Παπαχαριζάκης, περίτρομος, ετελεύτησεν εκ συγκοπής της καρδίας. Πλην εν τούτοις ελογχίσθη.
Τον Μητροπολίτην, τελευτήσαντα μαρτυρικώς, εποδοπάτησαν και ύβρισαν, αποσπώντες τρίχας κεφαλής και γενειάδος. Κατόπιν εσκύλευσαν, αφαιρέσαντες τα χρήματα, το ωρολόγιον και εσωτερικά ενδύματα. Εγκαταλείψαντες αμφότερα τα θύματα επανήλθον εις την Μητρόπολιν ζητούντες την αδελφήν του Μητροπολίτου, κρυβείσαν εις την οροφήν γειτονικής οικίας και σωθείσαν ως εκ θαύματος. Η μήτηρ του Μητροπολίτου απέθανεν εκ τρόμου. Διήρπασαν τα άμφια του Μητροπολίτου, δύο μίτρας, σταυρόν αδαμαντοκόλλητον χρυσούν, ευαγγέλιον και άλλα πολύτιμα σκεύη και έπιπλα και 240 λίρας της αδελφής του Μητροπολίτου, ας είχε κρυμμένας.
Ο φρικώδης Βόθρος
Οι νεκροί έμειναν εκτεθειμένοι μέχρι της Τετάρτης 26 Ιουνίου, οπότε συρόμενοι εκ ποδών μετά πολλών άλλων πτωμάτων εντοπίων και εκ των περιχώρων, ερρίφθησαν εις βόθρον εντός του περιβόλου του νεοδμήτου Βουλγαρικού σχολείου.
Επιζητούντες πλήρη διευκρίνισιν των γενομένων, εξεθάψαμεν.
Μετά μεγάλης δυσκολίας, ένεκα της σήψεως των πτωμάτων, ανεσύρθησαν μόνον οκτώ πτώματα. Η εκταφή των άλλων είνε αδύνατος. Ο βόθρος, ανασκαφείς, παρουσιάζει φρικωδέστατον θέαμα, ογκώδη συρφετόν πολλών δεκάδων πτωμάτων.
Ο Μητροπολίτης κατεκείτο πρηνής, φρικτός την όψιν. Πάντα τα εκταφέντα πτώματα έφερον βαθύτατα τραύματα λόγχης πλευρικά, ων πλεία τα διαμπερή.
Επίσης τραύματα κατά της κεφαλής, κρανία διερρηγμένα, εφθαλμοί εξωρυγμένοί, μωλωπισμοί και άλλα παρόμοια τεκμήρια, αποδεικνύοντα περιτράνως ότι προ του μαρτυρικού θανάτου υπέστησαν πλείστας κακώσεις. Η όψις των θυμάτων εμαρτύρει φρικώδη αγωνίαν θανάτου. Ο ενταφιασμός εγένετο υπό τους ολοφυρμούς των χηρών και των ορφανών πάσης της κοινότητος.
Εγκαίρως καταφθάσαντες ενταύθα, είδον φρίκτόν θέαμα των θυμάτων οι ανταποκριταί των Τάϊμς’ και του Πρακτορείου ‘Χαβάς’.
Το μαρτυρολόγιον ήκουσαν ολίγον μετέπειτα οι ανταποκριταί του ‘Κήρυκος’ της Νέας Ύόρκης, της Τριμπούνας’ και τρεις άλλοι. Έλαβον πλείστας φωτογραφίας διαδραματισθεισών ανηκούστων φρικαλεοτήτων’.
ΔΕΝΔΡΑΜΗΣ
[i] Ο συνολικός αριθμός των σφαγιασθέντων ανέρχεται εις τους 148. Εξ αυτών ανεγνωρί- σθησαν οι 65, ενώ οι υπόλοιποι 83 παρέμειναν άμορφη μάζα εντός του λάκκου.
[ii] Κωνστ. Ζαβιτσιάνος. Εξελέγη δύο φορές Πρόεδρος: τον Οκτώβριο του 1912 και τον Αύγουστο του 1915. βρισμένες πηγές τον αναφέρουν και ως Ζαβιτσάνον, αλλά η γραφή αυτή είναι εσφαλμένη.
