Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Φυσικοῦ Δικαίου στή βυζαντινή νομοθεσία

Φειδά Ιω. Βλασίου, Ομότ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Τό πολιτικό ὅραμα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέ τίς περίφημες μάλιστα «Ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων» (313) γιά τήν παραχώρηση μιᾶς δίκαιης καί ἀναγκαίας «θρησκευτικῆς ἐλευθερίας» στούς χριστιανούς, ἐπιστέφθηκε ἀφ᾿ἑνός μέν μέ τίς γενναῖες καί ριζοσπαστικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις γιά τήν ἀναδιοργάνωση ὅλων σχεδόν τῶν θεσμικῶν ὀργάνων τῆς ἀποδιοργανωμένης καί παραπαίουσας ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀφ᾿ἑτέρου δέ μέ τήν ἐντυπωσιακή ἀπόφασή του τόσο γιά τή ριζική ἀνανέωσή της (renovatio Imperii), ὅσο καί γιά τήν ἵδρυση μιᾶς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας μέ πρωτεύουσα τήν Κωνσταντινούπολη, ἤτοι τή Νέα Ρώμη.

Ἡ οἰκουμενική λοιπόν προοπτική τῆς ἀνανεωμένης χριστιανικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Βυζαντίου ἐπεκτάθηκε, μέ τή διάδοση μάλιστα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, σέ ὅλα τά ἔθνη καί «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, βυζαντινή αὐτοκρατορία ὑπῆρξε μόνη ἱστορική μορφή οἰκουμενικῆς αὐτοκρατορίας μέχρι σήμερον, ὁποία δέν εἶχε ἐξωτερικά ἐδαφικά σύνορα, ἤτοι ὅπως ἦταν καί «Κοσμόπολις» τῆς στωϊκῆς φιλοσοφίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 143-161).

Συνεπῶς, ἡ ἀπόφαση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νά συγκαλέση τήν Α΄ Οἰκουμενική σύνοδο (325) γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ὀξυτάτων ἀντιθέσεων τῶν ἐπισκόπων τῶν ρωμαϊκῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀπό τήν  αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ ἐξέφραζε καί τό προσωπικό του ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐνίσχυση τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητας τῶν χριστιανῶν. Βεβαίως, Μ. Κωνσταντίνος, καίτοι δέν ἀναγνώρισε τυπικῶς τή χριστιανική Ἐκκλησία ὡς τήν ἐπίσημη θρησκεία τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἐν τούτοις τήν ἀνέδειξε, ὅπως εἴδαμε, ὡς μία εὐνοουμένη θρησκεία. Ὑπό τό πνεύμα αὐτό, Μ. Θεοδόσιος (378-395) ἀφ᾿ἑνός μέν ἀνακήρυξε μέ τό σχετικό Διάταγμά του (380) τήν χριστιανική Ἐκκλησία ὡς ἐπίσημη θρησκεία τῆς αὐτοκρατορίας, ἀφ᾿ἑτέρου δέ ἀξίωσε τήν ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς της ἑνότητας μέ ἀπόλυτο μάλιστα κριτήριο τό Σύμβολον πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (325), ἐνῶ θά ἐξόριζε ὅσους ἀρειανόφρονες θά ἐπέμεναν στήν ἀπόρριψή του (μονορθοδοξία).

Βεβαίως, τό Διάταγμα τοῦ Μ. Θεοδοσίου ἐφαρμόσθηκε ἀμέσως στή Β΄ Οἰκουμενική σύνοδο (381), ἡ ὁποία ἀποκατέστησε πλήρως τόσο τήν ἑνότητα, ὅσο καί τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Ἐν τούτοις, οἱ προκύψασες κατά τόν Εαἰώνα θεολογικές ἔριδες γιά τό πολύπλοκο χριστολογικό ζήτημα, ἤτοι μέ τήν ἐσφαλμένη σύγκληση ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (408-450) τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου(431), ὅσο καί μέ τήν ἄκριτη ὑποστήριξη τῆς ληστρικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου (449), εἶχαν ἀπρόβλεπτες καί τραγικές συνέπειες γιά τήν ἑνότητα τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Πράγματι, οἱ θεολογικές αὐτές ἔριδες προκάλεσαν ἐπικίνδυνες σχισματικές τάσεις μεταξύ τῶν ἀντιφρονούντων τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τή σύγκληση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (451), οἱ ὁποῖες ἀπειλοῦσαν ὄχι μόνο γιά τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλά καί γιά τήν ἴδια τήν ἐδαφική ἀκεραιότητα τῆς αὐτοκρατορίας (Β. Ι. Φειδᾶ, θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, ΙΙ., 10-71, 208-255).

Ὁ μεγαλόπνοος λοιπόν αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός Α΄(527-565), ὅπως εἴδαμε, εἶχε ἤδη πλήρη συνείδηση τῶν σοβαρῶν ἀσαφειῶν, ἀδυναμιῶν ἤ ἐλλείψεων ὄχι μόνο τοῦ ἀτελοῦς «Θεοδοσιανοῦ Κώδικα» (Codex Theodosianus, 438) τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450), ἀλλά καί τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τόσο γιά τήν ἀνακάθαρση τῶν ἰδιωτικῶν καί τῶν ἐπισήμων κωδιοκοποιήσεων τοῦ κλασικοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου (Jus vetus), ὅσο καί γιά τήν ἀνασύνθεση τῶν στοιχείων του, κατ᾿ ἀναφοράν μάλιστα καί πρός τήν νέα χριστιανική πραγματικότητα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ὑπό τήν προοπτική αὐτή, συγκροτήθηκε μία δεκαμελής Ἐπιτροπή ἀπό ἐξέχοντες νομοδιδασκάλους τῶν περιφήμων Νομικῶν σχολῶν τῆς Κων-πόλεως καί τῆς Βηρυττοῦ, ἡ ὁποία περάτωσε μέ μεγάλη ἐπιτυχία τό πράγματι σπουδαῖο ἔργο της (529).

Τό σημαντικό αὐτό ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπῆρξε, ὅπως εἴδαμε, ἡ κύρια βάση γιά τή σύνταξη ἀφ᾿ἑνός μέν τοῦ Ἰουστινιανείου Κώδικα (Codex Justinianus, 529), στόν ὁποῖο καταχωρίσθηκαν καί 403 νέες διατάξεις τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἀφ᾿ἑτέρου δέ τοῦ Πανδέκτη (Digesta), ὁ ὁποῖος, παρά τίς ἀναπόφευκτες ἐλλείψεις καί τίς παραλείψεις, προσέφερε σέ πενῆντα βιβλία μία συστηματική ἔκθεση τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ κλασικοῦ Ἑλληνορρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἔτσι, τά δύο αὐτά ἔργα χρησιμοποιήθηκαν καί γιά τή σύνταξη τοῦ συντόμου ἔργου «Εἰσηγήσεις» (Institutiones, 533), στά τέσσαρα βιβλία τοῦ ὁποίου προβλήθηκαν, μέ περιληπτικό ὅμως τρόπο, οἱ κυριότερες διατάξεις γιά τή χρήση του ἀπό τούς σπουδαστές τοῦ Δικαίου. Τό κωδικοποιητικό αὐτό ἔργο (corpus juris civilis) συμπληρώθηκε μέ τίς περίφημες «Νεαρές» (Novellae), οἱ ὁποῖες συνέδεσαν τό ὅλο νομοθετικό ἔργο τόσο μέ τή θεολογική, ὅσο καί μέ τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 218-243).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὅπως εἴδαμε, ὁ Ἰουστινιανός στήν περίφημη ΣΤ΄ Νεαρά του (Novella VI,535) διακήρυσσε ρητῶς τήν ὑπεροχή ὄχι μόνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας (Ἱερωσύνης) ἔναντι τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας (Βασιλείας), ἀλλά καί τοῦ αὐτοδυνάμου ἤ καί αὐτοτελοῦς κύρους τῶν ἱ. κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας. Στό Προοίμιον λοιπόν τῆς περίφημης ΣΤ’ Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ τονιζόταν ἐπισήμως, μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση, ἡ ἀλληλέγγυα συνεργία τῶν «δύο ἐξουσιῶν» ὡς κοινῶν δώρων Θεοῦ, ἤτοι τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης:

«Μέγιστα ἐν ἀνθρώποις ἐστὶ δῶρα Θεοῦ παρὰ τῆς ἄνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας Ἱερωσύνη τε καὶ Βασιλεία, ἡ μέν τοῖς θείοις ὑπηρετουμένη, ἡ δὲ τῶν ἀνθρωπίνων ἐξάρχουσά τε καὶ ἐπιμελομένη, καὶ ἐκ μιᾶς τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ἐκατέρα προϊοῦσα καὶ τὸν ἀνθρώπινον κατακοσμοῦσα βίον… Εἰ γὰρ ἡ μὲν ἄμεμπτος εἴη πανταχόθεν καὶ τῆς πρὸς Θεὸν μετέχοι παρρησίας, ἡ δὲ ὀρθῶς τε καὶ προσηκόντως κατακοσμοίη τὴν παραδοθεῖσαν αὐτῇ πολιτείαν, ἔσται συμφωνία τις ἀγαθή, πᾶν εἴ τι χρηστὸν τῷ ἀνθρωπίνῳ χαριζομένη γένει… Τοῦτο δὲ ἔσεσθαι πιστεύομεν, εἴπερ ἡ τῶν ἱερῶν κανόνων παρατήρησις φυλάττοιτο, ἥν οἵ τε δικαίως ὑμνούμενοι καὶ προσκυνητοὶ καὶ αὐτόπται καὶ ὑπηρέται τοῦ θείου λόγου παραδεδώκασιν ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες ἐφύλαξάν τε καὶ ὑφηγήσαντο».

Ἐν τούτοις, ὑποστηρίζεται γενικῶς καί ἀκρίτως, ἀπό ἐξέχοντες μάλιστα νομικούς, ἱστορικούς καί κανονολόγους, ὅτι ὁ Ἰουστινιανός ἦταν δῆθεν ὁ χαρακτηριστικότερος ἐκφραστής τοῦ «καισαροπαπισμοῦ» στή λειτουργία τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἤτοι ἐπειδή νομοθετοῦσε καί γιά τήν Ἐκκλησία τόσο στόν Ἰουστιάνειο κώδικα, ὅσο καί σέ πολλές Νεαρέςτου (Novellae). Ὡστόσο, τό συμπέρασμα αὐτό εἶναι προφανῶς ἐσφαλμένο, ἀφοῦ ἡ περί τά ἐκκλησιαστικά νομοθεσία τοῦ Ἰουστινιανοῦ δέν εἰσῆγε δίκαιο στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, μέ τίς Νεαρές του, προσλάμβανε στήν πολιτική νομοθεσία του (corpus juris civilis) καί τίς βασικές ἀρχές τῆς κανονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε, ἡ ἐπιλεκτική αὐτή συζυγία τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας καί τῆς κανονικῆς παραδόσεως ἦταν ἀπολύτως ἀναγκαία ὄχι μόνο γιά τίς θεσμικές λειτουργίες τῆς αὐτοκρατορίας, ὅσο καί γιά τή διευκόλυνση τῆς ἀποστολῆς τῶν δικαστῶν τῆς αὐτοκρατορίας στήν ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης σέ ἕνα ἀμιγῶς πλέον χριστιανικό σῶμα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Πενταρχία., ΙΙ, 161-207).

Συνεπῶς, ἀπό τήν ἀμοιβαία αὐτή ἀλληλέγγυα σύγκλιση προέκυψαν, ὅπως εἴδαμε, οἱ βυζαντινοί «Νομοκάνονες» γιά τήν ἐναρμόνιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας τῶν ἱ. κανόνων μέ τό ἀντίστοιχο σχετικό θεματολόγιο τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας. Σημαντικότερες λοιπόν ἀπό τίς κωδικοποιητικές αὐτές πρωτοβουλίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: α)Νομοκάνων εἰς 50 τίτλους  τοῦ πατριάρχη Κων-πόλεως Ἰωάννου τοῦ Σχολαστικοῦ (563-577), ὁ ὁποῖος μάλιστα γνώρισε πολλές μεταγενέστερες τροποποιήσεις καί προσθῆκες ἀπό ἔγκριτους νομικούς, καί β)Νομοκάνων εἰς 14 τίτλους, ὁ ὁποῖος συντάχθηκε κατά τόν Ζ΄ αἰώνα, ἀλλά τροποποιήθηκε καί συμπληρώθηκε μέ πολλές καί σημαντικές προσθῆκες ἀπό τόν Οἰκουμενικό πατριάρχη Φώτιο (858-867, 877-886).

Στό πλαίσιο αὐτό ἐντάχθηκαν καί οἱ μεταγενέστεροι Νομοκάνονες, ἤτοι: γ)Νομοκάνων τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη ἤ τό Σύνταγμα κατά στοιχεῖον (1335), ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τήν ἀλφαβητική κατανομή τῶν θεμάτων τῆς κανονικῆς ὕλης, μέ τήν ἀξιοποίηση μάλιστα καί τῶν σπουδαίων προγενεστέρων κωδικοποιητικῶν ἔργων νομοκανονικῶν συλλογῶν τοῦ ΙΒ΄ αἰώνα (Ἰω. Ζωναρᾶ, Θεοδώρου Βαλσαμώνα, Ἀλεξίου Ἀριστηνοῦ κ.ἄ.), δ)Νομοκάνων τοῦ Μανουήλ Μαλαξοῦ (ΙΣΤ΄ αἰ.), ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ κυριότερη πηγή δικαίου κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου, ε) τό Πηδάλιον τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, τό ὁποῖο εἰσήγαγε στόν σχολιασμό τῶν ἱ. κανόνων τή σχετική θεολογία τῆς Πατερικῆς παραδόσεως κ.ἄ.

Ὑπό τό πνεῦμα λοιπόν τῆς καθιερωμένης ἀλληλέγγυας αὐτῆς συζυγίας στό «Προοίμιον» τῆς ΣΤ’ Νεαρᾶς (Novella, 535) τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὅπως εἴδαμε, ὁ συντάκτης τῶν τριῶν πρώτων «Τίτλων» τῆς «Ἐπαναγωγῆς» τοῦ Θ’ αἰώνα ἤ «Εἰσαγωγῆς τοῦ Νόμου» ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης ἱ. Φώτιος τόνιζε: α) στόν Τίτλο Ι «Περί Νόμου καί Δικαιοσύνης» (κεφ. 1 καί 6), μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση, ἀφ᾿ἑνός μέν ὅτι «Νόμος ἐστί κοινόν παράγγελμα, φρονίμων ἀνδρῶν δόγμα, ἑκουσίων καί ἀκουσίων ἁμαρτημάτων ἐπιστροφή, πόλεως συνθήκη κοινή, ἐστί δέ καί θεῖον εὕρημα», ἀφ᾿ἑτέρου δέ ὅτι «Σοφία δικαιοσύνης τό εἰδέναι τά θεῖα καί ἀνθρώπινα πράγματα, καί τό δίκαιον καί τό ἄδικον»

β) στόν Τίτλο ΙΙ, «Περί Βασιλέως» (κεφ. 1, 4, 10 καί 12), τόνιζε ἀφ᾿ἑνός μέν ὅτι ὁ «Βασιλεύς ἐστίν ἔννομος ἐπιστασία, κοινόν ἀγαθόν πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις, μήτε κατ᾿ ἀντιπάθειαν τιμωρῶν, μήτε κατά προσπάθειαν ἀγαθοποιῶν, ἀλλ᾿ ἀνάλογος τις ἀγωνοθέτης τά βραβεῖα παρεχόμενος», ἀφ᾿ἑτέρου δέ ὅτι ὀφείλει νά ἀποδέχεται καί νά ὑπερασπίζεται τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων. Συνεπῶς, «ὑπόκειται ἐκδικεῖν καί διατηρεῖν ὁ Βασιλεύς πρῶτον μέν πάντα τά ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ γεγραμμένα, ἔπειτα δέ καί τά παρά τῶν ἑπτά ἁγίων Συνόδων δογματισθέντα, ἔτι δέ καί τούς ἐγκεκριμένους ρωμαϊκούς νόμους», ὡς ἐπίσης καί ὅτι «περί ὧν ἔγγραφος οὐ κεῖται νόμος, παράφυλάττειν δεῖ τό ἔθος καί τήν συνήθειαν…»∙

γ) στόν Τίτλο ΙΙΙ, «Περί Πατριάρχου» (κεφ. 5, 6, 7 καί 8), τόνιζε, ὅτι «τά παρά τῶν παλαιῶν κανονισθέντα καί παρά τῶν ἁγίων Πατέρων ὁρισθέντα καί παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἐκτεθέντα τόν Πατριάρχην μόνον δεῖ ἑρμηνεύειν», ἀφοῦ «τά παρά τῶν ἀρχαίων Πατέρων ἐν Συνόδοις ἤ ἐν ἐπαρχίαις ἰδικῶς ἤ καθολικῶς πραχθέντα καί οἰκονομηθέντα τόν Πατριάρχην δεῖ διαιτᾶν καί διακρίνειν», γι᾿ αὐτό «οἱ προγενέστεροι κανόνες καὶ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἕλκονται…». Ἄλλωστε, ὅτι «τῆς Πολιτείας ἐκ μερῶν καὶ μορίων ἀναλόγως τῷ ἀνθρώπῳ συνισταμένης, τὰ μέγιστα καὶ ἀναγκαιότατα μέρη Βασιλεύς ἐστι καὶ Πατριάρχης, διὸ καὶ ἡ κατὰ ψυχὴν καὶ σῶμα τῶν ὑπηκόων εἰρήνη καὶ εὐδαιμονία Βασιλείας ἐστὶ καὶ Ἀρχιερωσύνης ἐν πᾶσιν ὁμοφροσύνη καὶ συμφωνία» (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 218-243. Τοῦ αὐτοῦ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, ΙΙΙ, 92-118)).

Οἱ ἀρχές λοιπόν αὐτές τοῦ «Φυσικοῦ Δικαίου» ὑποστήριζαν πλήρως ὅλα τά καθιερωμένα στόν «φυσικό νόμο» θεμελιώδη φυσικά καί κοινωνικά δικαιώματα γιά τήν προστασία τόσο τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καί τοῦ φυσικοῦ κόσμου, τά ὁποῖα μάλιστα χαρακτήριζαν ρητῶς καί κατηγορηματικῶς ὡς ἀπολύτως ἀπαραβίαστα, ὅπως λ.χ. ὅτι «οὐδενί νόμῳ βεβαιοῦται τά τῇ φύσει τῶν πραγμάτων κεκωλυμένα» (Digesta, 50. Basilika, 2, 3), ἤ ὅπως προβλήθηκε λ. χ. τό θεμελιῶδες δικαίωμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων στήν ἐλευθερία, «πάντας γάρ ἐξ ἀρχῆς ἡ φύσις ἐλευθέρους προήγαγεν» (Digesta, 1, 1, 4. Basilika, 2, 14).Συνεπῶς, οἱ ἀρχές αὐτές ἴσχυαν γιά ὅλους τούς πολίτες τῆς αὐτοκρατορίας, ἀνεξαρτήτως τῶν ὁποιωνδήποτε ἐθνικῶν, θρησκευτικῶν ἤ κοινωνικῶν διακρίσεων, ἐκτός ἀπό ὁρισμένες ἰδιαίτερες περιπτώσεις, ὅπως λ.χ. ἡ διαφωνία τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας ἀπό τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά τό νομικό καθεστώς τῶν δούλων, ἀφοῦ «πρός μέν τόν πολιτικόν νόμον (=Θετικό Δίκαιο) οὐδέν εἰσίν οἱ δοῦλοι, πρός δέ τόν φυσικόν(=νόμον) πάντες οἱ ἄνθρωποι ἴσοι εἰσίν» (Digesta E, 17, 32. Basilika, 3, 32).