[ Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μ. Βρεταννίας ]
Θεολογικαί και Ιστορικαί Μελέται-Συλλογή Δημοσιευμάτων,
τόμ. 10, Αθήνα 1987, σελ. 166-188
Νυν εισερχόμεθα εις εν άλλο ζήτημα, κατά πόσον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δικαιούται να εξουσιάζη εκκλησιαστικώς πάσας τας εν διασπορά ορθοδόξους ενορίας
Και αυτή η Αρχιερατική Σύνοδος δεν ανεγνώριζεν εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον το δικαίωμα επεμβάσεως εις τας Ορθοδόξους Εκκλησίας εν διασπορά και την άποψίν της αυτήν εστήριζεν εις τον 6ον κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ομιλεί περί των σχέσεων των κατά τόπους Εκκλησιών και ουχί περί της θέσεως της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως (1). Επίσης οι προσαγόμενοι 9ος και 17ος κανόνες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ομιλούν διά την θέσιν του Κωνσταντινουπόλεως έναντι των νειοστί εμφανιζομένων παροικιών (2). Ο Πατριάρχης Τύχων ηρνήθη την επέμβασιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις την Ρωσικήν Εκκλησίαν το 1923 και το 1924, εκ φόβου μήπως αναγνωρισθή η Ζώσα Εκκλησία και όχι διότι ηρνείτο το δικαίωμα εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον να ενισχύση την Ρωσικήν Εκκλησίαν εις την επικίνδυνον εκείνην εποχήν (3). Ο Μητροπολίτης Αντώνιος, Πρόεδρος της Αρχιερατικής Συνόδου, ηρνείτο την επέμβασιν του Οικουμενικού Πατριάρχου επί των εν διασπορά εκκλησιών μόνον εφ’ όσον θα εξέδιδεν ούτος απόφασιν αντίθετον προς την γνώμην της Αρχιερατικής Συνόδου. Είναι όμως βέβαιον, ότι η Αρχιερατική Σύνοδος των Ρώσων του έξωτερικοΰ κυρίως ουχί κατά των θρόνων έβαλλεν αλλά κατά των προσώπων, άτινα κατείχον τους θρόνους, και μάλιστα κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου Γ, του Αλεξανδρείας Μελετίου και του Αθηνών Χρυσοστόμου, τους οποίους εθεώρει ως νεωτεριστάς.
Η κατωτέρω δημοσίευσις εις το περιοδικόν « Εκκλησιαστικαί Ειδήσεις» (1/14-15/28 Απριλίου 1927, αριθμ. 7-8) ρίπτει πλήρες φως επί της έριδος ταύτης:
Επί της εκκλησιαστικής έριδος.
Η μη κανονικότης της θέσεως του Μητροπολίτου Ευλογίου κατά τους Οικουμενικούς Πατριάρχας (4).
… Άπαξ δε ο Μητροπολίτης Ευλόγιος επικαλείται το κύρος του Οικουμενικού Πατριάρχου εις την περίπτωσιν αυτήν, οφείλει να αναγνωρίζη τούτο και καθ’ όλας τας άλλας. Διά Γραμμάτων από 16ης Μαρτίου και 27ης Απριλίου του 1923 υπ’ αριθμ. 1336 και 1748 και από 28ης Ιουνίου 1924, οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι ήδη μετά το Ουκάζιον του Πατριάρχου Τύχωνος περί καταργήσεως της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Διευθύνσεως κηρύσσουν τον Μητροπολίτην Ευλόγιον μη κανονικόν, εστερημένον του δικαιώματος της διευθύνσεως της Δυτικής Ευρώπης, όπου παρά του Οικουμενικού Πατριάρχου διωρίσθη ο Μητροπολίτης Γερμανός Έξαρχος της Δυτικής και Κεντρώας Ευρώπης με έδραν το Λονδίνον, εις τον οποόον οφείλουν να υπάγωνται όλαι αι εν Ευρώπη εκκλησίαι. Εκτός τούτου οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι υποδεικνύουν διά των Γραμμάτων αυτών εις τον Μητροπολίτην Εύλόγιον ότι η Ρωσική Εκκλησία δεν δύναται να έχη υπό την εξάρτησιν αυτής εκκλησίας εκτός των ορίων του κράτους των, ήτοι άπασαι αι εκκλησίαι εν Ιαπωνία, Σινική, Άπω Ανατολή και αλλαχού του εξωτερικού και ούτω καθ’ εξής, οφείλουν να υπάγωνται εις τον Οικουμενικόν Θρόνον. Προσέτι οι Πατριάρχαι εκφοβίζουν τον Μητροπολίτην Ευλόγιον με μέτρα επιτιμήσεως δι’ αρνησιν υποταγής, προς τα οποία διαμφισβητών τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχου εκθέτει τελείως αντιθέτους των σημερινών γνώμας.
Προς τοις άλλοις, απαντών εις την εκδηλωθείσαν απαίτησιν του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου, νυν δε Αλεξανδρείας, να παύση διοικών τας εν Βοημία ρωσικάς εκκλησίας επί τη κανονική παρ’ αυτού ιδρύσει ιδιαιτέρας Αρχιεπισκοπής υπαγομένης εις τον Οικουμενικόν Θρόνον, εις τας από 28ης Μαρτίου 1923 υπ’ αριθμ. 332 και από 10ης/23ης Ιουλίου 1924 υπ’ αριθμ. 978 επιστολάς του, κατ’ αρχάς προς τον Πατριάρχην Μελέτιον και κατόπιν προς τον διάδοχον αυτού, τον προαναπαυθέντα Πατριάρχην Γρηγόριον, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματά του επί της διευθύνσεως των εν Βοημία εκκλησιών τη παρουσία μάλιστα κανονικού αρχηγού της τοπικής Εκκλησίας, την κανονικότητα της δικαιοδοσίας του απεδείκνυεν επί τη βάσει της γενικής θέσεως όλων των ρωσικών εκκλησιών, των ευρισκομένων εντός της περιοχής των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών: «Άπασαι αι εκκλησίαι αύται —έγραφε προς τους Πατριάρχας— καθίστανται προς το παρόν ρωσικά μετόχια εντός των ορίων της νέας Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Βοημία και η θέσις αυτών καθίσταται ταυτόσημος προς τα μετόχια των Ορθοδόξων Πατριαρχών εν Ρωσία (Μόσχα), προς την θέσιν της εν Παλαιστίνη Ρωσικής Ιεραποστολής και των ναών αυτής εν Παλαιστίνη, καθώς επίσης και προς την σύγχρονον θέσιν των ρωσικών ορθοδόξων ενοριών εν Κωνσταντινουπόλει, Σερβία και άλλαις ορθοδόξοις χώραις». Ταύτα αρνείται προς το παρόν ο Μητροπολίτης Ευλόγιος εν σχέσει προς τας ημετέρας εκκλησίας εν Σερβία, Βουλγαρία, Παλαιστίνη, Ελλάδι, Κωνσταντινουπόλει κ.λπ., υποδεικνύων ότι οφείλουν να υπαχθούν εις τους αρχηγούς των τοπικών εκεί Εκκλησιών. Πρέπει να είναι τις συνεπής και να δείξη το παράδειγμα της υποταγής των εκκλησιών του εν Βοημία και Δυτική Ευρώπη εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, τόσον περισσότερον διότι οι αρχηγοί των τοπικών Εκκλησιών εν Σερβία, Παλαιστίνη, Βουλγαρία κ.λπ. ηυλόγησαν τας Εκκλησίας προς ανεξάρτητον ύπαρξιν, όπως και προ τηςεπαναστάσεως συνέβη, ότε άπασα η ρωσική ποίμνη εις τας ορθοδόξους χώρας υπήγετο κυρίως εις την Ρωσικήν Εκκλησιαστικήν Αρχήν.
Και είναι πλέον ενδιαφέρον ότι ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος ήγειρε το ζήτημα τούτο εν σχέσει με τον Μητροπολίτην Ευλόγιον, ήτο κυρίως ο Δεσπότης Μελέτιος, ο νυν Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο αποστείλας επιστολήν προς αυτόν προς υπεράσπισιν της κανονικής του Ευλογίου θέσεως.
Δ ιερωτάται τις τι συνέβη μετά το 1923 και 1924, τι ηνάγκασε τους Πατριάρχας, τον Οικουμενικόν και τον Αλεξανδρείας, τους τόσον κατηγορηματικώς δηλώσαντας την αντικανονικότητα του Μητροπολίτου Ευλογίου εις τα προαναφερθέντα Γράμματα, εις τα οποία δεν εμνημόνευσαν καν ούτε τον τίτλον του, ώστε να τον αναγνωρίσουν τώρα κανονικόν; Είτε διατί ο Πατριάρχης Φώτιος τελείως ορθοδόξων, ανεγνώριζε πάντοτε την Αρχιερατικήν Σύνοδον, την οποίαν μετά τον θάνατόν του ανεγνώριζεν ο Μητροπολίτης Θεοφάνης και η Ιερά Σύνοδος του Αλεξανδρινού Θρόνου (άπαντες αντήλλασσον μετά της Συνόδου επιστολάς), μόλις δε άνεφάνη εκεί ο Πατριάρχης Μελέτιος, γνωστός διά τους νεωτερισμούς του, ηρνήθη να αναγνωρίση την Σύνοδον και ανεγνώρισε τον Μητροπολίτην Εύλόγιον κανονικόν; Ο Πατριάρχης Μελέτιος ότε ήτο Οικουμενικός, μετά το ούτω επικληθέν «Πανορθόδοξον Συνέδρων» το 1923, απέστειλε τα Πρακτικά αυτού εις τον Μητροπολίτην Αντώνιον, ίνα εκφράση την γνώμην του και αποφανθή, ως προς Πρόεδρον της Αρχιερατικής Συνόδου. Ότε δε ο Μητροπολίτης Αντώνιος μετά της Συνόδου δεν ενέκριναν το περιεχόμενον των διατάξεων αυτών, αι σχέσεις του Πατριάρχου Μελετίου αποτόμως ήλλαξαν προς τον Μητροπολίτην Αντώνιον και την ημετέραν Σύνοδον. Τί τούτο δηλοί; Οι ορθόδοξοι Ρώσοι πρέπει να επιστήσουν την προσοχήν των και σκεφθούν. Εκτός τούτου έχομεν δεδομένα να παρατηρήσωμεν, ότι αι απαντήσεις προς τον Μητροπολίτην Ευλόγιον εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχου, του Πατριάρχου Αλεξανδρείας και του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου υπηγορεύθησαν παρά του τελευταίου τούτου τη προστατευτική επεμβάσει τινών. Και επί τούτου οφείλουν να σκεφθούν οι ορθόδοξοι Ρώσοι.
† Μαχαροπλήζε, Διευθυντής της Αρχιγραμματείας της Συνόδου.
Πριν έλθωμεν εις τας μεταπολεμικάς απόψεις της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δια τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των εκκλησιών της διασποράς, τα οποία ημφεσβήτησεν αυτός ούτος ο καθηγητής Σ.Β. Τροΐτσκυ, είναι ανάγκη να γνωρίζωμεν, ότι ο καθηγητής ούτος από πολλών ετών έχει ως στόχον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Ναι μεν ο Μητροπολίτης Αντώνιος προέβαλεν αντίστασιν εις τας ενεργείας του Οικουμενικού Πατριάρχου επί της Ορθοδόξου Διασποράς, αλλά τότε ότε δεν ανεγνωρίζετο παρ’ αυτού ως κανονικήν γραμμήν ακολουθών, ότε όμως παρήλθεν η πρόσκαιρος σύγχυσις, έσπευσεν αυτός ο Μητροπολίτης Αντώνιος να εκδηλώση ό,τι επίστευεν περί του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και τας πεποιθήσεις του αυτάς εξεδήλωσε πανηγυρικώς κατά την Συνδιάσκεψιν της Λωζάννης, προς ην απέστειλε διαμαρτυρίαν κατά της εξώσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου εκ Κωνσταντινουπόλεως υπό τόν τίτλον «Οποίαν σημασίαν έχει δι’άπαντας τους ορθοδόξους χριστιανούς η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και ο Οικουμενικός Πατριάρχης» (5). Γράφει ο Μητροπολίτης Αντώνιος, ότι η Κωνσταντινούπολή είναι πόλις Ιερά δια πάντας τους χριστιανούς. Περαιτέρω ο αυτός Μητροπολίτης την πρόθεσιν της απομακρύνσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου αποκαλεί «εκβιασμόν της αποστολικής ημών πίστεως». Ο Μητροπολίτης Αντώνιος βεβαιοί ότι η έδρα της Κωνσταντινουπόλεως κατά την διδασκαλίαν των Οικουμενικών Συνόδων είναι βαθμίς συνδεδεμένη όχι μόνον προς την ιδίαν αυτής επαρχίαν, αλλά και προς άπασαν την ανά πάσαν την Οικουμένην Ορθόδοξον Εκκλησίαν, εφ’ η και από του Ε’ αιώνος ονομάζεται καθέδρα του Οικουμενικού Πατριάρχου. Δίδει επίσης και την εξής εξήγησιν: «η ονομασία αύτη απεδόθη εις αυτήν διότι πολύ προ του χωρισμού της Ανατολής και της Ρώμης ανεγνωρίσθη υπό της Οικουμενικής Συνόδου ίσος τη τιμή και τη εξουσία προς τον της παλαιάς Ρώμης Επίσκοπον, όπερ δε σπουδαιότερον, εις αυτόν μόνον εδόθη το δικαίωμα να δέχηται εκκλήσεις από δυσηρεστημένους επισκόπους διά τας περί αυτών αποφάσεις των τοπικών Συνόδων. Εν τη τελευταία ταύτη έννοια ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως διά τους ορθοδόξους χριστιανούς πασών των χωρών αναφαίνεται Ανώτατος Κριτής». Εις το τέλος τηςδιαμαρτυρίας του ο Μητροπολίτης Αντώνιος αναφέρεται και εις το κύρος του Πατριάρχου Ρωσίας Νίκωνος, όστις απηύθυνεν έκκλησιν εις την Κωνσταντίνούπολιν. Τελευτών παρακαλεί να περιφρουρηθή το Κέντρον της Ορθοδοξίας, την οποίαν πρεσβεύουν 200 εκατομμύρια χριστιανών καθ’ όλον τόν κόσμον. Και είναι αληθές ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον έτυχε της υποστηρίξεως εν Λωζάννη των αντιπροσώπων Αγγλίας και Νοτιοσλαβίας, αλλά δεν ηδυνάμεθα να παρίδωμεν και την ανεπηρέαστον και ανωτέραν πάσης επιδράσεως άποψιν του Προέδρου της Αρχιερατικής Συνόδου Μητροπολίτου Αντωνίου, όστις είχε λόγους ή να παρασιώπηση ή και να διαστρέψη τα πράγματα. Ο καθηγητής Σ. Τροΐτσκυ έσπευσεν όχι μόνον να διαστρέψη τας περί του Οικουμενικού Πατριαρχείου απόψεις του Μητροπολίτου Αντωνίου, αλλά και την ιστορίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου ν’ αρνηθή. Δεν είναι λοιπόν άπορον ότι ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου εν Μόσχα αρνείται σήμερον ν’ αναγνωρίση του Οικουμενικού Πατριαρχείου τα δικαιώματα επί τηςδιασποράς, αφού και πολύ πρότερον, ότε εδίδετο η ευκαιρία, έβαλλε κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και επειδή ο καθηγητής Τροΐτσκυ δεν αναγνωρίζει σχεδόν καθόλου την υπεροχήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά πρωτοφανούς σφοδρότητος πολεμών αυτό, διά τούτο επανήλθεν εις την Σοβιετικήν Ρωσίαν, την οποίαν είχεν αρνηθή κατά την μπολσεβικικήν επανάστασιν. Είναι ενδεικτικόν ότι ο αυτός καθηγητής σημειοί εξέλιξιν επί των αρχικών ιδεών αυτού και μάλιστα μερικαί εκδηλώσεις αυτού είναι χαρακτηριστικαί (6).
Θα ελέγομεν, ότι πλην του Τροΐτσκυ ουδείς άλλος εκ των ομοδόξων ανέλαβε το έργον της πολεμικής κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έχων ενώπιόν μου το άρθρον του καθηγητοΰ Τροΐτσκυ, το δημοσιευθέν εις την «Φωνήν της Ορθοδόξου Επαρχίας Λίτβας» (Κόβνο, 1934) καταλαμβάνομαι υπό φρίκης, διότι εις ομόδοξος καθηγητής του Κανονικού Δικαίου και της Εκκλησιαστικής Ιστορίας γνώστης θα επεχείρει το τόσον άχαρι έργον της κατασυκοφαντήσεως του Οικουμενικού Θρόνου και του Πατριάρχου Μελετίου, ως και της διαστροφής των ιστορικών δεδομένων. Ο καθηγητής Τροΐτσκυ, διατελών εν εξορία υπό της μπολσεβίκικης επαναστάσεως και υποστηρικτής κατ’ αρχάς της Αρχιερατικής Συνόδου των Ρώσων Αρχιερέων του Εξωτερικού, δεν εδίστασε, μετά την εις Μόσχαν επιστροφήν του, να πολεμήση και αυτήν ταύτην την Σύνοδον, μετά της οποίας συνειργάσθη. Και ο καθηγητής Τροΐτσκυ εδέχθη τας καταλλήλους απαντήσεις εις τας νεοφανείς ερμηνείας του επί των κανόνων της Εκκλησίας τόσον από ημετέρους όσον και από ετεροδόξους, ως του D. Ρ. Dumont. Κατάπληξιν μόνον προξενεί η απόπειρα του Πατριάρχου Ρουμανίας Ιουστινιανού, όστις επεχείρησε ν’ ακολουθήση τακτικήν αλλοίαν προς τους προκατόχους αυτού Πατριάρχας Νικόδημον και Μύρωνα, δημοσιεύσας εις το περιοδικόν του Ρουμανικού Πατριαρχείου («Ορθοδοξία» 1951) άρθρον, δι’ ου επιχειρεί ν’ αποδείξη ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δεν δύναται να διεκδική σήμερον τα δικαιώματα τα οποία παρεχώρησεν εις αυτό η εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος (451). Απάντησιν εις την πρόχειρον δημοσίευσιν του Πατριάρχου Ρουμανίας εδημοσίευσεν ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος εις το περιοδικόν «Ορθοδοξία» της Κωνσταντινουπόλειως (1952, σ. 61-62), περί ων θα διαλάβωμεν κατωτέρω. Ετέρα καταγγελία κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί αιρέσει «νεοπαπισμού» εδημοσιεύθη εις τον «Αγγελιοφόρον» της Ρωσικής Πατριαρχικής Εξαρχίας Δ. Ευρώπης (1950, σελ. 96, άριθμ. 2, 3). Αύτη εγένε- ο κυρίως διά να πλήξη τους Ρώσους ορθοδόξους της Γαλλίας, οίτινες υπάγονται εις τον Οικουμενικόν Θρόνον (τους ονομάζει «Ρώσους προσήλυτους»). Απάντησιν εις τας ερμηνείας αυτάς του ιερ. Σωφρονίου εδημοσίευσεν ο Αλέξανδρος Σμέμαν (7).
Παρ’ όλα ταύτα δεν δυνάμεθα να συμφωνήσωμεν και μετά του Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου εις όσα έγραψεν εις το περιοδικόν «Εκκλησία» της Ελλάδος, ότι δηλ. το Πατριαρχείον της Μόσχας τείνει ν’ αμαυρώση την δόξαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν συνεννοήσει μετά των σλαβικών Εκκλησιών Βουλγαρίας και Σερβίας, ουχί κυρίως διότι ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος δεν θα ήθελε να τεθή εις την περίοπτον εκείνην θέσιν, ην από αιώνων κέκτηται κατόπιν αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, αλλά διότι διεχείρισε την Ορθόδοξον Εκκλησίαν εις Ελληνικήν και Σλαβικήν και επεχείρησε να παρουσιάση τόσον τον Παπισμόν και τον Προτεσταντισμόν όσον και την Ρωσικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν εχθρούς της Ελληνικής Ορθοδοξίας (8).Εκτός τούτου η Σερβική Εκκλησία ποτέ δεν έπραξε τι αντίθετον προς την γενικήν γραμμήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο Πατριάρχης Μόσχας μεταπολεμικώς παραβιάζει την καθιερωμένην παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά πάλιν πρέπει να εύρωμεν και μερικά ελαφρυντικά, θεωρούντες τα πράγματα εξ όλων των πλευρών. Τούτο άλλως τε έδωκεν αφορμήν να αρχίση τον γραφιδοπόλεμόν του ο καθηγητής Τροΐτσκυ. Έπειτα πώς θα συμβιβάσωμεν τα γραφέντα με τα πράγματα, αφού εις θρόνος των Σλαβικών Εκκλησιών (Σερβίας) απουσιάζει και δύο μη σλαβικοί, εις ελληνικός και εις αραβικός (Αλεξανδρείας και Αντιοχείας), συνεργάζονται μετά του Πατριάρχου Μόσχας; Ούτως ηθέλησεν ο Μητροπολίτης Ζακύνθου να μας υποδείξη εις το άρθρον αυτού ότι «άπασαι αι Ορθόδοξοι Σλαβικαί Εκκλησίαι ετέθησαν εις ίσην μοίραν προς την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν και εκηρύχθησαν εχθραί των Ελληνικών Εκκλησιών. Οιονεί ο συγγραφεύς ελησμόνησεν, ότι αι Σλαβικαί και Ελληνικαί Εκκλησίαι είναι μέρη μόνον της Μιάς, Αγίας και Αποστολικής Εκκλησίας». Εις το άρθρον του αυτό ο καθηγητής Τροΐτσκυ δράττεται της ευκαιρίας να αρνηθή την υπαγωγήν εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην απάσης της Ορθοδόξου Διασποράς, συγχρόνως δε να βεβαίωση ότι ο ιστορικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας «οφείλει να πιστοποιήση την ολεθρίαν δια την Ορθοδοξίαν δράσιν, ην ανέλαβον οι Έλληνες εκκλησιαστικοί πολιτικοί, καταλαμβάνοντες τας εν τω εξωτερικώ επαρχίας της Ρωσικής Εκκλησίας» (9).
Διά τα κυριαρχικά δικακοματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου εφ’ όλης της Ορθοδοξίας σταθμόν αποτελεί ο 28ος κανών της Δ’ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου. Αυτή εδημιούργησε βάθρον μεγίστης ιστορικής σημασίας διά την εξέλιξιν της ζωής του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και είναι περίεργον ότι αυτοί οι οποίοι εδιδάχθησαν τον Χριστιανισμόν, εγαλουχήθησαν, εχειραγωγήθησαν και εν τέλει εχειραφετήθησαν υπ’ αυτού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ν’ αρνούνται Αυτή την εφ’ όλης της Ορθοδοξίας πνευματικήν του εποπτείαν. Αυτή η Ρωσική Ορθόδοξος Εκκλησία είναι εν εκ των εθνών και των χωρών, εις τας οποίας ο Οικουμενικός Θρόνος διέδωκε τον Χριστιανισμόν και το πνευματικόν φως του ανωτέρου πολιτισμού. «Η διάδοσις του Ευαγγελίου, την οποίαν επί αιώνας επραγματοποίει το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, αποτελεί τίτλον όχι μικρότερον από τους άλλους, τους οποίους επικαλείται η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διά να στηρίξη ουχί απλώς τιμητικού πρωτείου οικοδόμημα, αλλά τοιούτον πραγματικής παγκοσμίου εκκλησιαστικής κυριαρχίας». Οι ρωμαιοκαθολικοί δίδουν μεγάλην σημασίαν εις την Δ’ Οικουμενικήν Σύνοδον, διότι ανεγνωρίσθη, λέγουν, επισήμως κατά την Σύνοδον ταύτην το δικαίωμα, το οποίον έχει ο Πάπας της Ρώμης, να κυρίαρχη δηλ. εφ’ όλης της Χριστιανοσύνης. Αλλά ο V. Laurent εις το περιοδικόν “Revue des Etudes Byzantines” (1948) γράφει ότι η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος, η οποία έξήρε την υπεροχήν του Πάπα και εδημιούργησεν τόν 28ον κανόνα, συνετέλεσε περισσότερον παντός άλλου εις τον τύπον της Νέας Ρώμης.
Ο Βαλσαμών άλλως τε γράφει, ότι τόσον ο Οικουμενικός Πάπας όσον και ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχουν ισοτιμίαν. Ερμηνεύοντες τον 3ον κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου ως ο Ζωναράς και ο Βαλσαμών, αποδίδουν το κείμενον ουχί εν χρονική αλλ’ εν ιεραρχική εννοία, χωρίς βεβαίως διά τούτου να υποστούν βλάβην τα δίκαια των άλλων Πατριαρχείων. Προκειμένου περί της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου και πέραν της έδρας του, έχομεν το παράδειγμα Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όστις επιχειρεί ταξίδιον ανά την Μικράν Ασίαν προ της συγκλήσεως της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (28ος κανών) και καθαιρεί επισκόπους και αντικαθιστά αυτούς δι’ άλλων (10). Αυτόν μάλιστα τόν Χρυσόστομον κατηγορούν, ότι «εγένετο αρχηγός νεωτερισμού ταις Εκκλησίαις, και τα δίκαια των Εκκλησιών παρά τους πατρίους νόμους εκαινοτόμησεν» (11). Εις τον Επίσκοπον Νέας Ρώμης υπετάγη άλλως τε προ της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (28ος κανών) και η Μητρόπολις Εφέσου, το ίδρυμα του μαθητού ον ηγάπα ο Χριστός (12). Εις την Σύνοδον της Δρυός μόνον ο Ισαάκιος κατηγόρησε τον Χρυσόστομον ότι υπερέβη την δικαιοδοσίαν του και έκαμε χειροτονίας εκτός της επαρχίας του. Ούτως ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως επενέβη τόσον εις την Θράκην όσον και εις την Μικράν Ασίαν πριν συνέλθη η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος και θεσπισθή ο 28ος κανών αυτής, μολονότι ημείς τασσόμεθα με την γνώμην άλλων, ότι ο θρόνος Κωνσταντινουπόλεως ήρξατο ανερχόμενος από της Β’ Οικουμενικής Συνόδου δια του 3ου αυτής κανόνος (13), όστις έρχεται ευθύς μετά τον (2ον) κανόνα, όστις μέ την σειράν του κελεύει τα των επισκόπων των διοικήσεων Ασιανής, Ποντικής και Θράκης μετά την Σύνοδον αυτήν ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως δραστηρίως επεμβαίνει εις τας διοικήσεις αυτάς. Ώστε ο 28ος κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία αναγνώρισις της ήδη υφισταμένης καταστάσεως, ην ανεγνώρισαν τόσοι επίσκοποι κατά την Δ’ Οικουμενικήν Σύνοδον (14). Εκείνο το οποίον έχει σημασίαν είναι ότι εις τον Ρώμης εδόθη η εκκλησιαστική κυριαρχία επί τηςΔύσεως: «Τω δε των Ρωμαίων προεδρεύοντι, των εσπερίων άρχειν εκράτησε» (15). Μετά την απόσχισιν της Ρώμης εις ποιον Πατριαρχείον έδει δικαιωματικώς να παραχωρηθή το δικαίωμα «του άρχειν των εσπερίων»; Αναμφιβόλως εις τον «μετά» την πρεσβυτέραν Ρώμην Πατριαρχικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, και έρχεται τούτο ως επικύρωσις της εκκλησιαστικής κυριαρχίας του θρόνου τηςΚωνσταντινουπόλεως επί των τριών διοικήσεων Πόντου, Ασίας και Θράκης, αίτινες περιελάμβανον είκοσιν οκτώ επαρχίας (16). Αλλ’ ημάς ενταύθα ενδιαφέρει περισσότερον διά το θέμα ημών η εξής παράγραφος του 28ου κανόνος της Συνόδου ταύτης: «… έτι δε και τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους των προειρημένων διοικήσεωιν χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης Εκκλησίας», επί της οποίας ο αγιώτατος θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στηρίζει απ’ αιώνων το δικαίωμα εκκλησιαστικής ποιμαντορίας επί των τμημάτων των ευρισκομένων έξω των ορίων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Κατά ταύτα ο αγιώτατοςς Οικουμενικός Θρόνος προ της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου μεριμνά δι’ όλην την Ανατολήν και μετά το σχίσμα δι’ όλην την Ορθοδοξίαν, ως διά παραδειγμάτων θα αποδείξωμεν κατωτέρω, και ουχί από της εποχής καθ’ ην «έπεσεν η Ρωσική Ορθόδοξος Εκκλησία εις δυσκόλους περιστάσεις και ο πειρασμός της υπεροψίας και της εξουσίας ώθησε την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως να υπερβή τα όρια, άτινα έθεσαν οι Πατέρες και αι Σύνοδοι» (17). Δεν πρόκειται περί νέας θεωρίας, ως αναφέρει εις το μνημονευθέν δημοσίευμά του ο καθηγητής Τροΐτσκυ, η οποία ενεφανίσθη τελευταίως και υποχρεοί την αποκλειστικήν υπακοήν εις την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως όλης της Ορθοδόξου Διασποράς, υπό την οποίαν οι Έλληνες εννοούν ουχί μόνον απομεμονωμένα πρόσωπα αλλά και όλας τας ενορίας, ακόμη και τας επαρχίας, αι οποίαι ευρίσκονται εκτός των συνόρων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών (18). Η διαφορά μεταξύ των ερμηνευτών και των πολεμίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η εξής: Ποίαν σημασίαν θα δώσωμεν εις την λέξιν «βαρβαρικά έθνη». Εις το σημείον τούτο προτιμώ να παραθέσω τας απόψεις πρώτον των αντιφρονούντων και κατόπιν των συμφωνούντων με την ανέκαθεν κρατήσασαν ερμηνείαν εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω. Και πρώτον, ο καθηγητής Τροΐτσκυ γράφει εις το προειρημένον δημοσίευμά του (σελ. 38): «κατ’ αυτόν τον τρόπον η λέξις διασπορά δεν έχει την γεωγραφικήν και πολιτικήν σημασίαν, αλλά έχει την θρησκευτικήν σημασίαν μιας μειονότητος, αδιάφορον εάν αυτή ευρίσκεται εις τα σύνορα ενός κράτους ή εκτός αυτού. Ο Απόστολος Πέτρος ονομάζει διασποράν χριστιανούς, οι οποίοι ζουν εντός του ρωμαϊκού κράτους και όχι εκτός αυτού· την ιδίαν σημασίαν εις την εκκλησιαστικήν γραφήν έχει η λέξις βάρβαροι ή έθνη βαρβάρων. Μεταξύ των βαρβάρων ο Χριστιανισμός εξηπλώθη αργότερον ή μεταξύ των Ρωμαίων και των Ελλήνων, και διά τούτο οι χριστιανοί ούτοι απετέλουν μειονότητας. Εις την διασποράν δεν ηδύνατό τις να χρησιμοποιήση γενικήν εκκλησιαστικήν τάξιν, διά τούτο οι κανόνες (2ος Β’ Οικουμενικής και 28ος Δ’ Οικουμενικής Συνόδου) δίδουν δι’ αυτά τα έθνη τα βαρβαρικά ιδιαιτέρους κανονισμούς, αλλά και αυτή η λέξις έχει ουχί γεωγραφικήν και πολιτικήν αλλά εθνογραφικήν σημασίαν. Η λέξις βάρβαρος εις την Καινήν Διαθήκην σημαίνει κάθε άνθρωπον, όστις δεν ομιλεί την έλληνικήν ή λατινικήν γλώσσαν, αδιάφορον εάν κατοική ή ζη εις το ρωμαϊκόν κράτος… Ωνόμαζον τους κατοίκους της νήσου Μάλτας βαρβάρους, αν και ήσαν υπήκοοι της Ρώμης, διότι ωμίλουν άλλην γλώσσαν. Βραδύτερον η λέξις βάρβαρος ή έθνη βαρβάρων απεδίδετο εις πάντας τους ξένους, οίτινες ανήκον εις άλλην φυλήν…».
Σχολιάζοντες τ’ ανωτέρω, έχομεν να παρατηρήσωμεν ότι ο καθηγητής Τροΐτσκυ επιθυμεί δι’ αυτών ν’ αποδείξη ότι ο όρος «εν τοις βαρβαρικοίς» σημαίνει ουχί τους βαρβάρους, δηλ. πάντας τους άλλους, ως ο ίδιος διατείνεται, οίτινες δεν ωμίλουν την ελληνικήν ή λατινικήν γλώσσαν, αλλά τα μέρη των βαρβάρων, εν αντιθέσει προς τα μέρη των Ελλήνων. Αληθώς εις τον 52ον κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου υπάρχει η φράσις: «…. τότε περί της των Μαυριτανών χώρας ουδέν ωρίσαμεν, διά το εις τα τέλη της Αφρικής κείσθαι αυτήν και ότι τη βαρβαρική παράκειται» (19). Αλλά πού θέλει ο καθηγητής Τροΐτσκυ να εύρίσκωνται «βάρβαροι»; Εις την άγνωστον τότε Αμερικήν; Όλα τα γνώστά τότε μέρη, εις τα οποία δεν ωμίλουν την ελληνικήν και την λατινικήν, κατώκουν βάρβαροι, οίτινες εκχριστιανιζόμενοι περιήρχοντο εις τον επισκοπικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, και έχομεν μαρτυρίας περί τούτου τόσον διά τα άλλα μέρη όσον και διά τα συνορεύοντα με την Αφρικήν, ότι έκκλησιαστικώς υπήγοντο εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Ότε βραδύτερον εχωρίσθη η Ρώμη της Νέας Ρώμης, τότε και τα τη πρεσβυτέρα Ρώμη ανήκοντα περιήλθον τη Νέα Ρώμη δικαιωματικώς.
Εις όλην την φιλολογίαν του καθηγητού Τροΐτσκυ αν ο 28ος κανών της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου έχη πολιτικο-γεωγραφικήν σημασίαν, οπότε σημαίνει σύνορα κράτους, ή εθνογραφικήν, οπότε σημαίνει μόνον γνωστά έθνη, μη ελληνικά, απαντούν καταλλήλως ο καθηγητής Ε. Φωτιάδης (20) και ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος (21). Εις την περίπτωσιν ημών δεν ενδιαφέρει ποίαν γνώμην εκφράζουν οι ετερόδοξοι ως προς την ερμηνείαν του 28ου κανόνος, παρά μόνον ποίαν γνώμην εκφράζουν οι ορθόδοξοι. Είμεθα εξ άλλου υποχρεωμένοι να διαστείλωμεν τας έννοιας «εν τοις βαρβαρικοίς» και «τους επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων» και να καταλήξωμεν εις την ερμηνείαν, ότι πλην των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των προειρημένων διοικήσεων (Πόντου, Ασίας και Θράκης) ταύτα επεκτείνονται και εις τους επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων των «εν τοις βαρβαρικοίς». Ο διεθνούς φήμης Βυζαντινολόγος Βασίλιεφ λέγει τα εξής ως προς την σημασίαν του 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου: «Ο 28ος κανών της Συνόδου της Χαλκηδόνος…υπήρξεν επίσης κάτι πολύ σπουδαίο. Βάσει του κανόνος αυτού —που αν και δεν ενεκρίθη από τον Πάπα, έγινε γενικά δεκτός στην Ανατολή— οι πατέρες απένειμαν “τα ίσα πρεσβεία τω της Νέας Ρώμης αγιωτάτω θρόνω…”. Όπως γράφει ο Θ. Ούσπένσκυ «Αρκεί να θυμηθούμε, ότι τα τρία αυτά ονόματα (Πόντος, Ασία, Θράκη) περικλείουν όλες τις Ιεραποστολές της Ανατολής, της Νοτίου Ρωσίας και της Βαλκανικής χερσονήσου, καθώς και όλα τα προνόμια των κληρικών της Ανατολής για να διαπιστώσουμε την διεθνή, ιστορική σημασία του 28ου κανόνος. Αυτή τουλάχιστον είναι η γνώμη των κανονολόγων που υποστηρίζουν τα δικαιώματα του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» (22).
Είναι και τούτο γνωστόν, ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον παρέσχε την χειραφέτησιν εις πάσας τας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας της Ευρώπης. Εις τους Τόμους της παραχωρήσεως του αυτοκεφάλου εις μίαν εκάστην Ορθόδοξον Εκκλησίαν ουδεμίαν μνείαν περί άλλων δικαιωμάτων μετά μιάς εκάστης χειραφετουμένης Εκκλησίας ποιείται έξω των καθορισμένων ορίων του κράτους εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Και κατά την παραχώρησιν ουδεμία επιπρόσθετος απαίτησις διετυπώθη επί της Ορθοδόξου Διασποράς. Πάντα τα δικαιώματα εκτός των ορίων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διεφύλαξε δι’ εαυτό και σκοπίμως παρέμειναν ταύτα έξω των συμφωνιών της χειραφετήσεως των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, παρέμειναν δε έξω ως μηδεμίαν σχέσιν έχοντα με την ωρισμένην δικαιοδοσίαν μιας εκάστης Αυτοκεφάλου Έκκλησίας. Η παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας γνωρίζει ότι μόνον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δύναται να χορηγήση το αυτοκέφαλον και ποτέ δεν δύναται η λογική να συγχωρήση την Ρωσικήν Εκκλησίαν, ήτις, εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου λαβούσα το αυτοκέφαλον και τας τιμάς, θα εχώρει εις την κατάργησιν πράξεων υπ’ αυτού του Οικουμενικού Πατριαρχείου συντελεσθεισών. Ου μόνον δε τούτο, αλλά και προέβη εις ανανέωσιν των πράξεων τούτων ως να ήτο αναρμόδιον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και πλέον αρμόδιον το Πατριαρχείον Μόσχας.
Ενώ εν τω ιδρυτικώ Τόμω του Πατριαρχείου Μόσχας, υπογραφέντι υπό των Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και 81 αρχιερέων, αναφέρεται «… ως κεφαλήν και αρχήν έχη αυτός (δηλ. ο Πατριάρχης Μόσχας) τον Αποστολικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, ως και οι λοιποί Πατριάρχαι» (23), την αντίθεσιν ταύτην ομολογώ ότι δεν δύναμαι να άρω (24).
Η Χριστιανοσύνη διεμοιράσθη διά των Α’, Β’ και Δ’ Οικουμενικών Συνόδων εις τα πέντε Πατριαρχεία. Τα τέσσαρα, ήτοι η Ρώμη, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα, δεν παρέσχον αυτονομίαν εις τας υπ’ αυτά ευρισκομένας Εκκλησίας. Το αυτοκέφαλον εθέσπισε μόνον το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως. Διά τηςπαροχής αυτής της αυτονομίας δεν έπεται ότι παύει να είναι πρώτον, δεδομένου ότι είναι πρώτον και μεταξύ των υπολοίπων Πατριαρχείων. Διά του 8ου κανόνος της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου ο Οικουμενικός Πατριάρχης διοικεί τας εκτός των ορίων των άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών εκκλησιαστικάς κοινότητας, διότι αύται ευρίσκονται εν τω κανονικώ αυτού εδάφει, τω ορισθέντι διά του νεωτέρου 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Η παράβασις του 8ου κανόνος της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου θα ήτο εάν επενέβαινεν εις τας δικαιοδοσίας των άλλων Πατριαρχείων, πολύ δε περισσότερον εις τας Εκκλησίας εκείνας, εις τας οποίας παρεχώρησεν αυτοδιοίκησιν. Κατά ταύτα ουχί μόνον του επισκόπου αλλά και της Εκκλησίας απαγορεύεται η υπερόριος ενέργεια και τοιαύτη είναι η ενέργεια των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, όταν εγκαθιδρύουν Εξαρχίας ή Εκκλησίας εις τα όρια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εις τα μέρη δηλαδή εκείνα τα οποία ευρίσκονται εκτός των ορίων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
Οι κανόνες 9ος και 17ος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (25) παρέχουν εις τον Κωνσταντινουπόλεως ωσαύτως δικαιοδοσίαν, εκτεινομένην και έξω των ορίων της ιδίας περιφερείας, την οποίαν καθορίζει ο 28ος κανών της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Η δικαιοδοσία αυτή, παρά τας αντιρρήσεις τινών, εις τας υπερορίους παροικίας, στηριζομένη εις τους κανόνας τούτους, είναι δικαστική. Και εις μεν τον ένατον κανόνα γίνεται λόγος περί προσφυγής, προκειμένου περί αμφισβήτήσεων και ερίδων κληρικών, τόσον εις τον Έξαρχον της διοικήσεως όσον και εις τον Επίσκοπον της Βασιλευούσης, εις δε τον δέκατον έβδομον κανόνα επαναλαμβάνεται η ιδία δικαστική δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως.
Το ζήτημα τόσον της επί της διασποράς δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου όσον και αυτού του κύρους αυτού εδημιουργήθη διά του ανταγωνισμού των εθνικών παθών και μάλιστα τη υποκινήσει των πολιτικών αρχόντων των «εθνικών» Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Άλλως είναι εντελώς αδύνατον να αγνοήση τις την μακράν παράδοσιν της πρωτοθρόνου και Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ο καθηγητής Kartaschoff εις την μελέτην του «Το του εκκλήτου δικαίωμα των Οικουμενικών Πατριαρχών εν τη πράξει» γράφει: «Εν τη ιστορική εξελίξει τα προνόμια της έδρας της Κωνσταντινουπόλεως είχον την τάσιν, και δη έσχον την σημαντικήν εν τούτω επιτυχίαν, προς την άμεσον και πλήρη υπαγωγήν υπό την Κωνσταντινούπολιν πασών σχεδόν των τοπικών Εκκλησιών της Ανατολής. Η μη ανοχή ή απορρόφησις αύτη των Αυτοκεφάλων τοπικών Εκκλησιών έσχε και την αντίθετον επίδρασιν αυτής επί της αναπτύξεως και εδραιώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εγέννα δηλ. την αντιπάθειαν κατά των προνομίων αυτού και ανεπιθυμίαν προς υποστήριξιν αυτών. Εντεύθεν η προς το πρωτείον της έδρας της Κωνσταντινουπόλεως πάλη υπέρ της τοπικής ανεξαρτησίας, εντεύθεν η μόνη επ’ εσχάτη ανάγκη και οιονεί παρά την θέλησιν προσφυγή εις το κύρος της Κωνσταντινουπόλεως» (26).
Περαιτέρω γράφει ο ειρημένος καθηγητής (σελ. 281): «Οίκοθεν νοείται ότι η κατ’ έκκλησιν εκδίκασις εν τοις ορίοις του εκτεταμένου Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, περιλαμβάνοντος εν εαυτώ πλείστας εθνικάς Εκκλησίας (Βουλγαρικήν, Σερβικήν, Βλαχικήν, Ρωσικήν), ήτο έργον καθημερινόν και σύνηθες, ως τακτική εσωτερική λειτουργία πάσης τοπικής Εκκλησίας. Άπασα π.χ. η ιστορία της Ρωσικής Εκκλησίας μέχρι του 1448 είναι συνεχής εικών αμέσου διοικητικού και δικαστικού επ’ αυτής δικαιώματος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως».
Ο αείμνηστος, εν Παρισίοις τότε, Αλέξανδρος Σμέμαν μεταξύ άλλων απαντών εις τους εκπροσώπους της Αρχιερατικής εν τω Εξωτερικώ Συνόδου (τέως Κάρλοβιτς) λέγει ότι «Συγχέοντες την οντολογικήν ισοτιμίαν πασών (και ουχί μόνον των Αυτοκεφάλων) Εκκλησιών εν τω προσώπω των εαυτών επισκόπων μετά του αυτοκεφάλου αρνούνται οφθαλμοφανέστερον γεγονός της εκκλησιαστικής ιστορίας περιχαρακωμένον εν τη κανονική παραδόσει, την ακριβή δηλονότι οργάνωσιν του Συνδέσμου των Εκκλησιών, εν τω οποίω υπάρχουν πρώται και δεύτεραι, πρεσβύτεραι και νεώτεραι Εκκλησίαι, Επίσκοποι και Αρχιεπίσκοποι, ενί λόγω Ιεραρχία και ουχί δημοκρατική “ισότης”, και εν τούτοις, επαναλαμβάνομεν τούτο, κατ’ ουδένα τρόπον αθετείται η καθολικότης και το πλήρωμα εν εκάστη τοπική Εκκλησία οιαδήποτε και αν η η θέσις αυτής εν τη ιεραρχία ταύτη. Η παράδοσις της Εκκλησίας κατωχύρωσεν την πράξιν της «Ιεραρχίας τιμής» (όπερ δεν σημαίνει το αναλλοίωτον αυτής, διότι τούτο είναι «Ιστορικόν» από γε της φύσεως αυτής), η δε αρνησις αυτού εν ονόματι της κακώς εννοουμένης «ισοτιμίας» είναι υποβολιμαία αντικατάστασις της γνήσιας καθολικότητος δια τίνος δημοκρατικής ισότητος αυτής» (27).
Αρνουμένη η Ορθόδοξος Εκκλησία την ρωμαϊκήν διαστροφήν της εκκλησιολογίας, καθ’ ην εις επίσκοπος κατέστη πηγή διά πάσας τας άλλας Εκκλησίας, αείποτε εγνώριζεν αύτη τον πρώτον επίσκοπον εν εκάστη περιφερεία (Μητροπολίτην, Αρχιεπίσκοπον, Πατριάρχην), γνωρίζει δε και τον πρώτον επίσκοπον και εν τη Οικουμενική Εκκλησία, οίος αναφαίνεται ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν διασπορά είναι απαραίτητος και επειδή ελλείπει η εν τοις τόποις της διασποράς τοπική Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι άνάγκη η ενότης αύτη να πραγματοποιήται διά μέσου της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου, ως πρώτου εν τιμή έπισκόπου εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Η ανάγκη της δικαιοδοσίας αυτής δεν γίνεται προς εξύψωσιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ούτε προς διεύρυνσιν των προνομίων αυτού, αλλά διά την τοπικήν ενότητα της εκκλησιαστικής ζωής «της διασποράς», διαιρουμένης εθνικώς, ιδεολογικώς κ.λπ. Είναι βέβαιον, ότι ο εθνισμός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία τον τελευταίον καιρόν έλαβεν επικίνδυνον τροπήν, και αυτός, κυρίως ειπείν, απειλεί την εκκλησιαστικήν ενότητα εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. «Πάντες δ’ ημείς πρέπει να μεταμελώμεθα επί τω ελέγχω τούτω, όστις απειλεί την θεμελιωδεστέραν εκ των εντολών του Χριστού, επί τω ελέγχω αυτού του θεμελίου της Εκκλησίας, ήτις εστί νέον έθνος του Θεού, εν ω ουκ έστιν Έλλην ουδέ Ιουδαίος, εν ω υπάρχουν μόνον τέκνα Θεού, σύναξις μία» (28).
Καθώς αναφέρει ο καθηγητής Τροΐτσκυ (29), συμφώνως με την ερμηνείαν του Αριστηνού, εις τον θρόνον Κωνσταντινουπόλεως υπάγονται «οι Μητροπολίται Πόντου, Ασίας και Θράκης και υπ’ αυτού χειροτονούνται επίσης και οι επίσκοποι των βαρβάρων εις αυτάς τας επαρχίας, επειδή αι επαρχίαι Μακεδονίας, Ιλλυρίας, Θεσσαλίας, Πελοποννήσου και όλης της Ηπείρου και των βαρβάρων λαών εις αυτήν υπήγοντο τότε υπό την διοίκησιν του Επισκόπου Ρώμης». Κατά την ερμηνείαν του Ζωναρά «χειροτονεί τους επισκόπους των βαρβάρων λαών, τους ευρισκομένους εις τας ανωτέρω Διοικήσεις, καθ’ ότι αι Διοικήσεις της Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Ελλάδος και Πελοποννήσου, της Ηπείρου και Ιλλυρίας τότε υπήγοντο εις τον Επίσκοπον της Αρχαίας Ρώμης». «Βαρβαρικαί Επισκοπαί, κατά τον Βαλσαμώνα, είναι η Αλβανία, η Ρωσία και άλλαι, διότι οι Αλβανοί υπήγοντο εις την Διοίκησιν του Πόντου και οι Ρώσοι εις την Διοίκησιν της Θράκης». Ο Ματθαίος Βλάσταρης αναφέρει: «Εις τον Επίσκοπον της Κωνσταντινουπόλεως επιτρέπεται να χειροτονή και επισκόπους εις τους βαρβάρους λαούς, ευρισκομένους μεταξύ των συνόρων των Διοικήσεων, αι οποίαι υπάγονται εις αυτόν, ως είναι οι Αλβανοί και οι Ρώσοι, επειδή τα σύνορα των πρώτων προσεγγίζουν μετά του Πόντου και των δευτέρων μετά της Θράκης».
Εκ τούτων ο καθηγητής Τροΐτσκυ εξάγει το συμπέρασμα, ότι η Σύνοδος της Χαλκηδόνος έδωκεν εις την Κωνσταντινούπολιν μόνον το δικαίωμα επί της διασποράς, το οποίον μέχρις αυτής της Συνόδου ανήκεν εις τους εισελάσαντας εις την υποταγήν της Κωνσταντινουπόλεως, δηλ. να στέλλη επισκόπους εις την διασποράν μόνον αυτών των τριών Διοικήσεων (30). Το συμπέρασμα τούτο είναι τόσον αυθαίρετον, όσον δύνανται να χαρακτηρισθούν αι τρεις αύται Διοικήσεις διασπορά. Ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως δεν ενεφανίζετο ως μία αυτοκέφαλος Εκκλησία εις την Δ’ Οικουμενικήν Σύνοδον, αλλ’ ως «Νέα Ρώμη». Η Αρχαία Ρώμη εδέσποζεν όλης της Δύσεως και η Νέα Ρώμη όλης της Ανατολής. Ο καθηγητής Τροΐτσκυ, περαιτέρω, περιορίζει τα όρια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προς Άνατολάς μέχρι Μαύρης Θαλάσσης, διότι εις την Ανατολήν έχει δικαιώματα και ο Αντιόχειας. Αλλ’ εδώ διαφωνεί με την Εκκλησίαν αυτού, η οποία έχει επισκοπάς εις την Ανατολήν. Ο καθηγητής Τροΐτσκυ εξ άλλου, καθορίζων τα όρια της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά τον 28ον κανόνα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, γράφει ότι η Σόφια εις την Ευρώπην και η Τραπεζούς εις την Ανατολήν είναι τα τελευταία όρια της διοικήσεως της Κωνσταντινουπόλεως (31).
Ο Vasiliev γράφει: «Η περιοχή της Αυτοκρατορίας είχε μειωθή (13ος αιών): η Μικρά Ασία είχε σχεδόν τελείως χαθή και στην Ευρώπη τα Σλαβικά και Λατινικά κράτη κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας που ανήκε πριν στην Αυτοκρατορία. Εν τούτοις «ο πίνακας των Μητροπόλεων που υπήγοντο στον Αποστολικό και Πατριαρχικό Θρόνο της θεοπροστάτου Κωνσταντινουπόλεως», τον οποίον είχε κάμει ο Ανδρόνικος ο Πρεσβύτερος, παραβλέπει τελείως την μικρή έκτασι της Αυτοκρατορίας· ο πίνακας αυτός αναφέρει ένα μεγάλο αριθμό πόλεων, ξένων περιοχών και χωρών, οι οποίες από πλευράς εκκλησιαστικής, υπήγοντο στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Από τις πιο μακρινές περιοχές που αναφέρονται στον πίνακα αυτό, διακρίνει κανείς αρκετές μητροπόλεις του Καυκάσου, της Κριμαίας, της Ρωσίας και της Λιθουανίας.
«Η υπό τον Ανδρόνικο τον Πρεσβύτερο διαίρεσις των μητροπόλεων είναι επίσης σπουδαία, διότι με μερικές αλλαγές που έγιναν αργότερα, ισχύει ακόμη και σήμερα στην Κωνσταντινούπολι. ‘Ό πίνακας των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Θρόνου, που ισχύει και τώρα’, γράφει ο ειδικός γιά τα ζητήματα της Χριστιανικής Ανατολής, Ρώσος J. Sokolov, «έχει την προέλευσίν του στο παρελθόν, και, κατά ένα μέρος, είναι μία αναμφισβήτητη συνέχεια της Βυζαντινής εποχής» (32).
Είναι εξ εναντίας όμως γνωστόν, ότι τα όρια αυτά ουδέποτε απετέλεσαν την έκτασιν της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου, διότι και η Ρωσία και η Ουκρανία και η Βόρειος Αφρική και η Περσία και τόσα άλλα μέρη υπήγοντο κανονικώς εις τον Επίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως και ότι μόνον ούτος διενήργει ιεραποστολήν μέχρι της υποταγής αυτού εις τους Τούρκους.
Αι απόψεις του καθηγητού Τροΐτσκυ είναι η πλέον περιφανής απόδειξις του φυλετισμού εν τη Εκκλησία, διότι ενώ θα ηδύναντο εις την ξένην να ζήσουν οι ορθόδοξοι χριστιανοί μακράν των φυλετικών διακρίσεων, διά της δημιουργίας τόσων Ορθοδόξων Εκκλησιών εν διασπορά όσαι και αι Αυτοκέφαλοι, και ο εθνοφυλετισμός διατηρείται και σύγχυσις επέρχεται. Το πλέον περίεργον εις την προκειμένην περίπτωσιν εξ άλλου είναι ότι πρώτοι οι οποίοι δεν αποδέχονται τας απόψεις του καθηγητού Τροΐτσκυ, είναι οι ομοεθνείς του Ρώσοι ορθόδοξοι του εξωτερικοϋ, τόσον εν Ευρώπη όσον και εν Αμερική. Προσέτι επί ζημία αυτής ταύτης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας επέρχεται η σύγχυσις αύτη, διότι τα περισσότερα σχίσματα και αι διαιρέσεις εν τω εξωτερικώ επέρχονται δια της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (33).
Η διάσπασις αύτη έδει να ανησυχή την ηγεσίαν της Ρωσικής Ορθοδόξου Έκκλησίας και όχι να εισάγη καινά δαιμόνια εις τας Ορθοδόξους Εκκλησίας της διασποράς. Διότι ημείς καθαρώς προτεσταντικήν χαρακτηρίζομεν την άποψιν αυτήν του διαμελισμού της Ορθοδοξίας εν διασπορά, την οποίαν εδημιούργησε και δημιουργεί η πλεονεξία της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η εν λόγῳ Εκκλησία εσωτερικώς έχει πολλούς εχθρούς εκ των ετεροδόξων Εκκλησιών, τινές των οποίων απεσπάσθησαν εξ αυτής (34). Ενώ λοιπόν έχει τόσα κενά εις το εσωτερικόν, καταναλίσκεται ασκόπως με την διασποράν, η οποία δικαιωματικώς και φυσικώς τελεί υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον. Η ενότης της Εκκλησίας εξ άλλου δεν γίνεται καταληπτή, παρά μόνον ότι υπάρχει μία υπερτάτη διοικούσα αρχή, την οποίαν αναζητεί πας τις θεωρών και ερευνών τα της διοικητικής οργανώσεως της Εκκλησίας.
Συνεχίζων ο καθηγητής Τροΐτσκυ προσθέτει, ότι η Ρωσία δεν υπήχθη εις τον Επίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως δυνάμει του 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά κατά γενικόν κανόνα, δίχως όμως τον κανόνα αυτόν τον γενικόν να παραδέχηται ως ερμηνευτήν πολλών δυσκολιών εις το δύσκολον επιχείρημά του (35). Εις το σημείον τούτο ο καθηγητής Τροΐτσκυ αναμφιβόλως προσφέρει επιχείρημα, το οποίον δεν τον βοηθεί. Λέγει π.χ. ότι η έκτασις και η σμίκρυνσις της δικαιοδοσίας του Επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως δεν εγίνετο πάντοτε επί τη βάσει του 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Εκείνο όμως το οποίον ελλείπει από την άποψιν αυτήν, είναι ότι πάσα μεταβολή εις την εκκλησιαστικήν οροθεσίαν εγίνετο τη επευλογία και τη συγκαταθέσει της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, πράξις η οποία μαρτυρεί την τάξιν κατά τόν γενικόν κανόνα, ο οποίος επεκράτει εν τη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο καθηγητής Τροΐτσκυ και τινες άλλοι Ρώσοι και δη αρχιερείς, οι αποτελέσαντες την Αρχιερατικήν Σύνοδον των Ρώσων του Εξωτερικού εν Κάρλοβιτς, θεωρούν ως εισηγητήν της «θεωρίας», κατά την οποίαν ο Οικουμενικός Θρόνος έχει δικαιώματα εφ’ όλης της διασποράς, τον Πατριάρχην Μελέτιον Μεταξάκην. Η πρότασις αύτη όμως είναι αβάσιμος, διότι έχομεν μίαν ολόκληρον σειράν Μητροπολιτών εις την Βενετίαν πριν εξέλθουν των ορίων της πατρίδος των οι Ρώσοι ορθόδοξοι. Είναι φανερόν ότι ο καθηγητής Τροΐτσκυ δεν ενδιαφέρεται διά τους ορθοδόξους της διασποράς, αλλά κυρίως όπως προσβάλη το κύρος της οικουμενικότητος του Επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, διότι δεν αρνείται μόνον τα αδιάσειστα αυτού δικαιώματα επί της διασποράς, αλλά και το δικαίωμα όπως χορηγή το αυτοκέφαλον εις τας Εκκλησίας εκείνας, αι οποίαι διατελούν υπό προϋποθέσεις αναλόγους.
Όταν ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως διεδέχετο τον Ρώμης εις την Δύσιν μετά το σχίσμα, τόσον αι χειραφετηθείσαι υπό τον Κωνσταντινουπόλεως Ορθόδοξοι Εκκλησίαι όσον και αι ευρισκόμεναι εντός των Ρωμαιοκαθολικών Εκκλησιών Εκκλησίαι υπήγοντο αδιαμαρτυρήτως εις τον Επίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, όπως επίσης και αι Ρωμαιοκαθολικαί Εκκλησίαι της Ανατολής υπήχθησαν εις τόν Ρώμης.
Αλλ’ όταν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον παρεχώρει το αυτοκέφαλον εις τας χειραφετηθείσας υπ’ αυτού Εκκλησίας, δεν εξήρεσε τούτου ή εκείνου του έθνους την μειονότητα, ήτις ευρίσκετο εντός των ορίων της χειραφετουμένης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, αλλά πάντας υπέταξεν εις την επιτόπιον εκκλησιαστικήν ορθόδοξον αρχήν, προοδευτικώς δε έδιδε το αυτοκέφαλον εις τας σήμερον Αυτοκεφάλους Εκκλησίας της Ευρώπης. Το ίδιον δύναται να συμβή και εις άλλας ευρωπαϊκάς χώρας, όταν η Ορθόδοξος Εκκλησία αποκτήση εκείνα τα στοιχεία, τα οποιά επιβάλλουν την χειραφέτησιν.
Εις μίαν επαρχιακήν Σύνοδον η Εξαρχία της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Παρισίοις, καλούσα πάντας τους Ρώσους ορθοδόξους να ενωθούν, επιλέγει: «… και νυν στρέφομεν την παράκλησίν μας προς την Αυτού Αγιότητα τον Οικουμενικόν Πατριάρχην το αίτημά μας να ευλογήση, διότι η Οικουμενική Πατριαρχική Έδρα έχει την φροντίδα δι’ όλας τας εκκλησιαστικάς υποθέσεις, τας οποίας δεν δύνανται να λύσουν αί επιτόπιοι Εκκλησίαι. Αύτη η αρμοδιότης ανήκει εις την Οικουμενικήν Πατριαρχικήν Έδραν, όχι διότι είναι ελληνική ή εις την Κωνσταντινούπολιν, αλλά διότι κέκτηται το πρωτείον εν όλη τή Εκκλησία» (36). Εις την δήλωσιν αυτήν εδόθη μεγάλη σημασία και εκ μέρους ρωμαιοκαθολικών, οίτινες εδήλωσαν ότι αι απόψεις αύται οδηγούν τας σχέσεις μεταξύ ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών εις νέον φως.
Ο καθηγητής Η. Verkhovsky, του Ρωσικού Ορθοδόξου Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου εν Παρισίοις, εξ άλλου εδήλωσεν ότι «η Καθολική Εκκλησία δεν έχει μόνον τας Οικουμενικάς Συνόδους, κατά τας οποίας κατά έκτακτον τρόπον συνεδριάζει ως Αρχηγός, αλλά συγχρόνως μίαν εισέτι ωρισμένην αρχήν εις το πρόσωπον του ανωτάτου ιεράρχου της Ορθοδόξου Έκκλησίας. Αυτός ο πρώτος ιεράρχης ήτο μέχρι της πτώσεως εις την καθολικήν αίρεσιν ο Ρωμαίος Πάπας, και μετά την αποσκίρτησιν αυτού ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο μετέπειτα ανώτατος από τον Πάπαν της Ρώμης, διά των ίσων δικαιωμάτων. Είναι αυτονόητον ότι, εφ’ όσον η Ρώμη απεσκίρτησεν από την Εκκλησίαν, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καθίσταται ο ανώτατος, όχι μόνον εν τω αγώνι υπέρ όλων των κατά τόπους του Εξωτερικού Εκκλησιών, αλλά και διότι εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην ανήκουν όλαι αι εκκλησιαστικαί υποθέσεις ως τον πρώτον ιεράρχην δικαιωματικώς…».
Εις την συνείδησιν της Ρωμαιοκαθολικής Έκκλησίας ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Πατριάρχης της Ανατολής, όπως ο Πάπας εις την Δύσιν (37). Είναι δε φυσικόν μετά το σχίσμα, τόσον η Ρώμη όσον και η Κωνσταντινούπολις, να επεκτείνουν τα όρια της δικαιοδοσίας αυτών και εις τα μέρη εκατέρας. Καθ’ ον χρόνον διεδέχετο και εις την δικαιοδοσίαν της Ρώμης τον Πάπαν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ουδεμία έκ των Εκκλησιών, των διεκδικουσών δικαιώματα επί της διασποράς, υπήρχεν.
Υποσημειώσεις
(1) Μαχαρομπλήζε, Ε., Έκκλησιαστικαι Ειδήσεις, Απριλίου 1/14 (1927), αριθμ. 7-8, «Επί της εκκλησιαστικής έριδος».
(2) Αυτόθι.
(3) Επιστολή Πατριάρχου Τύχωνος, Εκκλησιαστικαί Ειδήσεις (1925), αριθμ. 7-8.
(4) Μετάφρασις εκ του ρωσικού.
(5) «Φωνή της Ορθοδόξου Επαρχίας Λιτβάς», αριθμ. 4-5, Κόβνο(1934), «Επί του ζητήματος των δικαιωμάτων του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως», υπό του καθηγητού Σ.Β. Τροΐτσκυ.
(6) Ανταπάντησις εις τόν καθηγητήν Τροΐτσκυ κ.λπ. υπό Μητροπολίτου Αίνου Γερμανού, «Ορθοδοξία» (1953), σελ. 13 και 15. Πρβλ. του ιδίου, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και αι εν τη Διασπορά Ορθόδοξοι Εκκλησίαι (εις απάντησιν του καθηγητού του Κανονικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της Μόσχας κ. Τροΐτσκυ), Αθήναι (1948).
(7) Troitsky, S., ένθ’ ανωτ. Βλ. επίσης: Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως Γενναδίου, «Φωνή ενός καθολικού υπέρ των ιδιαιτέρων δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου», Ο.ΚΠ. (1950), σ. 385-388. Του ιδίου, «Η οριστική διαμόρφωσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος», Ο.ΚΠ. (1951), σ. 408-450. Α. Σμέμαν, Περί Νεοπαπισμού, Ο.ΚΠ. (1954), σ. 67-77.
(8) Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, «Αι Συμπληγάδες», «Εκκλησία», άριθμ. 29- 30, 1 Αύγουστου (1947).
(9) Troitsky S., «Που και εν τίνι ο πρώτιστος κίνδυνος», JMP, αριθμ.12(1947).
(10) Migne, Πατρολογία 67, σελ. 617. Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, 10.
(11) Migne, Πατρολογία 67, σελ. 1532.
(12) Krumbacher Karl, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, Μετάφρασις Γ. Σωτηριάδου, τόμ. Γ’, σελ. 256-257.
(13) Ράλλη – Ποτλή, ένθ’ ανωτ., τόμ. Β’, σελ. 173: «τον μέντοι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τόν τής Ρώμης, διά το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην».
(14) Ράλλη – Ποτλή, ένθ’ ανωτ., τόμος Β , σελ. 280-28, κανών 28ος: «Πανταχού τοις των αγίω Πατέρων όροις επόμενοι, και τον αρτίως αναγνωσθέντα κανόνα των εκατόν πεντήκοντα θεοφιλεστάτων επισκόπων, τών συναχθέντων επί του της ευσεβοϋς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, του γενομένου βασιλέως εν τη βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέα Ρώμη, γνωρίζοντες, τα αυτά και ημείς ορίζομέν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβείων της αγιωτάτης Εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης· και γαρ τω θρόνω της πρεσβυτέρας Ρώμης, διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας Ρώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβειών τη πρεσβυτέρα βασιλίδι Ρώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσαν. Και ώστε τους της Ποντικής, και της Ασιανής, και της Θρακικής διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, έτι δε και τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιοτάτης Εκκλησίας· δηλαδή εκάστου μητροπολίτου των προειρημένων διοικήσεων μετά των της επαρχίας εέπισκόπων χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοις θείοις κανόσι διηγόρευται· χειροτονείσθαι δε, καθώς είρηται, τους μητροπολίτας των προειρημένων διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά το έθος γινομένων, και επ’ αυτόν αναφερομένων».
(15) Ράλλη – Ποτλή, ένθ’ ανωτ., τόμος Β’, σελ. 128-129.
(16) Ηλιουπόλεως Γενναδίου, «Η οριστική διαμόρφωσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος» Ορθοδοξία (1951), σελ. 434: Α) Θράκης: α) Ευρώπην, β) Ροδόπην, γ) κυρίως Θράκην, δ) Αιμίμοντον, ε) Μυσίαν και στ) Σκυθίαν. Β) Πόντου: α) Βιθυνίαν, β) Ονωριάδα, γ) Παφλαγονίαν, δ) Γαλατίαν, ε) Γαλατίαν Σαλουταρίαν, στ) Καππαδοκίαν πρώτην, ζ) Καππαδοκίαν δευτέραν, η) Ελενόποντον, θ) Πόντον ΓΙολεμωνιακόν, ι) Αρμενίαν πρώτην, ια) Αρμενίαν δευτέραν. Γ) Ασίας: α) κυρίως Ασίαν, β) Ελλήσποντον, γ) Φρυγίαν Πακατιανήν, δ) Λυδίαν, ε) Πισιδίαν, στ) Λυκαονίαν, ζ) Φρυγίαν Σαλουταρίαν, η) Παμφυλίαν, θ) Λυκίαν, ι) Καρίαν και ια) Κυκλάδας. Επαρχίαι Ευρώπης: 1) Ευδοξιούπολις, 2) Ηράκλεια, 3) Άρκαδιούπολις, 4) Βιζύη, 5) Πάνιον, 6) Όρνοι, 7) Γάνος, 8) Καλλίπολις, 9) Μόριζος, 10) Σιλτική, 11) Συναδία, 12) Αφροδισία, 13) Άπρος, Κοιλία ή Κηλία. Τροΐτσκυ Σ., «Το ζήτημα των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εν τη Διασπορά», Ζ.Μ.Π. (1947), σελ. 34.
(17) Τροΐτσκυ Σ., ένθ’ ανωτ., σελ. 34: Κατά τόν Τροΐτσκυ τούτο ενεφανίσθη εις το γράμμα από 30.5.1931 του Οικουμενικού Πατριάρχου Φωτίου Β’ προς τον Πατριάρχην Σερβίας Βαρνάβαν, εις το οποίον γράφει «ότι πάσαι αι ενορίαι οιασδήποτε εθνικότητος είναι υποχρεωμέναι να υποτάσσωνται εις τόν Άγιώτατον Οικουμενικόν Θρόνον». Το ίδιον συναντώμεν και εις επιστολάς των Οικουμενικών Πατριαρχών Βασιλείου Γ’ (12.11.1925) προς τον Πολωνίας Διονύσιον και Μελετίου Δ’.
(18) Τροΐτσκυ Σ., ένθ’ ανωτ., σελ. 40.
(19) Ράλλη -Ποτλή, ένθ’ άν., τόμος 3ος, σελ. 130-132.
(20) Ε. Φωτιάδου, «Εξ αφορμής ενός άρθρου», Ο.ΚΠ. (1948), σελ. 226 κ.εξ.: «Εν τη εκφράσει του 28ου κανόνος ‘τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους” ουδόλως πρέπει να θεωρηθή εξυπονοουμένη η λέξις ‘έθνεσιν’, ως φρονούσιν άλλοι τε και ο κ. Τροΐτσκυ, ερειδόμενοι επί της του 2ου κανόνος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου εκφράσεως: ‘τας δε εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι του Θεού Εκκλησίας οικονομείσθαι χρή κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των πατέρων’. Εάν έδει να εξυπονοηθή η λέξις ‘έθνεσιν’ ουδείς υπήρχε λόγος να παραλίπωσι ταύτην οι συντάξαντες τον κανόνα. Εν τω κανόνι τούτω της Β’ Οικουμενικής Συνόδου γίνεται λόγος περί των Εκκλησιών εκείνων, αίτινες υπήρχον εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσιν εκτός του Βυζαντινού κράτους, παρά λαοίς δηλονότι μη εκχριστιανισθείσιν εισέτι τελείως, βάρβαρα δε κεκτημένοις ήθη και μη προσοικειωθείσι την ελληνικήν γλώσσαν και τον ελληνικόν πολιτισμόν, όπου ίσως ου πολλοί ήσαν Επίσκοποι, ώστε αρκείν εις σύνοδον’, ίνα τα κατ’ αυτάς διοικώνται υπό της επιτοπίου Συνόδου, κατά τα εν Νικαία αποφασισθέντα. Οι πατέρες της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, συμπληρούντες τον 6ον και 7ον κανόνα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, δι’ ων ωρίσθησαν αι περιοχαί αι οφείλουσαι υποκείσθαι τοις Επισκόποις Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, απαγορεύουσιν εις τούτους τε και εις τους εκτός της δικαιοδοσίας των Θρόνων αυτών απομείναντας και τας εκκλησίας αυτών αυτοτελώς διοικούντας επισκόπους των διοικήσεων του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης, την υπεδιοίκησιν, δηλ. υπέρ την ανήκουσαν αυτοίς επαρχίαν, εις τας υπερορίους εκκλησίας μετάβασιν, εξαίρεσιν ποιούμενοι μόνον περί των εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσιν Εκκλησιών του Θεού, ων αι ανάγκαι έδει και εφεξής να οικονομώνται κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των πατέρων. Δηλαδή ανάγκης παρισταμένης επιτρέπει η Σύνοδος τοις εκεί Επισκόποις, κατ’ εξαίρεσιν και οικονομίαν, την μετάβασιν από μιας περιφερείας εις άλλην, επί τω επιστηρίζειν τους τη πίστει προσιόντας, ως παρατηρεί ο Ζωναράς και ο Βαλσαμώνν. Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, διαγράφουσα τα όρια της δικαιοδοσίας του της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνου και ύπάγουσα υπ’ αυτόν τας τέως αυτοτελείς εκκλησιαστικάς περιφερείας των διοικήσεων του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης, συνυπήγαγεν υπ’ αυτόν, τροποποιούσα τον 2ον κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, και τας περί ων εξαίρεσιν εποιήσατο ο κανών ούτος Εκκλησίας, χρησιμοποιήσασα τον γενικώτερον όρον ‘εν τοις βαρβαρικοίς΄, άνευ του προσδιορισμού ‘έθνεσι’, προς δήλωσιν ευρύτερον πασών των εκτός των ορίων του Βυζαντινού κράτους υφισταμένων Εκκλησιών. Φυσικώς εις την λέξιν ‘βαρβαρικοίς’, λαμβανομένην τοπογραφικώς, εξυπονοητέον το ουσιαστικόν ‘μέρεσι’. Υπονοούνται δε ενταύθα αι Εκκλησίαι εκείναι τας οποίας ο 30ός κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου ονομάζει ‘βαρβαρικάς Εκκλησίας’. Ότι αι άλλαι Εκκλησίαι ουδέν κέκτηνται κανονικόν δικαίωμα αναμίξεως εις τα της διοικήσεως χριστιανών ευρισκομένων εν περιοχαίς κειμέναις εκτός των υπό Οικουμενικών Συνόδων ή διά κανονικών πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρ’ ου έλαβον το αυτοκέφαλον, καθορισθέντων ορίων της δικαιοδοσίας αυτών, τούτο εξάγεται κυρίως εκ του προμνησθέντος 2ου κανόνος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου». Σχολιάζων την επιστολήν του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μελετίου προς τον Κιέβου Αντώνιον ο καθηγητής Ε. Φωτιάδης επάγεται απαντητικώς προς τον καθηγητήν Τροΐτσκυ (ένθ’ ανωτ., σελ. 229 κ.έξ.): ότι ο 2ος κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, άπαγορεύων το υπερορίως καθόλου ενεργείν, και ουδέ καν μνημονεύων του ονόματος του Οικουμενικού, δεν εξαιρεί τον Κωνσταντινουπόλεως από της τιθεμένης αρχής, ότι διά του περιορισμού να έχουν ιεραποστολάς έξω των ορίων μιάς εκάστης Εκκλησίας αι κατά τόπους Εκκλησίαι, αντίκειται προς την εντολήν του Κυρίου «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Εις την περίπτωσιν αυτήν η έννοια είναι τελείως διαφορετική, καθ’ ότι η προς τους Αποστόλους του Κυρίου εντολή εξετελέσθη υπό των Αποστόλων, οίτινες κατένειμαν περιοχάς προκειμένου να κηρύξουν το Ευαγγέλιον, υπό δε των Οικουμενικών Συνόδων Α’, Β’ και Δ’ κατενεμήθη σύμπας ο κόσμος εις πέντε Πατριαρχεία, Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
(21) «Η οριστική διαμόρφωσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος», Ορθοδοξία (1951), σελ. 435: «Τα βαρβαρικά είναι τα βαρβαρικά μέρη, ‘τα βαρβαρικά έθνη’ ή μάλλον τα υπό βαρβαρικών εθνών κατοικούμενα μέρη, εκλαμβανομένης της λέξεως ‘έθνος’ με την έννοιαν της επαρχίας. Εις τον 34ον αποστολικόν κανόνα αναγιγνώσκομεν ‘τους επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρώτον’. Ο όρος ‘έθνος’ αναμφιβόλως εδώ σημαίνει εκκλησιαστικήν περιφέρειαν, επαρχίαν. Και ο ιστορικός Σωκράτης αναφέρει ‘Ιλλυριών έθνη’ με την έννοιαν προβίντσια = επαρχία. Την ιδίαν έννοιαν έχει η λέξις έθνος και εις τον 2ον κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου: ‘Τας δε εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι του Θεού Εκκλησίας οικονομείσθαι χρη κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των Πατέρων’. Η φράσις ‘βαρβαρικοίς έθνεσι’ εξηγεί εν μέρει το ανάλογον χωρίον του 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, από απόψεως γεωγραφικής εκτάσεως. Ο Λ. Ντουσέν εξηγεί το χωρίον εκείνο της Β’ Συνόδου ως εξής: ‘όσον άφορά τας χριστιανοσύνας (χρ.κοινότητας = chretiennes) τας κειμένας έξω των συνόρων τοὒ κράτους’. Ο Janin δίδει την ακόλουθον ερμηνείαν εις τοο σχετικόν χωρίον του 28ου κανόνος της Δ’ Οικουμενικής: ‘την άδειαν του χειροτονείν τους επισκόπους των επαρχιών του Βυζαντίου, αι οποίαι περιέπεσαν εις τας χείρας των βαρβάρων’. Η τοιαύτη ερμηνεία, νομίζω, συνεχίζει ο Ηλιουπόλεως Γεννάδιος, προέρχεται εκ τούτου, ότι η φράσις εν τοις βαρβαρικοίς συνδέεται με τας λέξεις ‘επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων’.. Το ζήτημα είναι ποια σχέσις πραγματική υπάρχει μεταξύ του ‘τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους’ και του ‘των προειρημένων διοικήσεων’ (δηλ. Ποντικής, Ασιανής και Θράκης). Οποιαδήποτε σχέσις και αν υποτεθή, αποκλείεται η ερμηνεία του ειρημένου Γάλλου. Τας επαρχίας αυτάς ευρισκομένας έξω των συνόρων των ανεγνωρισμένων αυτοκεφάλων Εκκλησιών είτε ως υπερορίους είτε ως διασποράν εκλάβωμεν, πάντως πρόκειται περί των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περί των οποίων έγινε λόγος και τα οποία ενισχύονται και από τους κανόνας 9 καί 17 της ιδίας Δ’ Οικουμενικής Συνόδου».
(22) Α.Α. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Μετάφρασις Δ. Σαβράμη, Αθήναι, σελ. 138.
(23) Δελικάνη Κ., Πατριαρχικά έγγραφα, τόμος Γ΄, Κων/πολις (1905), σελ. 25.
(24) Αι εκκλησιαστικαι παραβάσεις του Πατριαρχείου Μόσχας κατά τα τελευταία έτη συνοψίζονται εις τας εξής: 1) Ωργάνωσεν εν Παρισίοις Ρωσικήν Εξαρχίαν, με σκοπόν να ανατρέψη την από ετών εν τω εκκλησιαστικώ εδάφει του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Παρισίοις εδρεύουσαν Εξαρχίαν αυτού. 2) Εξηνάγκασε τον αντιπρόσωπον της Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Βελγίω Μητροπολίτην Αλέξανδρον να υπαχθή υπ’ αυτόν. 3) Κατήργησε την υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου εγκαθιδρυθείσαν αυτονομίαν εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία Τσεχοσλοβακίας, απήλλαξε των καθηκόντων αυτού τον Αρχιεπίσκοπον Σαββάτιον, διώρισεν Έξαρχον ιδικόν του και παρεχώρησεν αυτοκέφαλον εις την Εκκλησίαν Τσεχοσλοβακίας. 4) Κατήργησε την αυτονομίαν την υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου παραχωρηθείσαν εις τας Εκκλησίας Λεττονίας και Εσθονίας. 5) Κατήργησε το αυτοκέφαλον το υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου παραχωρηθέν τη Ορθοδόξω Εκκλησία Πολωνίας, έπαυσε τον Μητροπολίτην αρχηγόν της Πολωνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διώρισεν άλλον Μητροπολίτην και παρεχώρησεν αυτοκέφαλον. 6) Προσεπάθησε να εισδύση εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν Φινλανδίας, υπαγομένην τω Οικουμενικώ Θρόνω καί 7) Παρεχώρησεν αυτοκέφαλον (10 Απριλίου 1970) εις τμήμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Αμερική.
(25) Ει τις κληρικός προς κληρικόν πράγμα έχει, μη εγκαταλιπανέτω τον οικείον επίσκοπον, και επί κοσμικά δικαστήρια μη κατατρεχέτω, αλλά πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω επισκόπω, ή γουν, γνώμη αυτού του επισκόπου, παρ’ οις αν αμφότερα τα μέρη βούλονται, τα της δίκης συγκροτείσθω· ει δε τις παρά ταύτα ποιήσοι, κανονικοίς επιτιμίοις υποκείσθω. Ει δε κληρικός πράγμα έχει πρός τον ίδιον, ή καί προς έτερον επίσκοπον, παρά τη Συνόδω της Επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας μητροπολίτην, επίσκοπος ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τον έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ’ αυτώ δικαζέσθω (9ος κανών Δ’ Οικουμενικής Συνόδου).
Τας καθ’ εκάστην επαρχίαν αγροικικάς παροικίας ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς επισκόποις, και μάλιστα ει τριακονταετή χρόνον ταύτας αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένοιτο περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικείσθαι, περί τούτων κινείν παρά τη Συνόδω της επαρχίας. Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου μητροπολίτου, παρά τω εξάρχω της διοικήσεως ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθ’ ο προείρηται. Ει δε καί τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς καί δημοσίοις τύποις, και των εκκλησιαστικών παροικιών ή τάξις άκολουθείτω (17ος κανών Δ’ Οικουμενικής Συνόδου).
(26)Kartaschoff Α., Το του εκκλήτου δικαίωμα των Οικουμενικών Πατριαρχών εν τη πράξει. Κατά μετάφρασιν του καθηγητού Ε.Φ. Ορθοδοξία (1948), σελ. 280.
(27) Σμέμαν Α., Περί «νεοπαπισμοΰ», Ορθοδοξία» (1954), σελ. 73.
(28) Σμέμαν Α., ένθ’ ανωτ., σελ. 76.
(29) Τροΐτσκυ Σ., «Τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τη Όρθοδόξω Διασπορά», JMP (1948), σελ. 20-40.
(30) Τροΐτσκυ Σ., ένθ’ άνωτ., σελ. 40.
(31) Τροΐτσκυ Σ., ένθ’ άνωτ., σελ. 41.
(32) Vasiliev, Α.Α., Iστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ένθ’ ανωτ., σελ. 832.
(33) Διεκρίναμεν τας Ρωσικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας κατά το 1956 εν τη διασπορα: 1) Την Αμερικανορωσικήν Ανεξάρτητον Ορθόδοξον Εκκλησίαν εν Αμερική υπό τον Μητροπολίτην Λεόντιον (νυν Metropolia). 2) Την υπό τον Πατριαρχικόν Θρόνον Μόσχας Εξαρχίαν. 3) Την ανεξάρτητον Ορθόδοξον Εκκλησίαν (τέσσαρες Ανεξάρτητοι Διοικήσεις). 5) Την υπαγομένην εις τον Οικουμενικόν Θρόνον. 6) Την Αμερικανικήν Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν (έτος ιδρύσεως 1932). 7) Την Αγίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν (έτος ίδρύσειος 1942). 8) Την Αγίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν εν Αμερική (έτος ιδρύσεως 1934). 9) Την Ρωσικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν (τέως Κάρλοβιτς). Πλην των ανωτέρω υφίστανται και ικαναί Ουνιτικαί Εκκλησίαι.
(34) Ιδού πόσαι Εκκλησίαι σήμερον υφίστανται εν Ρωσία, πλην φυσικά της Ορθοδόξου: 1) Αρμενική. 2) Ευαγγελική-Λουθηρανική. 3) Ρωμαιοκαθολική. 4) Ευαγγελική-Βαπτιστική. 5) Παλαιοπίστων. 6) Πρώτων Παλαιοπίστων. 7) Παλαιοπίστων – Παλαιοτρομοριάνων. 8) Αντβεντιστών. 9) Μεταρρυθμιστών. 10) Μεθοδιστών. 11) Πνευματικών Χριστιανών.
(35) Τροΐτσκυ Σ., ενθ’ άνωτ., σελ. 42.
(36) « Ein Russischer Uniuns Versuch in der Orthodoxen Diaspora Westeuropas», υπό Conrad (Fischer εν «Catholica Union, Freiburg. Μάρτιος (1950), σελ. 15-19. Ενταύθα καταχωρείται και η δήλωσις της Εξαρχίας του Πατριαρχείου Μόσχας εις απάντησιν των ανωτέρω απόψεων: «Εάν πρέπει να εισέλθη ο Παπισμός εις την ημετέραν Εκκλησίαν, τότε προτιμώ τους ρωμαιοκαθολικούς παρά τους Βυζαντινούς. Το Βυζάντιον είναι η πλέον ασήμαντος των Αυτονόμων Εκκλησιών, μάλιστα μία φωνή άνευ λαού». Ένθ’ ανωτ., σελ. 18 -19. Εις το αυτό δημοσίευμα η Αρχιερατική Σύνοδος των Ρώσων του Εξωτερικού (πρώην Κάρλοβιτς) απαντά ότι αι σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μετά των εχθρών του Χριστιανισμού (Εκκλησία Ρωσίας) απομακρύνουν αυτούς από τον Οικουμενικόν Θρόνον.
(37) Alfred Felbinger, «Die Magna Charta des Patriarchates von Konstantinopel» εν Catholica Unio», Freiburg. Σεπτέμβριος (1951), σελ. 59. Επί του θέματος τούτου, το οποίον διεπραγματεύθην προ τριακονταετίας και πλέον, βλ. και τας νεωτέρας μελέτας μου: «1. Εισηγήσεις πρός τήν Γραμματείαν δια την προπαρασκευήν της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας α. Τρόπος ανακηρύξεως Αυτοκεφάλου και Αυτονόμου Εκκλησίας, β. Διασπορά», εν Εκκλησιαστικώ Φάρω, τόμ. ΞΑ’ (1979), σελ. 645-653 καί 654-657 και Θεολογικαί και ιστορικαί Μελέται, τόμ. Α’ (1979), σελ. 218-230. 2. The Ecumenical Patriarchate yesterday and today. 3. «The Problem of the Orthodox Diaspora. A Reply to Archbishop Paul of Karelia» εν Θεολογικαί καί Ίστορικαί Μελέται, τόμ. Β– (1983), σελ. 355-369. 4. «The Inheritance of the Ecumenical Patriarchate in Europe», εν Texts and Studies, 4 (1985), σελ. 25-28 καί Θεολογικαί και Ίστορικαί Μελέται, τόμ. 7 (1986), σελ. 329-332.
