Επιστημονική παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμ. Η΄ Ἐν Αθήναις, 2015, σελ. 551-566
Ο ΙΘ’ αιώνας χαρακτηρίζεται από πολυεπίπεδες προκλήσεις του φιλοσοφικού στοχασμού και των νεωτερικών ρευμάτων (2) και τάσεων, που προκαλούν έντονες κρίσεις, όχι μόνον στις κοινωνικοοικονομικές δομές, αλλά και σοβαρές αναταράξεις στις αξιακές δομές των θεσμών. Η εμφάνιση νεοφανών φιλοσοφικών ρευμάτων οδήγησε σε σημαντικές αμφισβητήσεις παγιωμένων θέσεων και αντιλήψεων του χριστιανισμού στη Δύση, οι οποίες ενισχύθηκαν με την δραστηριότητα του Προτεσταντικού προσηλυτισμού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το σεπτό Κέντρο της Ορθοδοξίας, υπήρξε άμεσος αποδέκτης της πρόκλησης αυτής και των περιδινήσεων, που προκλήθηκαν σε θεολογικό και διομολογιακό επίπεδο. Η γεωπολιτική κομβική θέση και Λειτουργία της Πρωτόθρονης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ανατολής και Δύσης κατέστησε αισθητή την ανάγκη της ανασυγκρότησης των πνευματικών δυνάμεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η δημιουργία ενός επιστημονικού και πνευματικού επιτελικού κέντρου για την πληρέστερη επιστημονική κατάρτιση των στελεχών της υπήρξε επιτακτική. Το γεγονός αυτό υπαγόρευσε την ίδρυση Θεολογικής Σχολής στη νήσο Χάλκη των Πριγκηποννήσων.Έτσι, στην ανακαινισμένη Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος, της οποίας ο χρόνος ίδρυσης ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους (3), επί πατριαρχείας Γερμανού του Δ’ (1842-5), ο Μητροπολίτης Καισαρείας Παϊσιος, την 1η Οκτωβρίου του 1844, στο πλαίσιο ειδικής τελετής, ευλόγησε την έναρξη της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης.
Οι κτιριακές εγκαταστάσεις της Μονής ήταν επαρκείς για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της Σχολής. Ατυχώς, όμως ο σεισμός της 28ης Ιουνίου 1894 υπήρξε καταστρεπτικός, με αποτέλεσμα να μετατρέψει σε ερείπια το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού συγκροτήματος.Στην έκκληση του Πατριαρχείου για οικονομική συμβολή προς ανοικοδόμηση των κτιρίων της Σχολής ανταποκρίθηκε ο ομογενής Παύλος Σκυλίτσης Στεφάνοβικ, ευεργέτης του Γένους, ο οποίος ανέλαβε τη δαπάνη ανέγερσης του σημερινού επιβλητικού κτιρίου της Σχολής. Τα εγκαίνια αυτού έγιναν την 6η Οκτωβρίου 1896.Έκτοτε, κατά περιόδους και μέχρι σήμερα, έλαβαν χώρα πολλές ανακαινιστικές (4) παρεμβάσεις στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Σχολής και αναβαθμίσεις του εξοπλισμού της προς αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών της. Σήμερα, η Σχολή βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα για να επαναλάβει τη Λειτουργία της και δύναται να στεγάσει περί τους 120 φοιτητές.
1.Δομή και λειτουργία της Σχολής
Η ιστορία της Σχολής διακρίνεται σε τέσσαρες περιόδους, οι οποίες προσδιορίζονται από διαφοροποιήσεις της οργανωτικής δομής και λειτουργίας της. Οι περίοδοι αυτές είναι οι εξής: α) από το 1844 έως το 1919 λειτουργεί, με τετραετές Γυμνάσιο και τριετή Θεολογική Σχολή, (β) από το 1919 έως το 1923 καταργείται το Γυμνάσιο και λειτουργεί ως Ακαδημία πενταετούς φοίτησης, γ) από το 1923 έως το 1951 λειτουργεί, με τη δομή της πρώτης περιόδου, ήτοι επταετή κύκλο σπουδών, και δ) από το 1951 έως το 1971, οπότε και ανεστάλη η λειτουργία της με απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης, λειτούργησε, με πλήρες Λύκειο και τετραετή κύκλο Θεολογικών σπουδών. Η λειτουργία της Σχολής κατά τις ανωτέρω τέσσαρες περιόδους ρυθμιζόταν από ειδικούς Κανονισμούς, τους οποίους συνέτασσε ο Σύλλογος των Καθηγητών σε συνεργασία με την Εφορεία της Σχολής και τους επικύρωνε η Ι. Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από το 1844 μέχρι το 1951 εκδόθηκαν συνολικά επτά Κανονισμοί (5). Η θεολογική Σχολή Χάλκης, ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Προκαθημένου της Ορθοδοξίας και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Εποπτικό και ελεγκτικό όργανο της λειτουργίας της Σχολής είναι ειδικό σώμα υπό την επωνυμία «Εφορεία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης», τα μέλη του όποιου διορίζονται υπό της I. Συνόδου και είναι Αρχιερείς. Οι αρμοδιότητες του εφορευτικού σώματος καλύπτουν θέματα οικονομικού και οργανωτικού χαρακτήρα. Η Εφορεία της Σχολής συνεργάζεται μετά του Σχολάρχου και του Συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής. Τη διεύθυνση της Σχολής ασκεί κληρικός καθηγητής αυτής και φέρει το τίτλο «Σχολάρχης». Είναι ex officio μόνιμος πρόεδρος του Συλλόγου των καθηγητών και ηγούμενος της ιδιόμορφης κοινοβιακής μοναστικής αδελφότητας της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος, την οποία συγκροτούν οι φοιτούντες στη Σχολή. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό ν’ αναφερθεί ότι η θητεία των Σχολαρχών λειτουργεί στις προσεγγίσεις (6) της ιστορίας της Σχολής ως σημείο αναφοράς για την καταγραφή της ιστορικής πορείας της Σχολής. Η επιλογή του κριτηρίου αυτού για την ιστόρηση της ζωής και δράσης της Σχολής οφείλεται σε δύο παράγοντες: α) ότι οι θητεύσαντες ως Σχολάρχες ήταν διακεκριμένες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, με όραμα ζωής τη διακονία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και, β) η εδραία πεποίθηση ότι το μέλλον και η πορεία του Οικουμενικού θρόνου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τη δυναμική λειτουργία της Σχολής ως πνευματικού φυτωρίου αυτού για τη προπαρασκευή των στελεχών του. Η Γραμματεία της Σχολής λειτουργούσε υπό την εποπτεία Καθηγητή της Σχολής, οριζόμενου υπό του Σχολάρχου. Για την αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών του ιδρύματος και την εφαρμογή των σχετικών κανονισμών διορίζεται απόφοιτος της Σχολής, συνήθως κληρικός, ως «Επιμελητής».
2.Διδακτικό Προσωπικό
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όταν στα μέσα του 19ου αιώνα, για την απόκρουση των προκλήσεων νεοφανών φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων και τάσεων της Δύσης, οδηγήθηκε στη απόφαση της ίδρυσης της θεολογικής Σχολής Χάλκης ως θεολογικού επιτελικού κέντρου της Αγίας και Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, το θέμα της επιστημονικής στελέχωσης αυτού εμφάνισε σοβαρές δυσκολίες. Μία σειρά θεμάτων (7) κατεπείγοντος χαρακτήρα καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη συγκρότησης του θεολογικού «επιτελείου» του Θρόνου. Ο Αρχιμ. Κωνσταντίνος Τυπάλδος-Ιακωβάτος (8), από την Κεφαλλονιά, με αξιόλογη θεολογική και φιλοσοφική συγκρότηση και σημαντική διοικητική πείρα ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής.Επειδή κύριος στόχος της Σχολής ήταν η κατάρτιση κληρικών για το κήρυγμα του θείου λόγου στις επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, προκειμένου να προστατεύσουν το Ορθόδοξο ποίμνιο από αιρετικές διδασκαλίες, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην κηρυγματική θεολογία και στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Έτσι, στις 14 Ιουλίου του 1848, αναγορεύονται σε Διδασκάλους της Ορθοδόξου Θεολογίας οι πρώτοι απόφοιτοι της Σχολής.
Οι μεταβλητές των μετανεωτερικών φιλοσοφικών τάσεων και ρευμάτων της Δύσης και των πολιτικών συγκυριών των εξελίξεων στο πλαίσιο της διαπάλης Ανατολής και Δύσης υπήρξαν ως τόσοι καθοριστικοί παράγοντες για τη δομολειτουργική αναδιοργάνωση της Σχολής και την επανασύνταξη του προγράμματος διδασκαλίας των μαθημάτων. Το γεγονός αυτό είχε ως συνάρτηση, κατ’ επέκταση, το θέμα των δημιουργούμενων νέων αναγκών σε διδακτικό Προσωπικό, με ό,τι αυτό, βέβαια, σήμαινε για τον ελλειμματικό οικονομικό προϋπολογισμό κάλυψης των λειτουργικών αναγκών της Σχολής.Κατά την υπεραιωνόβια λειτουργία της Σχολής σημαντικές προσωπικότητες (9) της θεολογικής επιστημονικής έρευνας σφράγισαν με την παρουσία και την προσφορά τους την ιστορία της Σχολής, αλλά και την πορεία του Οικουμενικού Θρόνου στα θεολογικά δρώμενα των 150 ετών από την ίδρυση της Σχολής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Γ’ περίοδος λόγω των αντιξοοτήτων που αντιμετώπισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την αναδιοργάνωση της Σχολής, προς αντιμετώπιση των προκλήσεων και των αποτελεσμάτων των ραγδαίων εξελίξεων, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε δια χριστιανικό επίπεδο, για την πραγμάτωση της οικουμενικής αποστολής της. Μετά την έγκριση από μέρους της τουρκικής κυβέρνησης (1929-1930) να λειτουργήσει η Σχολή στη βάση επτάχρονου κύκλου σπουδών, η Εφορεία αντιμετώπισε θέμα κάλυψης κενών διδακτικού Προσωπικού. Η άρνηση των Αρχών για την πρόσληψη διδασκόντων ξένης υπηκοότητας επέβαλε τη λύση της συνδιδασκαλίας, χωρίς, βέβαια, αυτή να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος. Χάρη όμως στον ενθουσιασμό, στην αφοσίωση και στον ένθεο ζήλο των διδασκόντων κατέστη δυνατή η υπέρβαση των πραγματικών δυσχερειών σε επίπεδο εφαρμογής του Αναλυτικού Προγράμματος διδασκαλίας της Σχολής. Βέβαια, δεν πρέπει να παραθεωρήσει κανείς τις συγγνωστές αρνητικές συνέπειες σε επίπεδο προσφοράς ύλης και διδακτικής μεθοδολογίας (10), που είχε η ανωτέρω επιλογή για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ανάγκη της επαρκούς κάλυψης των κενών σε διδακτικό Προσωπικό δεν εξαντλείται στην αποτελεσματική εφαρμογή και λειτουργία του προγράμματος διδασκαλίας, αλλά εκτείνεται και στον επιτελικό ρόλο τον όποιο καλούνται ν’ ασκήσουν τα μέλη του Συλλόγου των Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής. Από την έναρξη της Δ’ περιόδου το έτος 1951 κατέστη δυνατή η κάλυψη των κενών διδασκόντων ευάριθμων γνωστικών αντικείμενων, με το διορισμό νέων καθηγητών, υποτρόφων της Σχολής, που επέστρεψαν από τις μεταπτυχιακές σπουδές τους στο Εξωτερικό. Η αντιμετώπιση των απασχολούντων την Εκκλησία ζητημάτων ποικίλου χαρακτήρα, έντασης και έκτασης είχε ως προϋπόθεση την ενδελεχή μελέτη αυτών και τη θεολογική στήριξή τους. Η διοικούσα Εκκλησία παρέπεμπε τα κατά καιρούς αναφυόμενα ζητήματα για θεολογική επεξεργασία και γνωμοδότηση, με σαφείς οδηγίες και κατευθύνσεις, στο Σύλλογο των Διδασκόντων (11).Και ενώ οι προβληματισμοί περί την πίστη, τη διοίκηση και τις διομολογιακές σχέσεις (12) της Εκκλησίας εμφανίζουν εντυπωσιακή αύξηση και συνθετότητα, οι δυσμενείς ιστορικές εξελίξεις (13) στο χώρο της γεωπολιτικής λειτουργίας του Κέντρου της Ορθοδοξίας συρρικνώνουν τη δυναμική της δράσης του. Ο ρόλος των μελών του Καθηγητικού Σώματος της Σχολής είναι ουσιαστικός στη διοργάνωση Πανορθοδόξων συνεδρίων, στην προώθηση σημαντικών θεολογικών διαλόγων, στην αντιμετώπιση εκκλησιαστικών σχισμάτων και στην προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (14), καθ’ ότι καλούνται, όχι μόνον ν’ ανταποκριθούν στη συστηματική προετοιμασία αυτών (μελέτες, εισηγήσεις), αλλά και να στηρίξουν, με την ενεργό συμμετοχή τους στις ανωτέρω δραστηριότητες τις θέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως εκπρόσωποι αυτού. Χωρίς αμφιβολία, η πολύπλευρη και πολυδιάστατη συμβολή των Διδασκόντων της Σχολής στην αντιμετώπιση ιστορικών για την πορεία της Ορθοδοξίας επιλογών (15) και ο ρόλος τους στο διαχριστιανικό τομέα (16) ανέδειξε αυτούς δυναμικούς πνευματικούς επιτελείς στους αγώνες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, όχι μόνο σε επίπεδο της οικουμενικής δραστηριότητας αυτής, αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων διοικητικών και πνευματικών αναγκών της Ι. Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως. Οι Καθηγητές της Σχολής συμμετείχαν σε συνοδικές Επιτροπές, αποτελούσαν το συμβουλευτικό σώμα επί θεμάτων εκκλησιαστικών και θεολογικών του Πατριαρχείου και είχαν τη δική τους συμβολή στη διακονία του ευαγγελικού λόγου στο κέντρο της Ορθοδοξίας (17).
Η θεολογική Σχολή Χάλκης, παράλληλα με το πρόβλημα της στελέχωσης του διδακτικού δυναμικού της, κλήθηκε ν’ αντιμετωπίσει και το θέμα της ακαδημαϊκής ισοτιμίας αυτής έναντι αντίστοιχων πανεπιστημιακών Σχολών του Εξωτερικού. Η Σχολή αναγνωριζόταν από το υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας ως μεταδευτεροβάθμια ειδική επαγγελματική σχολή (18). Η άρνηση της τουρκικής κυβέρνησης χορήγησης πανεπιστημιακής ισοτιμίας, επικαλούμενης προσχηματικά συνταγματικούς λόγους, ακόμη και μετά την τροποποίηση του σχετικού άρθρου του Συντάγματος κατά τη δεκαετία του 1960, η οποία επέτρεψε τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεν επηρέασε το διεθνές ακαδημαϊκό status και κύρος της Σχολής.
Η Δ’ περίοδος της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης υπήρξε λαμπρά, γιατί κατόρθωσε ν’ αναδείξει την πολυεπίπεδη επίζηλη δυναμική της ιδιοπροσωπίας της (19). Διακρίθηκε για την πολύτιμη προσφορά της, όχι μόνον στο χώρο της θεολογικής έρευνας, αλλά και της Ορθόδοξης μαρτυρίας αυτής ανά τον κόσμο ως διάκονος της οικουμενικότητας (20) του σεπτού Κέντρου της Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα δε, αναδέχθηκε σε επιτελικό κέντρο για την πνευματική αποστολή και το έργο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να παραθεωρήσει κανείς το γεγονός, ότι, κατά θεία πρόνοια, στο πλαίσιο ευνοϊκών ιστορικών συγκυριών της Δ’ περιοδου, σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες (21) συνέβαλαν, από το 1951 έως το 1971, στη διεθνή επιστημονική και πνευματική ακτινοβολία της Σχολής. Γι’ αυτό και η παγκόσμια πανεπιστημιακή κοινότητα (22), αναγνωρίζουσα το έργο και την προσφορά της, έκανε δεκτούς τους αποφοίτους αυτής, όχι μόνον στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, των Η.Π.Α. και της Αυστραλίας για μεταπτυχιακές σπουδές (23), αλλά πρόσφερε σ’ αυτούς και τη δυνατότητα να καταλάβουν θέσεις Δ.Ε.Π. στις Θεολογικές Σχολές (24) της ημεδαπής και του Εξωτερικού.
Ατυχώς, η Σχολή βρέθηκε στο κέντρο της περιδίνησης των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας, λόγω του κυπριακού προβλήματος και των πολιτικών ανατροπών στην πολιτειακή ζωή της Τουρκίας (25). Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε το κλείσιμο της Σχολής το 1971 από μέρους της τουρκικής κυβέρνησης, με το επιχείρημα ότι το Σύνταγμα της χώρας δεν επιτρέπει τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν αναγνώρισαν τη Σχολή ως ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επρόκειτο περί ενέργειας, με ευρύτερη πολιτική σκοπιμότητα στο κλίμα των δυσμενών διακυμάνσεων των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Αυτό ασφαλώς δεν παύει να είναι κατάφωρη παραβίαση της ανθρώπινης ελευθερίας και στέρηση του αυτονόητου δικαιώματος πρόσβασης στα μορφωτικά αγαθά συγκρότησης, ανάπτυξης και καλλιέργειας της ιδιοπροσωπίας του πολίτη κάθε ευνομούμενης πολιτείας. Το γεγονός αυτό έχει καταγγελθεί ομόφωνα από τη διεθνή κοινότητα και η Τουρκία συνεχώς εγκαλείται για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους διεθνείς οργανισμούς. Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, από της εκλογής του μέχρι σήμερα, έχει αναλάβει πολυεπίπεδο αγώνα για την άρση της άδικης απόφασης από μέρους των τουρκικών Αρχών, με την αταλάντευτη και αμέριστη συμπαράσταση των αρχηγών κρατών, των κοινοβουλίων αυτών και των διεθνών οργανισμών.
3.Φοίτηση στη Σχολή
Η θέση και ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως πρωτόθρονης Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, στα διαχριστιανικά δρώμενα προσέδωσε, όχι μόνο διορθόδοξο, αλλά και οικουμενικό χαρακτήρα στη λειτουργία και τη θεολογική παρουσία της Σχολής στον κόσμο. Έτσι, η Σχολή προσέλκυσε φοιτητές από όλες τις χώρες των πνευματικών δικαιοδοσιών των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, όπως επίσης και εξ ετεροδόξων φίλων Εκκλησιών. Ιδιαίτερα, κατά την Δ’ περίοδο της λειτουργίας της Σχολής, η αίσθηση της οικουμενικότητας αυτής υπήρξε ιδιαίτερα έντονη, με την παρουσία Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών, Σύρων, Αιθιόπων κ. α. φοιτητών. Στη Σχολή γίνονται δεκτοί μόνον άρρενες φοιτητές, επειδή ένα βασικό αναγνωριστικό στοιχείο της ιδιοπροσωπίας της Σχολής είναι ότι αποτελεί ιδιόρρυθμη μοναστική αδελφότητα. Σύμφωνα, με τον τελευταίο Κανονισμό της Δ’ περιόδου, η Σχολή λειτουργούσε με δύο τμήματα: α) το Λυκειακό (τριτάξιο) και β) το Θεολογικό (τετραετής φοίτηση). Στο Λυκειακό Τμήμα γίνονται δεκτοί μαθητές, απόφοιτοι Γυμνασίων, ύστερα από ειδική εισαγωγική εξέταση. Γενικός όρος εισαγωγής και στα δύο Τμήματα, το Λυκειακό και το Θεολογικό είναι η συνυποβολή, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών, συστατικής επιστολής του οικείου ποιμενάρχου του ενδιαφερομένου. Στο Θεολογικό Τμήμα της Σχολής εγγράφονται άνευ εξετάσεων οι απόφοιτοι του Λυκείου της Σχολής, λειτουργούντος και ως προπαρασκευαστικού τμήματος αυτής. Γίνονται επίσης δεκτοί και απόφοιτοι Λυκείων εξ Ελλάδος η άλλων χωρών, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Προτεραιότητα εγγραφής έχουν οι απόφοιτοι Λυκείων της Κωνσταντινούπολης, καθότι αυτοί αναμένεται, ως κληρικοί, να στελεχώσουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Άλλωστε, αυτός είναι και ο βασικός σκοπός της ίδρυσης και λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, «η προσήκουσα τοις λειτουργοίς του Ύψίστου εκπαίδευσις» (26). Το αναλυτικό πρόγραμμα ( curriculum) διδασκαλίας μαθημάτων αναδομήθηκε και εμπλουτίστηκε με νέα γνωστικά αντικείμενα θεολογικών σπουδών, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της Σχολής, η οποία άρχισε κυρίως επί πατριαρχείας Μαξίμου του Ε’ και ολοκληρώθηκε επί Αθηναγόρου του Α’, ώστε να ανταποκρίνεται στους σύγχρονους θεολογικούς προβληματισμούς της Εκκλησίας και τις ποιμαντικές ανάγκες της. Οι φοιτητές της Σχολής κατά τη διάρκεια των σπουδών τους «είχον άπαντα κοινά» ως μοναστική Αδελφότητα. Κοινή προσευχή, κοινή τράπεζα και κοινή προπαρασκευή στην πρόσκτηση της κατά Θεόν γνώσης. Η παρουσία στις παραδόσεις των μαθημάτων είναι υποχρεωτική, όπως και στα σπουδαστήρια, για τη μελέτη των μαθημάτων, σε τακτές ώρες προβλεπόμενες από το ημερήσιο πρόγραμμα. Οι φοιτητές όφειλαν να παραδώσουν φροντιστηριακές γραπτές εργασίες ερευνητικού χαρακτήρα σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα της θεολογικής επιστήμης στον οικείο Καθηγητή, καθ’ όλη τη διάρκεια του τετραετούς κύκλου των σπουδών τους. Οι τεταρτοετείς φοιτητές, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα τους, πριν από τις πτυχιακές εξετάσεις έπρεπε να επιλέξουν θέμα για την επί πτυχίω διατριβή τους, ο βαθμός της οποίας συνυπολογιζόταν στην τελική βαθμολογία του πτυχίου. Για την κρίση της διατριβής ο φοιτητής όφειλε να εμφανιστεί ενώπιον οριζόμενης Επιτροπής εκ Καθηγητών της Σχολής και να υποστηρίξει τις θέσεις του. Η θεματολογία των διατριβών της Δ’ περιόδου εκτεινόταν σε όλο το φάσμα των διδασκόμενων μαθημάτων. Πολλοί εκ των αποφοίτων της Σχολής τις επί πτυχίω διατριβές τους, ύστερα από μία περαιτέρω επεξεργασία, ανάπτυξη και διασκευή, τις υπέβαλλαν σε ξένα πανεπιστήμια και ελάμβαναν διδακτορικό δίπλωμα (27). Στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους και μετά το πέρας των πτυχιακών εξετάσεων, ελάμβανε χώρα η τελετή της καθοσιώσεως των αποφοίτων, κατά την οποία ο Πατριάρχης επέδιδε στους σπουδαστές την περγαμηνή-πατριαρχικόν πιττάκιον, με το οποίο απένειμε εξ ονόματος της Εκκλησίας τον τίτλο του «Διδασκάλου της Ορθοδόξου Θεολογίας». Οι σχέσεις Καθηγητών-σπουδαστών, που διαμορφώνονται στο κλίμα της μοναστικής κοινότητας φέρουν το χαρακτήρα μιας αδελφοποιητικής κοινωνίας πρεσβυτέρων και νεωτέρων ομογαλάκτων τέκνων της Τροφού Σχολής. Σ’ ένα τέτοιο κλίμα πραγματώνεται η από μέρους των διδασκόντων πνευματική χειραφέτηση των σπουδαστών στους λειμώνες της πατερικής παράδοσης και σοφίας, γεγονός το οποίο δεν προάγει μόνο την «κατά Χριστόν παιδαγωγίαν», αλλά σφυρηλατεί και μία σχέση πνευματικής πατρότητας. Το στοιχείο της πνευματικής συγγένειας διαποτιζει διαχρονικοί: τους αποφοίτους της Σχολής. Η κοινή πνευματική αναφορά χαρακτηρίζεται από μία χωροχρονική υπερβατικότητα, στο βαθμό, που απόφοιτοι απομακρυσμένων χρονικών περιόδων, να βιώνουν την οικειότητα των κοινών πνευματικών δεσμών στις συναντήσεις τους.
4. Θεολογία και λατρεία
Η πνευματική συγγένεια των αποφοίτων της Σχολής δεν έχει ληξιαρχικό χαρακτήρα λόγω έγγραφής αυτών στα Μητρώα της Σχολής, αλλά υπαρξιακό περιεχόμενό. Η εν Χριστώ άσκηση των σπουδαστών της Σχολής στο κοινοβιακό κλίμα της Μονής της Αγίας Τριάδος και η καθημερινή συμμετοχή στη λατρευτική ζωή δημιουργούν τη συνείδηση της εν Χριστώ Αδελφότητας, της οποίας η Ουσιαστική διακονία αγάπης στον Αμπελώνα του Κυρίου υπάρχει ως χρέος ζωής προς δόξαν θεού.Σημαίνουσα θέση στη ζωή των φοιτητών Εντός της Σχολής κατέχει το λατρευτικό στοιχείο, με την άμεση συμμετοχή τους στις ιερές Ακολουθίες και στις Ευχαριστιακές συνάξεις, είτε ως ψάλλοντες, είτε ως τελετουργοί, είτε ως συμπροσευχόμενοι.
Ο απόφοιτος της Σχολής γνωρίζει ότι η Θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκή γνώση, αλλά υπαρξιακή εμπειρία, που την ερμηνεύει η Θεολογία. Έχει αποβάλει τις παρωπίδες των τύπων και έχει μάθει να εξέρχεται από τα χαρακώματα των προκαταλήψεων και να διαλέγεται με πνεύμα αγάπης, ταπείνωσης και σύνεσης, με ένα και μόνο σκοπό να συ μ βάλει στην πραγμάτωση της επιθυμίας του Κυρίου «ίνα πάντες εν ώσιν». Η αγωνία του Κυρίου γίνεται και δική του ευαισθησία για το σύγχρονο άνθρωπο και τα προβλήματά του. Αυτό είναι το ιδιάζον πνεύμα της Σχολής, αυτό είναι το πνεύμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που διακατέχει και διαμορφώνει το εκκλησιαστικό ήθος και ύφος του αποφοίτου σε κάθε μορφή διακονίας και μαρτυρίας του στον κόσμο.
Αυτό όμως καλλιεργήθηκε και αναπτύχτηκε στο κλίμα της λατρευτικής ζωής, στο πλαίσιο της όποιας κατανοούνται οι πραγματικές διαστάσεις της μεταμόρφωσης του ανθρώπινου προσώπου. Η Θεολογία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι από τη φύση της ακαδημαϊκή, γιατί Θεολογία είναι η ζωή της Εκκλησίας ως ευχαριστιακής σύναξης. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει την αποστέρηση της από όλα εκείνα τα γνωρίσματα, που χαρακτηρίζουν και προσδιορίζουν την επιστημονική έρευνα των θεολογικών θεμάτων. Αντίθετα, από την ίδρυσή της η Σχολή μέχρι σήμερα, και ύστερα από σαράντα τέσσερα χρόνια, που έχει ανασταλεί η λειτουργία της, δια των αποφοίτων της, ως Εστία Θεολόγων Χάλκης, συνεχίζει την Παράδοσή της δίνοντας μία αξιόλογη θεολογική παρουσία και μαρτυρία (28) στα θεολογικά δρώμενα.
5.Η Βιβλιοθήκη της Σχολής
Η Βιβλιοθήκη της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Αγίας Τριάδος Χάλκης η Βιβλιοθήκη της Θεολογικής Σχολής Χάλκης (29) συνδέεται με την ιστορία της Μονής της Αγίας Τριάδος και φθάνει στους βυζαντινούς χρόνους, μέχρι το Θεόδωρό τον Στουδίτη. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης Γ’ (1565 μ.Χ.) υπήρξε ο σημαντικώτερος οργανωτής αυτής και δώρησε αυτή τριακόσια χειρόγραφα. Από αυτά πολλά σώζονται, σήμερα, στην Πατριαρχική Βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη, ιδιαίτερα από το 1951 και εξής, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της Σχολής εντάσσεται σ’ ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, με τη σύσταση τριμελούς ειδικής εκ Καθηγητών της Σχολής Επιτροπής. Η Βιβλιοθήκη ενός ιδρύματος επιστημονικής έρευνας συνιστά αυτονόητη υποδομή για την αποτελεσματική λειτουργία του. Η προσπάθεια για την ανανέωση και τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης έτυχε της πρόθυμης ανταπόκρισης από μέρους ανωτέρων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, εκδοτικών οργανισμών Εκκλησιών, συγγραφέων και αποφοίτων της Σχολής με δωρεές των προσωπικών τους βιβλιοθηκών. Η προσπάθεια της Επιτροπής ήταν εξαιρετικά αποδοτική και συνέπεσε με την εμφάνιση μιας εντυπωσιακής θεολογικής εργογραφίας ανα τον κόσμο, λόγω σημαντικών πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται από μέρους της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας επί ζωτικών θεολογικών θεμάτων και διεκκλησιαστικών πρωτοβουλιών. Έτσι, πέραν των πολύτιμων σειρών κριτικών εκδόσεων της πατερικής Γραμματείας, των πρακτικών των ιερών Συνόδων κ.ά. βασικών κειμένων για τη θεολογική έρευνα, η Βιβλιοθήκη απέκτησε πλήθος συγγραμμάτων, που καλύπτουν όλο το φάσμα των γνωστικών αντικειμένων της ιερής επιστήμης και είναι προϊόν της σύγχρονης θεολογικής έρευνας. Επίσης, διαθέτει τμήμα περιοδικών εκδόσεων κειμένων θεολογικού ενδιαφέροντος, ελληνικών και ξενόγλωσσων επιστημονικών περιοδικών, που καλύπτουν τον σύγχρονο διαχριστιανικό θεολογικό προβληματισμό. Σήμερα, η Βιβλιοθήκη της Σχολής, ανακαινισμένη και οργανωμένη σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύγχρονης βιβλιοθηκονομίας, διαθέτει άνετα αναγνωστήρια, με τον απαραίτητο σύγχρονο εξοπλισμό για τον επισκέπτη ερευνητή.
Υποσημειώσεις
(1) Η αδρομερής ιστόρηση της πορείας ενός εκπαιδευτικού καθιδρύματος της πνευματικής προσφοράς και οικουμενικής εμβέλειας της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης έχει σαφώς γενικό ενημερωτικό χαρακτήρα για τον αναγνώστη της παρούσας έκδοσης του Η’ τόμου της Επιστημονικής Επετηρίδος της Εστίας Θεολόγων Χάλκης.
(2) Μητροπολίτου Μύρων Χρυσοστόμου (Κωνσταντινίδου), Το πρόγραμμα διδασκαλίας και ειδικώς ο συστηματικός κλάδος Θεολογίας εις την Ιεράν Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 80.
(3) Δημητρίου Π. Μάνου, Η Χάλκη, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Άθήναι 1980, σ.347.
(4) Αριστείδου Πασαδαίου, Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, Ιστορία-Αρχιτεκτονική, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Ελβετίας, Αθήνα 1987.
(5) Βασιλείου Σταυρίδου, Η Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι. 1980, σ.37.
(6) Αριστείδη Πασαδαίου, Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, Εκδ. I Μητροπόλεως Ελβετίας, Αθήνα 1987.
(7) Η φαρμακίδειος αντιπατριαρχική δραστηριότητα, η αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας κ.ά.
(8) Αριστείδη Πασαδαίου, Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, Εκδ. Ι. Μητροπόλεως Ελβετίας, Αθήνα 1987, σ. 34-354. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού και Β.Γ. Μεταλληνού, Αρχείον της Θεολογικής Σχολής της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας-Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης-Σχολαρχία Μητροπολίτου Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνου Τυπάλδου (Τυπάλδου- Ιακωβάτου) 1844-1864, τομ. Α’, Αθήνα 1985.
(9) Ηλίας Τανταλίδης, Ευστράτιος Κλεόβουλος, Γερμανός Γρηγοράς, Φιλόθεος Βρυέννιος κ.ά.
(10) Αποστόλου Αθ. Γλαβίνα, Αρχιμ. Ειρηναίου Παντολέοντος, σκέψεις επί του προγράμματος της κατά Χάλκην Ιεράς Θεολογικής Σχολής, Επιστημονική Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τομ. Γ’, Αθήνα 1994, σ.156.
(11) Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Εφέσου, Το καθηγητικό Σώμα της Θεολογικής Σχολής Χάλκης επιτελικό διεργαστήριο τον Οικουμενικού Πατριαρχείου, Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τομ, Γ’, Αθήνα 1994, σ. 683.
(12) Αριστείδου Κωνσταντινίδου, Ενότης και ένωσις των Εκκλησιών, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 265.
(13) Η Μικρασιατική καταστροφή και η συνθήκη της Λωζάννης διαμορφώνουν ένα νέο δυσμενές σκηνικό ζωής και δράσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατ’ επέκταση ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος.
(14) Μητροπολίτου Τρανουπόλεως Δαμασκηνού, Το Ορθόδοξον Κεντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις Σαμπεζύ Γενεύης, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 283.
(15) Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το Π.Σ.Ε. και την άρση των αναθεμάτων μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης κ. ά.. Ίδε: Χρυσοστόμου (Γερασίμου) Ζαφείρη, Μητροπολίτου Περιστεριού, Το οικουμενικόν πνεύμα της Θεολογικής Σχολής Χάλκης μεταλαμπαδευόμενον υπό Αθηναγόρου του Α’, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 55.
(16) Γεωργίου Τσέτση, Η Συμβολή της Ιεράς Θεολογικής Σχολής εις την Οικουμενικήν Κίνησιν, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 259.
(17) Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Βαρθολομαίου, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και η Θεολογική Σχολή Χάλκης, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 165.
(18) Βασιλείου Αναγνωστοπούλου, Η Δ΄ περίοδος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τομ. Γ’, Αθήνα 1994, σ. 57.
(19) Κωνσταντίνου Ν. Γιοκαρίνη, Η διδακτική της ιερής επιστήμης στην Ι. Θεολογική Σχολή Χάλκης, Επιστημονική Παρουσία Εστίας θεολόγων Χάλκης, τομ. Γ, Αθήνα 1994, σ. 151.
(20) Η εκπροσώπηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα διαχριστιανικά συνέδρια και στις διομολογιακές προσεγγίσεις γινόταν δια της συμμετοχής Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής Χάλκης.
(21) Βασιλείου Άναγνωστοπούλου, Η Δ΄ περίοδος της I. Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Επιστημονική Παρουσίας Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τομ. Γ’, Αθήνα 1994, σ. 63- 64.
(22) Κωνσταντίνου Καλλινίκου, Πώς βλέπουν οι ξένοι τη Σχολή μας, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 213.
(23) Βασιλείου Αναγνωστοπούλου, Η Δ΄ περίοδος της I. Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τομ. Γ , Αθήνα 1994, σ. 67.
(24) Όπ. αν., σ. 75.
(25) Τα Σεπτεμβριανά του 1955, οι απελάσεις ομογενών από την Κωνσταντινούπολη κ.λ.π.
(26) Παράρτημα: Γ΄ Κανονισμοί.
(27) Βασιλείου Αναγνωστοπούλου, Η Βιβλιοθήκη της εν Χάλκη Ι. Πατριαρχικής Μονής της Αγίας Τριάδος, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980. σ. 209.
(28) Η Εστία Θεολόγων Χάλκης, από την ίδρυση αυτής το 1952, συνεπής προς τους καταστατικούς σκοπούς της εξασφάλισε όχι μόνον, στο μέτρο των δυνατοτήτων αυτής, ένα κλίμα επικοινωνίας των αποφοίτων της Σχολής προς διατήρηση και σύσφιγξη των αδελφικών πνευματικών δεσμών αυτών, αλλά πραγματοποίησε και μία ανεκπλήρωτη κατά την Δ’ περίοδο της λειτουργίας της Σχολής επιθυμία και επιδίωξη των Καθηγητών της, την έκδοση επιστημονικής Επετηρίδος της Σχολής, με την έκδοση μέχρι σήμερα οκτώ τόμων, ως «Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης». (29) Βασιλείου Αναγνωστοπούλου, Η Βιβλιοθήκη της εν Χάλκη Πατριαρχικής Μονής της Αγίας Τριάδος, Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1980, σ. 203.
