Κοινωνικές και θεσμικές συνέπειες της Ευθανασίας

Γιούλτσης Τ. Βασίλειος, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Εκκλησία και Βιοηθική –Ο λόγος της Επιστήμης και ο λόγος της Θρησκείας,
εκδ. Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού πατριαρχείου, Σαμπεζύ 2008, σελ. 203-211

Γενικά

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 άρχισε η ευρύτερη συζήτηση και η δημοσιοποίηση του προβλήματος της «ευθανασίας», οι Κοινωνικές Επιστήμες δεν είχαν ακόμη σαφή τοποθέτηση απέναντι του, ίσως επειδή δεν είχε προηγηθεί σχετική συζήτηση για τις θεσμικές του συνέπειες. Στο τέλος της ίδιας δεκαετίας περισσότερα από 20 μεγάλα διεθνή συνέδρια και ένας σεβαστός αριθμός δημοσιεύσεων έδειξαν τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ήδη από τα στατιστικά της Alexa -επιστημονικός μη κερδοσκοπικός φορέας για τη στατιστική παρακολούθηση τον διαδικτύου-περισσότερα από 400 sites ανά τον κόσμο ασχολούνται σήμερα με το ζήτημα και δε λείπουν και οι πιο παράδοξες προτάσεις, από την επιβολή της θανατικής ποινής στους συνεργούς της μέχρι την απόλυτα ελεύθερη επιλογή και εφαρμογή της. Ιδρύθηκε ήδη Εκκλησία της Ευθανασίας (www.churchofeuthanasia.org), και βέβαια επινοήθηκαν και κυκλοφορούν στην αμερικανική, αλλά και στην ευρωπαϊκή αγορά συσκευές ευθανασίας, video για την προετοιμασία, ηχοταινίες με πειστικούς λόγους για την απόφαση, βιβλία, posters, ρούχα και μουσική ευθανασίας. Ταυτόχρονα πλήθυναν τα επιχειρήματα και κυρίως οι τάσεις που κατευθύνουν τις δύο αυτονόητες τοποθετήσεις «υπέρ» ή «κατά» της ευθανασίας. Μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα, οι ερευνητές του ειδικού χώρου διχάσθηκαν. Έτσι σήμερα, άλλοι δέχονται την ευθανασία ως ελεύθερη βουλητική επιλογή, βιοκοινωνική αναγκαιότητα ή προσωπική ψυχοσυναισθηματική απόφαση, ενώ άλλοι την απορρίπτουν ως ενδεχόμενη αφορμή θεσμικών στρεβλώσεων και κυρίως ως αυθαίρετη παρέμβαση στην ηθική της δημιουργίας, με πλήθος κοινωνικών και πολιτιστικών αδιεξόδων.

Οι δύο τάσεις δεν προέκυψαν τυχαία. Αναδύθηκαν στην επικαιρότητα, όταν το σχετικό πρόβλημα απέκτησε υψηλή δημοσιότητα λόγω της διακοινωνικής του εμβέλειας, αφού αναφέρεται σε ένα όχι σύνηθες γεγονός, που διαταράσσει τον ύπνο της συνειδησιακής στατικότητας της κοινωνίας. Φυσικά η δημοσιότητα αυτή αναπαράχθηκε πληθωρικά από τα media και έδειξε να ευαισθητοποιεί τη συλλογική συνείδηση. Στο βάθος όμως θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι ελάχιστος ο πραγματικά συνειδητός κοινωνικός προβληματισμός.

Η εξήγηση του φαινομένου οδηγεί στη διαπίστωση μιας ηθικοκοινωνικής παθολογίας που μπορεί να επιβεβαιωθεί και στατιστικά. Από κοινωνιομετρικές προσεγγίσεις της κοινής γνώμης έχει προκύψει ότι κάθε μαζική ευαισθητοποίησή της αναλύεται σε δύο τύπους αποδεκτών της συγκλονιστικής ειδήσεως. Ο ένας τύπος είναι ειδησεογραφικός ενώ ο άλλος, συνειδησιακός. Ο πρώτος, που υπερτερεί αριθμητικά, χρειάζεται εναλλασσόμενη επικαιρότητα, γιατί μ’ αυτήν σπάζει και ποικίλει τη μονοτονία της καθημερινότητας. Οι ειδήσεις και τα γεγονότα έχουν γι’ αυτόν μόνο ενημερωτική σημασία και λησμονούνται ή χάνουν τη φόρτισή τους, μόλις εμφανισθούν νέα γεγονότα με πιο έντονη συγκινησιακή φόρτιση.

Ο δεύτερος τύπος, που μάλλον υστερεί αριθμητικά, προβληματίζεται από την είδηση, τη μετακινεί προβολικά στο επίπεδο της προσωπικής εμπειρίας και ηθικής, αγωνιά για τις συνέπειές της, συνδέει ενδεχόμενες απειλές με την προσωπική ή την οικογενειακή του ζωή και αναζητεί υπεύθυνη ενημέρωση και αυθεντικές απαντήσεις για όλα τα σχετικά ερωτήματα. Εδώ η είδηση είναι μια πύλη εισόδου στη γνώση του γεγονότος, που επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή και μπορεί κάποτε να γίνει και προσωπικό αδιέξοδο. Στην περίπτωσή μας αυτός ο δεύτερος τύπος φαίνεται να ενδιαφέρεται ζωηρά για το πρόβλημα της ευθανασίας, επειδή οι κοινωνικές, οι συναισθηματικές, οι ηθικές και οι μεταφυσικές ευαισθησίες του τον τοποθετούν τροπικά πολύ κοντά στον πάσχοντα συνάνθρωπο, που τον θεωρούν με την ηθική και κυρίως τη θεολογική σημασία, «πλησίον».

Η επισήμανση της κοινωνικής αυτής ιδιομορφίας, με κατανοητή την απατηλή της εξωτερικότητα, δείχνει πώς και σε ποιό βαθμό τα πλήθη, που ενημερώνονται με τον ίδιο τρόπο, γνωρίζουν και αποδέχονται την ευθανασία.

Η σημασία της κοινωνικής αποδοχής οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος γίνεται αντικείμενο έρευνας, προκειμένου να διαπιστωθεί η στάση της κοινής γνώμης απέναντι του. Έτσι η ευθανασία, ως κοινωνικό πρόβλημα, δεν ήταν δυνατό να μείνει έξω από σχετικές εκτιμήσεις. Από στατιστικές μετρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία, τις Κάτω Χώρες και την Δανία στα τέλη του 1994 και τις αρχές του 1995 το συντριπτικό ποσοστό των ερωτηθέντων (από 58-72%) λειτούργησε ειδησεογραφικά, και αναγνώρισε στον ασθενή το απόλυτο δικαίωμα της επιλογής. Δίστασε όμως να αποφασίσει ή αρνήθηκε τη συνεργία στην τελική πράξη. Επιπλέον ένας αριθμός δήλωσε ότι δεν τον απασχολεί το ζήτημα και θα το σκεφθεί, αν υπάρξει στο περιβάλλον του πρόβλημα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η επίκλιση του επιχειρήματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια νοσηλευτική πολιτική και ήδη έθεσε το θέμα μετακινήσεως της ευθανασίας αποκλειστικά στις αρμοδιότητες και ευθύνες των νοσηλευτικών κέντρων.

Ας σημειωθεί ότι στις παραπάνω χώρες, η ευθανασία, ύστερα από την εμπλοκή των media στο πρόβλημα, τις σύγχρονες αντιλήψεις περί «ατομικών ελευθεριών» και τις γενικότερες κοσμολογικές και φιλοσοφικές τάσεις, απέκτησε χαρακτήρα ιδεολογικού κινήματος με αυτονόητες τις δύο στάσεις, υπέρ ή κατά. Είναι βέβαιο ότι ο όγκος των «οπαδών της ευθανασίας» διαδηλώνει την αποδοχή των ατομικών δικαιωμάτων, υπεραμύνεται του δικαιώματος «το άτομο να αποφαίνεται ελεύθερα για ό,τι έχει σχέση με την ατομική του ύπαρξη» και εκφράζεται αδιάφορα, ψυχρά ή αρνητικά έναντι ηθικών δεσμεύσεων και κυρίως έναντι των θρησκευτικών πίστεων.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2000, παρόμοια έρευνα είχε σχεδόν αντίστροφα αποτελέσματα. Ο συνειδησιακός τύπος ξεπέρασε το 50% και ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά έφθασε στο 68%. Καλύτερη ενημέρωση και κυρίως αναθέρμανση των θρησκευτικών πίστεων- νέα χιλιετία, εσχατολογίες, νέες ευσεβιστικές αιρέσεις και προσδοκία του τέλους του κόσμου άλλαξε τη στάση της κοινωνίας ιδιαίτερα στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Α. Κοινωνική διερεύνηση

Πέρα από τις θεωρητικές εκτιμήσεις η ενεργητική ευθανασία κυρίως ως τελικό γεγονός με πλήθος εξελικτικών διαδικασιών, εμπεριέχει επικοινωνία, προβληματισμό, διάλογο, λογικές αντιρρήσεις, αμφίπλευρη υπέρβαση δισταγμών, συμφωνία και, φυσικά, συλλογική ευθύνη. Με άλλα λόγια εκδηλώνεται ως έκφραση ατομικού ή διατομικού (κοινωνικού) αδιεξόδου, που όμως καταλήγει οπωσδήποτε στη διατομική (κοινωνική) συναίνεση. Στην ευθανασία συναντάται η ατομική με την εξωατομική βούληση, και μόνο μετά τη συνάντησή τους είναι δυνατή η πραγματοποίησή της. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, διότι ορίζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ευθανασία σε πρώτο πρόσωπο και την αυτοκτονία. Στον διατομικό προβληματισμό είναι ενδεχόμενο να λείπει η βούληση του ασθενούς, όταν βαρύτατες σωματικές κακώσεις δεν επιτρέπουν συνείδηση της καταστάσεως. Στις περιπτώσεις αυτές (παθητική ευθανασία) ο διάλογος που οδηγεί στις τελικές αποφάσεις γίνεται ανάμεσα στους συγγενείς και τον θεράποντα ιατρό.

Η τελευταία διευκρίνηση εισάγει μια τυπολογία της ευθανασίας, που εμφανίζεται πλέον με δύο σαφείς παραλλαγές. Η πρώτη ορίζεται ως προσωπική επιλογή του ασθενούς. Η απόφαση πρωτογενώς βαρύνει ηθικά τη δική του πλευρά και μόνον έμμεσα μετακινεί την ευθύνη για τη διακοπή της ζωής σε κάποιο δεύτερο, συνήθως συγγενικό πρόσωπο ή στον θεράποντα ιατρό. Βέβαια αυτή η έμμεση ευθύνη εισάγει δευτερογενώς ηθικό ζήτημα, που, όμως αν προσέξουμε, φαίνεται ότι προσδιορίζει την πράξη της ευθανασίας, αφού χωρίς «συνεργία» θα είχαμε μόνον αυτοκτονία. Οι περιπτώσεις που έχουν έλθει στο φως της δημοσιότητας καλύπτονται από γραπτές επιθυμίες των θανόντων ή μαρτυρικές καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, που πληροφορήθηκαν απευθείας την τελική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές η ευθανασία, παρότι με τη σημασία του όρου δεν είναι, πρέπει να εκτιμηθεί ως είδος «αυτοκτονίας» ατόμου που δεν είχε την τόλμη και τη δύναμη για τον αυτοχειριασμό και τον ανέθεσε σε «άλλον». Σαφώς είναι παραίτηση από τη ζωή και τα οποιαδήποτε προβαλλόμενα ελαφρυντικά εκτιμώνται στο πλαίσιο μιας «ανθρωπιστικής επιείκειας», που λαμβάνει υπόψη της τη διαφορά ανάμεσα στην πλήρη υγεία και την έσχατη οδύνη από το άλγος του βιολογικού πόνου, τη βιολογική εξαθλίωση ή την πλήρη εξωτερική αισθητική κατάπτωση.

Η δεύτερη παραλλαγή, που φαίνεται να διατηρεί και τα υψηλότερα ποσοστά στο σύνολο των περιπτώσεων είναι αυτή, στην οποία συναντώνται η βούληση του ασθενούς και η συναισθηματική κάμψη- συμπόνια προσώπου του αμέσου περιβάλλοντος ή του θεράποντα ιατρού. Χαρακτηριστικό των περιπτώσεων αυτών είναι η μεγάλη ηλικία των ασθενών, η κλειστή απόφαση υπέργηρων συζύγων, μετά την λήψη της οποίας και την πραγματοποίηση της ευθανασίας όχι σπάνια ο εναπομείνας αυτοκτονεί ή κατατρύχεται από ενοχές για το υπόλοιπο της ζωής του. Επίσης πρόσφατα, μετά τη εξάπλωση του αίητζ ή των ναρκωτικών, προσφιλή ή συγγενικά πρόσωπα συνεργούν στην ευθανασία για την απαλλαγή του ασθενούς από τους φρικτούς πόνους του τελευταίου σταδίου. Όλες οι παραπάvω περιπτώσεις χαρακτηρίζονται ως παραλλαγές της ενεργητικής ευθανασίας, γιατί εμπεριέχουν συναίνεση με την θεωρητικά «ελεύθερη» βούληση του μελλοθανάτου.

Β. Οι κοινωνικές και οι ηθικές επιπτώσεις

Αν μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις επιχειρήσουμε μια πρώτη κοινωνιολογική προσέγγιση θα διαπιστώσουμε την ύπαρξη επιφυλάξεων. Η σοβαρότερη από αυτές συνδέεται με το ενδεχόμενο θεσμικής αναγνωρίσεως ή και σιωπηρής αποδοχής της ευθανασίας. Απόκλιση προς την κατεύθυνση αυτή μειώνει την κοινωνική ευαισθησία μπροστά στο ζήτημα της αφαιρέσεως της ανθρώπινης ζωής. Το ύψιστο αγαθό περιορίζεται στις διαστάσεις της ατομικής βουλήσεως και παύει να απασχολεί την κοινωνική συνείδηση.

Όλα αυτά είναι πιθανό να μεταλλάξουν την επιφανειακή σκοπιμότητα σε δόλο, με συνέπεια την ευθανασιακή επικάλυψη εγκληματικών ενεργειών και την ανάδυση νέων κοινωνικών προβλημάτων, με τραγικές συνέπειες, για τη λειτουργία των κοινωνιών. Επειδή δε το πρόβλημα της ευθανασίας συνδέεται επίσης και με τη συναισθηματική φόρτιση των ενδοοικογενειακών σχέσεων, εκφράζεται η αγωνία για τις επιπτώσεις του στα άλλα μέλη της οικογένειας και ιδίως στα νεότερα. Εδώ εμπλέκεται το πρόβλημα της αγωγής, με λογικές επιφυλάξεις για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, αλλά και την ψυχική ισορροπία των παιδιών και των νέων, όταν, με την πάροδο του χρόνου και την προοδευτική ωριμότητα, σημαντικές πράξεις των μεγαλυτέρων κατά το παρελθόν —συμμετοχή σε ευθανασία— τοποθετηθούν κάτω από την απόλυτη κρίση εξιδανικεύσεων ή προσδοκιών και καταδικαστούν.

Τέτοιες παρατηρήσεις-επιφυλάξεις εισάγουν πλήθος κοινωνικών και ηθικών ζητημάτων, η εκτίμηση των επιπτώσεων των οποίων δεν είναι διόλου εύκολη. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούμε τη γνωστή μετακοινωνιολογική οπτική, που επιλεκτικά αξιοποιεί τις διαπιστώσεις σχεδόν όλων των Κοινωνικών Επιστημών και ιδιαίτερα της Κοινωνιολογίας της θρησκείας.

Αρχικά πρέπει να σημειώσουμε ότι η ευθανασία εμφανίζεται με διαρκώς διευρυνόμενες διαστάσεις ιδιαίτερα στις λεγάμενες μεταβιομηχανικές κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Προβλήματα ευθανασίας δεν φαίνεται να απασχολούν, τουλάχιστο τη στιγμή αυτή, τις χώρες του Τρίτον Κόσμου. Η συγκριτική διαπίστωση οδηγεί σε δύο σημαντικές παρατηρήσεις. Η πρώτη συνδέεται με τη νέα φιλοσοφία για τη ζωή και τον πολιτισμό, κάτω από την οπτική κυρίως αντιλήψεων ηθικού φιλελευθερισμού, ευδαιμονισμού και ατομικών δικαιωμάτων. Η δεύτερη θα πρέπει να αναζητηθεί στην κρίση της αυθεντίας, στη σχετικοποίηση της έμφυτης μεταφυσικής αναφοράς και στη γενικότερη προβολή της ατομικής βουλήσεως. Από μια γενική εκτίμηση, η πρώτη αναφέρεται στην κοινωνική προοπτική και εύλογα παράγει κοινωνικές επιπτώσεις, ενώ η δεύτερη συνδέεται με την οντολογική και μεταφυσική διάσταση και αναφέρεται σε ηθικές επιπτώσεις.

Καταρχήν η επικράτηση του φιλελευθερισμού, παρότι ευνόησε την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων, συνέβαλε ουσιαστικά στην ατομοποίηση της κοινωνικής ζωής, αφού με την προβολή της ατομικής ελευθερίας άμβλυνε και τελικά εκτόπισε τα κοινωνικά αιτήματα. Η κοινωνική ηθική περιφρονήθηκε ως αναχρονιστική παρέμβαση στις διεκδικήσεις της ατομικής βουλήσεως κι η ατομική ηθική μεταβλήθηκε σε κυρίαρχο κανόνα των κοινωνικών σχέσεων. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η μεταφορά του αγαθού της ανθρώπινης ζωής από τη σφαίρα της συλλογικής μέριμνας στη σφαίρα της ατομικότητας.

Η άποψη αυτή, σαφώς εγωκεντρική, απολυτοποιεί τη χρήση του ατομικού δικαιώματος και αδιαφορεί για τις οποιεσδήποτε κοινωνικές αντιρρήσεις. Εδώ φαίνεται ότι εστιάζεται η λογική των δυτικών κοινωνιών, σε αντίθεση προς τις κοινωνίες του Τρίτον Κόσμου και των χωρών της Άπω Ανατολής, όπου το αγαθό της ανθρώπινης ζωής αποτελεί ακόμη κεντρικό πρόβλημα της συλλογικής συνειδήσεως και είναι αδιανόητη η υπαγωγή και η ένταξή του στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων.

Η διαφορά έχει ανάλογες σχέσεις και με τη δεύτερη παρατήρηση. Σημειώσαμε ήδη την κρίση της αυθεντίας και τη σχετικοποίηση της έμφυτης μεταφυσικής αναφοράς στις δυτικές κοινωνίες. Τα δύο μεγέθη συνδέονται άμεσα με τις διακυμάνσεις και τη σοβαρή κρίση που διέρχεται η θρησκευτικότητα στις λεγάμενες μεταμοντέρνες κοινωνίες. Μια πιο προσεκτική εμβάθυνση μας οδηγεί στις συνέπειες και τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσεως. Η έλλειψη της μεταφυσικής αναφοράς εκδηλώνεται, ως γνωστό, ως απιστία ή κρίση αμφιβολιών με αμφισβήτηση κυρίως της υπάρξεως ή του ρόλου του Δημιουργού σε ολόκληρη τη δημιουργία και της σχέσεώς Του με το μυστήριο της ζωής. Με τη λογική αυτή, η ζωή, ενώ μέχρι χθες ήταν για όλους τους λαούς και τους πολιτισμούς θείο δώρο, σήμερα έφθασε να εκτιμάται ως τελικό αποτέλεσμα φυσικοχημικών διεργασιών και ο άνθρωπος νομίζει ότι κατέχει απόλυτα ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη βιολογική του οντότητα. Η ατομική βούληση έφθασε να υπερισχύει κάθε νομικής, ηθικής ή θρησκευτικής επιταγής και το αγαθό της ζωής περιορίζεται στον έλεγχο των ατομικών συναισθηματικών ή συγκινησιακών μεταπτώσεων.

Λογικά, λοιπόν, η έλλειψη πίστεως ευνοεί την απελπισία κατά τις στιγμές της κορυφώσεως του πόνου, κλωνίζει την εσχατολογική προσδοκία της μετά θάνατον ζωής, μειώνει τη συναισθηματική και πνευματική αντοχή της υπάρξεως και απομακρύνει τον δυναμισμό της καρτερίας. Έτσι, ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως λύτρωση και έξοδος από το μαρτύριο του πόνου, αφού πια έχει χαθεί η έσχατη ελπίδα και η αφαίρεση της ζωής δε δείχνει να αποτελεί ούτε καν αμάρτημα με θρησκευτική ή έστω ηθική σημασία.

Στις λεπτομέρειες αυτών των αποκλίσεων πρέπει να αναζητήσουμε τις κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις της ευθανασίας. Ήδη ο υπερτονισμός του ατομικού δικαιώματος και η υπαγωγή σ’ αυτό της οικείας ζωής νομιμοποιεί καταρχήν την αυτοκτονία, λογικά όμως θα απαιτήσει σε λίγο και το δικαίωμα της φονικής αντιπαλότητας (μονομαχία, βεντέτα), με τάσεις επεκτάσεώς του σε ομαδικές συγκρούσεις και τελική κατάλυση της κοινωνικής τάξεως και του νόμου. Βέβαια οι επιπτώσεις αυτές ανάγονται συνήθως σε θεωρητικά ενδεχόμενα, που όμως δεν απέχουν από την πραγματικότητα, αφού απασχόλησαν και απασχολούν κατά καιρούς τη συλλογική συνείδηση.

Η πιο σημαντική συνέπεια του παραπάνω υπερτονισμού σε άμεση σχέση με την ευθανασία εστιάζεται κυρίως στη σχετικοποίηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής. που παύει να αποτελεί, για την κοινωνική λειτουργία, ύψιστο αγαθό. Η εκτίμηση αυτή ως υποκειμενική στάση υπαγορεύεται από απαισιοδοξία, αδράνεια και αδιαφορία, ενώ ως αντικειμενική τοποθέτηση κινείται από «ανθρωπιστική επιείκεια», αλλ’ ίσως κι από λογική, που σχετικοποιεί το ανθρώπινο πρόσωπο και βλέπει μηχανιστικά πίσω από τα θεραπευτικά αδιέξοδα ως μοναδική λύση την ευθανασία. Άλλωστε η λεγάμενη «ανθρωπιστική επιείκεια» λειτουργεί ως έκφραση παρασυμπαθητικών συναισθημάτων, είναι έξω από τα κίνητρα της αυθεντικής αγάπης με τη σημασία της φιλαδελφίας και μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.

Στην ίδια κατεύθυνση εντοπίζονται και συνυπάρχουν με τις κοινωνικές και οι ηθικές επιπτώσεις. Πίσω από τα αξεπέραστα προβλήματα της συνειδήσεως, με τις ενοχές, τις τύψεις και τη συγκινησιακή φόρτιση, είναι επίσης ενδεχόμενη η κοινωνική απόρριψη και ο κοινωνικός στιγματισμός. Σύμφωνα με τη γνωστή διαθρησκειακή -κοινωνιολογική εκτίμηση, η ατομική ηθική, παρά την αναγνώριση των δικαιωμάτων και της αυτονομίας της, αδυνατεί κι ίσως δε θα μπορέσει ποτέ να υποσκελίσει την ευρύτερη κοινωνική ηθική, που μορφοποίησαν θρησκευτικές δοξασίες σε ποικίλους τύπους πολιτισμών. Αυτή η κοινωνική ηθική, παρ’ όλες τις ενδημικές μεταπτώσεις της, στηρίζεται σταθερά στο φυσικό δίκαιο και τη θεαρχική αρχή. Ό,τι, λοιπόν, αντιβαίνει σ’ αυτή την ηθική, ουσιαστικά εμφανίζεται ως πρόκληση των καιρών κι η τύχη του έχει εκ των προτέρων προσδιοριστεί. Αργά ή γρήγορα αναμένεται εκφυλισμός.

Αντίθετα η ηθική, που εμπνέεται από την πίστη, αρνείται να αποδεχθεί τη λογικοποίηση και τη σχετικοποίηση του αγαθού της ζωής. Κάτι τέτοιο θα ήταν υποτίμηση της ανθρώπινης αξίας. Η θεολογία της Εκκλησίας και σ’ αυτό συμφωνεί μεγάλος αριθμός κοινωνικών ερευνητών ανάγει τη ζωή στην υπέρτατη αρχή, στον Δημιουργό και αποδέχεται τη βούλησή Του για την πορεία και τις μεταπτώσεις της. Η Εκκλησία η ίδια επευλογεί το έργο της ιατρικής που ασκεί παρεμβατικά προνοιακή μέριμνα για τη θεραπεία, τη στήριξη και τη βελτίωση της ζωής. Αυτό το έργο θεραπεύει τις συνέπειες που επέβαλε στην ανθρώπινη φύση η φθορά της πτώσεως. Γι’ αυτό και σέβεται την ιερότητα του ανθρωπίνου σώματος, που χαρακτηρίζει «ναό του Αγίου Πνεύματος». Αρνείται την εωσφορική οίηση για υποκατάσταση της θεαρχικής αρχής και προσπαθεί να γνωρίσει το κεντρικό νόημα του πόνου και τη βαθύτερη σχέση του με την αμαρτία και την πτώση. Στην προοπτική αυτή η ευθανασία χάνει τη σημασία και τις απαιτήσεις της. Για τη χριστιανική ηθική και βέβαια στο πλαίσιο της ορθοδόξου παραδόσεως, η ευθανασία δεν υπάρχει ούτε ως πρόβλημα ούτε ως αδιέξοδο.


Βιβλιογραφία

Απογευματινή της Κυριακής (Εφημερίδα), «Δεν μετανοιώνω», 2829/10/1995.

Baird R.M. and Rosenbaum S., Eds, Euthanasia: The Moral Issues (1989).

Cassell E.J., «Euthanasia», Grolier Multimedia Encyclopedia (1997).

Cauthen Κ., The Ethics of Assisted Death: When Life Becomes a Burden too Hard to Bear, (1999).

Chamberlain P., Final Wishes: A Cautionary Tale on Death, Dignity & Physician Assisted Suicide, (2000).

Egendorf L.K., Assisted Suicide (Current Controversies), (1998).

Foot Ph., «Euthanasie», in Um Leben und Tod. ed. Leist A., Frankfurt (1990).

Hopko T. and Harakas S., «Α Survey of the Attitudes of World Religions to the Right to Die», in Euthanasia and Religion, ed. Gerald A., Larue, FLs Angeles, (1985).

Humphrey D. and Wickett A., The Right to Die (1986).

Kogan B.S., ed., A Time to Be Born and a Time to Die (1991).

McKhann C.F., A Time to Die: The Place for Physician Assistance, (1999).

Μακεδονία (Εφημερίδα), «Ήσυχος θάνατος στην Ολλανδία», 4/6 1995.

Μαντζαρίόη Γ.I., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη (41995).

Prado C.G. and Taylor S.J., Assisted Suicide: Theory and Practice in Elective Death, (1999).

Reicherbach B., «Euthanasie und die aktiv/passiv- Unterscheidung», in Um Leben und Tod, ed. Leist A., Frankfurt (1990).

Russell O. Ruth, Freedom to Die: Moral and Legal Aspects of Euthanasia, rev. ed. (1997).

Spaemann R., «Das Rechte in Deinen Sachen», in Leben aus christlicher Verantwortung. Ein Grundkurs der Moral, ed. Grundel Joh., Dusseldorf (1991).

Thomasma D.C. and Graben G.C., Euthanasia: Toward an Ethical Social Policy (1990).

Tolmein O., Wann ist der Mensch ein Mensch? Ethik auf Abwegen, Wien (1993).

Torr J.D., Euthanasia: Opposing Viewpoints (Opposing Viewpoints Series), (2000).

Urofsky M.I., Lethal Judgments: Assisted Suicide and American Law (Landmark Law Cases and American Society), (2000).

Wallace S.E. and Eser A., Suicide and Euthanasia (1981).