Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης,
τόμ. Ζ΄, Ἀθήναι 2010, σελ. 9-16
Στον Ορθόδοξο κόσμο, αλλά και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, σπάνιες είναι οι εκκλησιαστικές εκείνες προσωπικότητες, οι οποίες πρωταγωνίστησαν, πολυμερώς και πολυτρόπως, με τόση συνέπεια και υπευθυνότητα επί έξι περίπου δεκαετίες και χωρίς καμμία διακοπή, όπως ο τιμώμενος με τον μετά χείρας τόμο μακαριστός Μητροπολίτης Γέρων Eφέσου κυρός Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης.
Περί της πολυσχιδούς προσφοράς του αειμνήστου διδασκάλου στον Σεπτό Οικουμενικό Θρόνο, στην Τροφό Σχολή της Χάλκης, στην Ορθόδοξο Εκκλησία γενικά, αλλά και σε σύμπασα την Χριστιανική Οικου με νη, μιλούν εύγλωττα οι επί Συνόδου μνημειώδεις αγορεύσεις του, οι πάμπολλες μελέτες και τα δοκίμιά του σε συλλογικούς το μους και σε η με τερα και ξένα περιοδικά, οι εισηγήσεις και παρεμβάσεις του σε Διορθόδοξα Συνέδρια και σε διάφορα διεθνή θεολογικά «Φόρα». Κυρίως όμως μιλούν για το τιτάνιο έργο του οι πέντε ογκώδεις τόμοι, που υπό τον γενικό τίτλο «Ορθόδοξοι Κατόψεις», καταχωρούν ένα εντυπωσιακό αριθμό μελετών και μονογραφιών του επί θεμάτων θεολογικής, εκκλησιολογικής, κανονικής και ιστορικής φύσεως. Όπως ομιλεί και ο κομψός τόμος Τάδε λέγει Πατριαρχικός Άμβων, ο οποίος περιλαμβάνει λόγους και κηρύγματα, που ο μεταστάς, Συνοδική αποφάσει, είχεν εκφωνήσει κατά διαστήματα στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι, επ’ ευκαιρία διαφόρων εορτών και άλλων επισήμων εκδηλήσεων.
Η πλούσια και ανεκτίμητη συμβολή του αοιδίμου Ιεράρχου μπορεί κάλλιστα να γίνει αντικείμενο ερεύνης για διδακτορική διατριβή. Το παρόν όμως εισαγωγικό σημείωμα θα αρκεσθεί μόνο στην σκιαγράφηση, με μερικές αδρές πινελιές, δύο χαρακτηριστικών όψεων του ανδρός. Εκείνης του «διδασκάλου» και εκείνης του «Φαναριώτου» Ιεράρχου, που ηνάλωσεν εαυτόν στην διακονία του Οικουμενικού Θρόνου, της Πανορθοδοξίας και της Χριστιανοσύνης γενικά.
Ο μεταστάς, υιός του Σωκράτους Κωνσταντινίδη και της Μαριάνθης, το γένος Χατζοπούλου, γεννήθηκε την 28η Μαρτίου 1921 στην Χρυσούπολη-Σκούταρι της επαρχίας Χαλκηδόνος. Εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου τον Νοέμβριο του 1940 ων τελειόφοιτος στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, χειροτονηθείς σε διάκονο την ημέρα της Εορτής των Εισοδίων της Παναγίας, από τον Σχολάρχη γέροντά του, τον μακαριστό Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Χρυσόστομο, τον Κορωναίο. Μετά την αποφοίτησή του, ανέλαβε διακόνημα στον περιώνυμο Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης της ανθούσης τότε Κοινότητος Σταυροδρομίου. Όταν δε ο Πατριάρχης Μάξιμος ο Ε’, ευθύς μετά την ανάρρησή του στον Οικουμενικό Θρόνο, το 1946, ίδρυσε Γραφείο Τύπου των Πατριαρχείων, ανέθεσε την διεύθυνσή του στον νεαρό, εικοσιπεντάχρονο, διάκονο Χρυσόστομο, με την ευθύνη συνάμα και της συντάξεως του Πατριαρχικού Περιοδικού «Ορθοδοξία».
Η πολυδιάστατη εκκλησιαστική και ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του μεταστάντος, αρχίζει ουσιαστικά το 1951, όταν, έπειτα από τετραετείς λαμπρές μεταπτυχιακές σπουδές στην Ρώμη και το Στρασβούργο, επανακάμπτει στην Πόλη, και με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου αναλαμβάνει, σε ηλικία μόλις 30 ετών, καθηγητικά καθήκοντα στην Ιερά Θεολογική Σχολή, συγκεκριμένα δε στις έδρες της Δογματικής, της Ιστορίας των Δογμάτων και της Χριστιανικής Αρχαιολογίας.
Ήταν η εποχή που σηματοδοτούσε μιά νέα ελπιδοφόρο περίοδο στη ζωή της Χάλκης, με την επιστροφή στις ρίζες νέων και φερέλπιδων καθηγητών έπειτα από πολυετή μετεκπαίδευση στην Εσπερία. Μαζί, λοιπόν, με τον Διάκονο Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη, επανέκαμπταν στην Τροφό Σχολή, ο Διάκονος Μάξιμος Ρεπανέλλης (ο μετέπειτα Σχολάρχης και Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως), οι Βασίλειος Αναγνωστόπουλος (ήδη το 1950), Βασίλειος Σταυρίδης και Κωνσταντίνος Καλλίνικος. Και έρχονταν για να επανδρώσουν την Σχολή μας και να ανακουφίσουν τους τρεις ηρωικούς «δασκάλους», τον μέγα Οικονόμο Γεώργιο Αναστασιάδη, τον Άρχοντα Διδάσκαλο του Γένους Ιωάννη Παναγιωτίδη και τον μέγα Πρωτονοτάριο του Θρόνου Εμμανουήλ Φωτιάδη, οι οποίοι σε δύσκολους καιρούς, μαζί με τον αποχωρήσαντα στο μεταξύ Σχολάρχη Νεοκαισαρείας Χρυσόστομο, είχαν, λόγω λειψανδρείας, επωμισθεί για πολλά χρόνια, το βαρύ διδακτικό έργο, τόσο στο Θεολογικό, όσο και στο γυμνασιακό τμήμα της Σχολής.
Πληθύς όλη κληρικών και λαϊκών στελεχών της Ἐκκλησίας στα πέρατα της οικουμένης, υπήρξαν όντως προνομιούχοι μαθηταί του καθηγητού-Διακόνου Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδη. Διακόνου και στο θυσιαστήριο και στην έδρα. Εκείνο δε που κράτησαν από την διδασκαλία του δεν ήταν τόσο οι θεολογικές γνώσεις που τους παρείχε με άνεση και σπάνια μεταδοτικότητα, όσο η ερευνητική του μέθοδος και ο τρόπος με τον οποίο ασκούσε το καθηγητικό του λειτούργημα.
Ήταν πάντοτε μελετημένος, γλαφυρός στην διδασκαλία του, απαιτητικός στις εξετάσεις, ευγενής και προσηνής στις εκτός αιθούσης διδασκαλίας σχέσεις του με τους φοιτητές (τους «ιεροσπουδαστές» όπως χαρακτηρίζονταν οι Χαλκίτες!), πολύτιμος σύμβουλος και καθοδηγητής στην εκπόνηση εναισίμων επί διπλώματι διατριβών, φιλάνθρωπος με την ευρύτερη σημασία της λέξεως, υπομονητικός και επιεικής με όσους είχαν προβλήματα αφομοιώσεως των διδαγμάτων του, αλλά και άτεγκτος και ανυποχώρητος με μερικούς ιερωμένους φοιτητές, οι οποίοι, στερούμενοι των απαιτουμένων διανοητικών εφοδίων ή και εφέσεως για θεολογικές σπουδές, δεν μελετούσαν, νομίζοντες ίσως ότι «ελέω ράσου» ή «ελέω γέροντος», θα μπορούσαν να έχουν κάποια ειδική μεταχείριση, και να προβιβασθούν αβρόχοις ποσί!
Αρχή και πεποίθηση του σοφού αυτού καθηγητού μας ήταν ότι η θεολογία πρέπει να ασκεί το έργο της «εντός της Εκκλησίας», «δια την Εκκλησίαν», και «εν τη υπηρεσία της Εκκλησίας». Με άλλα λόγια, να συμπορεύεται με την Εκκλησία σ’ όλες τις φάσεις και τις περιπλανήσεις της επί της γης. « Να μορφούται, να εξελίσσεται και να προωθείται εν τη Εκκλησία και συν τη Εκκλησία». Όχι όμως αγνοώντας τις πραγματικότητες του κόσμου τούτου. Η θεολογία, έλεγε, «δεν είναι εξώκοσμος, ούτε απόκοσμος. Δεν είναι ξένη προς τας περιπετείας του κόσμου τούτου. Συνάπτεται άμεσα με την ιστορίαν. Θεολογεί επί της ιστορίας… και ασκείται εν ονόματι του σωτηριώδους έργου του Κυρίου, το οποίον, άπαξ συντελεσθέν, ενεργείται ανά πάσαν στιγμήν επί των ψυχών των ανθρώπων» (1).
Όπως είναι γνωστό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ανέκαθεν ήτο το «θεολογικό εργαστήριο», το «think tank», του Φαναρίου. Δια τούτο οσάκις το Οικουμενικό Πατριαρχείο ησχολείτο με μείζονα εκκλησιαστικά θέματα, Πατριάρχης και Σύνοδος πάντοτε καλούσαν τον καθηγητικό σύλλογο της Σχολής να εκφέρει γνώμη δίνοντας το θεολογικό στίγμα, ή ακόμη και να συντάσσει κείμενα του Θρόνου αφορώντα στις Διορθόδοξες ή τις Διαχριστιανικές σχέσεις. Αυτό συνέβαινε ήδη από τα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνος, επί σχολαρχίας και καθηγεσίας των κολοσσών εκείνων που άκουαν στο όνομα Φιλάρετος Βαφείδης, Γερμανός Στρηνόπουλος, Γερμανός Καραβαγγέλης, Χρήστος Ανδρούτσος, Βασίλειος Στεφανίδης, Βασίλειος Αντωνιάδης, Παντολέων Κομνηνός.
Έτσι, όταν περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχε πάρει πλέον την απόφαση να συγκαλέσει στην Ρόδο την Πρώτη Πανορθόδοξο Διάσκεψη, προκειμένου να δώσει συνέχεια στο ημιτελές Προσυνοδικό έργο της Διορθόδοξου Επιτροπής της Ι. Μονής Βατοπεδίου (1930) και προλειάνει τοιουτοτρόπως το έδαφος για την συγκρότηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξου Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος επεστράτευσε, κατά το επικρατήσαν έθος, τους καθηγητάς της Χάλκης, με την εντολή να συνδράμουν στο έργο της αρμόδιας Συνοδικής Επιτροπής, που ήταν επιφορτισμένη με την εκπόνηση του πινακίου θεμάτων της εν λόγω Συνόδου.
Είναι γνωστό στους ειδότας ότι η συμβολή του αειμνήστου στον καταρτισμό της θεματολογίας της Συνόδου υπήρξε σημαντική, αν όχι αποφασιστική. Πολλά επίκαιρα θεολογικά και κοινωνικά θέματα, τα οποία βρίσκονταν στο θεματολόγιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ήταν ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει στο παρελθόν, και περί των οποίων είχε κατά καιρούς αρθρογραφήσει στα δύο δημοσιογραφικά όργανα του Πατριαρχείου, το περιοδικό Ορθοδοξία και την εφημερίδα Απόστολος Ανδρέας.
Σημαντικός όμως και άκρως αποτελεσματικός υπήρξεν ο ρόλος του εν τω μεταξύ (το 1961) σε Μητροπολίτη Μύρων προαχθέντος καθηγητού, και κατά την διάρκεια των εργασιών της Πανορθοδόξου αυτής Διασκέψεως. Όταν με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέως αυτής, συμπαραστάθηκε με συνέπεια, υπευθυνότητα και υιική στοργή, τον πολιό Πρόεδρό της, τον Μητροπολίτη Φίλιππων, Νεαπόλεως και Θάσου Χρυσόστομο, (τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών). Ο Μύρων Χρυσόστομος, μαζί με δύο άλλους κορυφαίους Ιεράρχες του Θρόνου, που και αυτοί ήταν μέλη της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας, τους Μητροπολίτες Σάρδεων Μάξιμο και Ίμβρου και Τενέδου, μετέπειτα δε Γέροντα Χαλκηδόνος Μελιτωνα, βοήθησε πολυμερώς και πολυτρόπως τον πρεσβύτη Πρόεδρο να φέρει εις αίσιον πέρας την πρώτη αυτή, έπειτα από πολλές δεκαετίες, Διάσκεψη των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και να εμπεδώσει τοιουτοτρόπως την Πανορθόδοξη ενότητα και τούτο παρά τα εμφανή εμπόδια!
Ακριβῶς, ένα προσφιλές θέμα που έθιγε συχνά στις παραδόσεις του στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αργότερα σε εκείνη της Θεσσαλονίκης, και πιο πρόσφατα στο Ινστιτούτο Ορθοδόξων Μεταπτυχιακών Σπουδών της Γενεύης, ήταν εκείνο της ενότητος της Ορθοδοξίας, της ενότητος εν τη πίστει, εν τη παραδόσει, εν τη λατρεία, εν τη συνειδήσει της ενότητος εν ταις ποικιλίαις (2).
Αναπτύσσοντας όμως το καίριο θέμα της Ορθόδοξου ενότητος, ο αοίδιμος δεν έπαυε να τονίζει την πάγια θέση του Φαναρίου, ότι φορεύς και εγγυητής της ενότητος αυτής ήταν και είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. «Η θέσις της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως», έλεγε, «είναι θέσις πρωτοπόρου ηγέτιδος Εκκλησίας μεταξύ αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Θέσις από την οποίαν απορρέει η ευθύνη όσον και η τιμή της διατηρήσεως της απ’ αιώνων κρατούσης τάξεως, της διατηρήσεως του ιδεώδους εκείνου status quo, κατά το οποίον αναγνωρίζεται και τηρείται και καθίσταται καθ’ ημέραν σεβαστόν το δικαίωμα της πρωτοπορείας και πρωτοβουλίας της πρώτης των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ήτοι της Κωνσταντινουπόλεως, η δε συνεργασία των επί μέρους Εκκλησιών, και η σύμπνοια αυτών, και η προσαρμογή αυτών εις την χαρασσομένην και αναλαμβανόμενην κοινήν γραμμήν και τακτικήν, εναρμονίζονται εις σύστημα κοινής ενεργείας, το οποίον αποπνέει την ενυπάρχουσαν εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία βαθυτέραν ενότητα»(3).
Όσοι έτυχε να γνωρίσουν εκ του σύνεγγυς τον Γέροντα Εφέσου και να συγχρωτισθούν με αυτόν, είχαν διαπιστώσει ότι επρόκειτο για μια ευγενή τους τρόπους φυσιογνωμία, για έναν Ιεράρχη που εκινείτο με άνεση και σιγουριά οπουδήποτε και αν βρισκόταν. Μπροστά στο Θυσιαστήριο, πάνω στον Άμβωνα, μέσα στην Ιερά Σύνοδο, σε μία Διορθόδοξη Διάσκεψη, σε μία Διαχριστιανική Σύσκεψη, σ’ ένα Υπουργικό Γραφείο της Άγκυρας ή της Αθήνας, σ’ ένα θεολογικό συμπόσιο, ή ακόμη μέσα σ’ ένα φιλικό σπίτι. Ήταν επιδέξιος συνομιλητής και άριστος διαπραγματευτής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία συχνά του ανέθετε διάφορες λεπτές αποστολές, οσάκις μάλιστα επρόκειτο να συζητηθούν με αρμοδίους παράγοντας καίρια θέματα, αναφερόμενα στη ζωή και μαρτυρία της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ή οσάκις ανεφύοντο προβλήματα στις σχέσεις του Θρόνου με αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Κυρίως δε όταν διαφαίνονταν τάσεις αμφισβητήσεως των προνομίων εκείνων του Οικουμενικού Θρόνου που απέρρεαν εκ της θέσεώς του ως Πρωτοθρόνου Εκκλησίας μέσα στο Ορθόδοξο Συνοδικό Σύστημα.
Δεν μπορούσε να είναι σαφέστερος ο Εφέσου Χρυσόστομος επί του προκειμένου, όταν ομιλώντας περί του «Πρωτείου» του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τόνιζε με έμφαση ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διεκδικεί δι’ εαυτό οποιοδήποτε εκκλησιαστικό πρωτείο, «υπό ένα πνεύμα απολυτότητος και αποκλειστικότητος εις βάρος οιασδήποτε εκ των λοιπών κατά τόπους αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών… (απλώς διότι) η άσκησις των πρεσβειών της τιμής υπό της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως δεν σημαίνει οποιανδηποτε υπερβολήν ήτις θα κατέληγεν εις την υποκατάστασιν ή την εξουδετέρωσιν, ή ακόμη την απώθησιν και απομόνωσιν οιασδηποτε εκ των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών». Και τούτο διότι, κάθε τοπική Εκκλησία του ορθοδόξου συστήματος έχει την θέση της μέσα σ’ αυτό το σύστημα, όπως και σε κάθε Εκκλησία «ανήκει μιά σειρά συνυπευθυνοτήτων και συνδραστηριοτήτων», οι οποίες αποβλέπουν στην σωστή λειτουργία της αρχής της «κοινωνίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών», μέσα στα πλαίσια της κανονικής τάξεως (4) .
Αναφερομενος ειδικώτερα στις κατά καιρούς υπολανθάνουσες ή έκδηλες τάσεις ανατροπής της κανονικής τάξεως στον Ορθόδοξο χώρο, ο Εφέσου Χρυσόστομος τόνιζε με έμφαση ότι η καθεστηκυΐα τάξις πραγμάτων δεν ανέχεται φυλετικούς και εθνικούς ακροβολισμούς, ούτε δε και θεωρίες και επιδιώξεις, που δεν στηρίζονται στο κριτήριο της ιστορίας και του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Εξειδικεύοντας δε τον λόγο παρατηρούσε ότι «τάσεις και προσπάθειαι επεκτατισμού επί άλλων αδελφών Εκκλησιών, προτεκτοράτα εκκλησιαστικά, δημιουργία εκκλησιαστικών συνασπισμών και παρατάξεων,… (ως και ) θεωρίαι περί αριθμητικής ή ποσοτικής ή πληθυσμικής υπεροχής και πρωτοπορείας εν τοις εκκλησιαστικοίς πράγμασι, είναι καταστάσεις νόθοι δια την Ορθοδοξίαν και οθνείαι προς αυτήν, επιβλαβείς δε και ολέθριοι δια την επιβίωσιν και το μέλλον αυτής» (5).
Κατά τον μακαριστό Εφέσου Χρυσόστομο, τα «πρεσβεία τιμής» του Κωνσταντινουπόλεως ήταν πάντοτε, και είναι, μία «προσφορά διακονίας», η οποία παρέχεται υπέρ της κοινωνίας και της ολότητος των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, και όχι ένα «πρωτείο Παπικού τύπου». Και παρέχεται η διακονία αυτή:
α) για να καλυφθεί «αυθορμήτως και αβιάστως» και χωρίς καμμία μορφή «Παπο-καισαρισμού», το κενό που είχε δημιουργηθεί στη ζωή και την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μετά την έκλειψη του αυτοκρατορικού παράγοντος, που μέσα σ’ ένα θεοκρατικό σύνολο είχε μιά ειδική ευθύνη στη ζωή της Εκκλησίας και συγκαλούσε τις Οικουμενικές Συνόδους, και
β) για να υπάρχει ένα κέντρο αναφοράς, και ένας συντονιστικός παράγων που να θέτει σε κίνηση τον μηχανισμό της συνολικής ευθύνης και της συλλογικότητος μεταξύ των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών (6). Και τούτο, διότι χωρίς τον παράγοντα αυτό οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες θά κατέληγαν να είναι 14-15 ανεξάρτητα «καπετανάτα» και όχι μέρος ενός συνόλου που εἶναι «Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού», τόνιζε και επανελάμβανε ο Εφέσου Χρυσόστομος, «υπάρχει, ουσιαστικά και οντολογικά, ως ένα σύνολο ενιαίο και μοναδικό, και δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία τόσο στην ουσία της, όσο και στους σκοπούς της».
Αυτη ήταν, εν άκρα συντομία, η πολύτιμη και πολύπλευρη προσφορά του κορυφαίου τούτου επιστήμονος και γεραρού μας «δασκάλου» στα θεολογικά γράμματα, στην Τροφό Σχολή, στον Οικουμενικό Θρόνο, στην Πανορθοδοξία και στην Χριστιανοσύνη γενικά. Εξεμέτρησε το ζην ηρέμως και εξεδήμησε προς Κύριον από την ευλογημένη και φιλόξενη Κρητική γη, όπου βρισκόταν για ιατρική παρακολούθηση, την 13η Οκτωβρίου 2006, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Είη αιωνία αυτού η μνήμη!
Υποσημειώσεις
(1) Ορθόδοξοι Κατόψεις, τ. Α’, σέλ. 290-291.
(2) Είναι κλασσική η περί Ορθόδοξου ενότητος εισήγησή του στο Συνέδριο το οποίο είχε πραγματοποιηθεί το 1959, στην Θεσσαλονίκη, επ’ ευκαιρία της εξακοσιοστής επετείου από του θανάτου του Αγιου Γρηγορίου του Παλαμά, και που έφερε τον τίτλο «Σημεία ενούντα και διαφοροποιούντα την μίαν Ορθοδοξίαν ημών». Η εισήγηση αυτή είναι δημοσιευμένη στο Ορθόδοξοι Κατόψεις, τ. Α’, σελ. 261-282.
(3) Τάδε λέγει Πατριαρχικός Άμβων, σελ. 47.
(4) Ορθόδοξοι Κατόψεις, τ. Β΄, σελ. 30.
(5) Ορθόδοξοι Κατόψεις, τ. Α΄, σελ. 277.
(6) Όπ.π., σ. 33.
