ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

πίσω


Οι «ιστορικές περιπέτειες» των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας

Ο χαρακτήρ των πρώτων κατά της Εκκλησίας διωγμών και η περί των χριστιανών αλληλογραφία του Πλινίου μετά του αυτοκράτορος Τραϊανού

Θρήνος για την άλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Ο παπισμός στη Φραγκοκρατού- μενη Ελλάδα

Ο Χριστιανισμός και τα χρόνια που έρχονται

Το ζήτημα της σχέσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως προς το Διαφωτισμό και τις αρχές του

Η Λουκάρειος Ομολογία και το εκ ταύτης δημιουργηθέν Λουκάρειον πρόβλημα

Ο Αγιος Κοσμάς και το Εικοσιένα

Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Τα όρια της Δυτικής Ευρώπης

Τα Ευαγγέλια και η θέση του Ιησού έναντι των εθνών- Μεσοδιαθηκική περίοδος και προπαρασκευή

Κωνστανίνος Παλαιολόγος - Πολιορκία και Aλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία

Εις Νικόλαον Λούβαρι Μνημόσυνον

Απόπειραι των Δυτικών προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων από της τουρκικής δουλείας (1453- 1463)

Κολλυβάδες - Αντικολλυβάδες

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια

Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Α)

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Β)

Η τελευταία δημηγορία του Παλαιολόγου και ο Βαρβερινός Ελληνικός Κώδιξ ΙΙΙ

Κριτόβουλος, Ξυγγραφής Ιστοριών Α΄

Όψιμη Ιεραποστολή στη Λακωνία

Υπήρξε ποτέ «Τρίτη Ρώμη»; Παρατηρήσεις για τη βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία

«Ρουμ Μιλέτι»: οι Ορθόδοξες κοινότητες υπό τους Οθωμανούς Σουλτάνους

Τα επαιτικά τάγματα της Δύσης

Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία: Επαφές και δραστηριότητες κατά τον 20° αιώνα

Ο Προτεσταντισμός και ο Ελληνισμός

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η απελευθέρωση των Ελλήνων και ο εσχατολογικός ρόλος της Ρωσίας και της Γαλλίας μέσα στο ερμηνευτικό έργο του Θεοδώρητου Ιωαννίνων ( περ. 1740-1823)

Τα σχέδια των Πανσλαυϊστών εις την Παλαιστίνην

Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Περσία

Το πολιτικόν δέον του Νέου Ελληνισμού

Ζητήματα εφαρμογής των ιερών κανόνων

Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση

Ο 'Αγιος Νεκτάριος - Σύντομος επισκόπηση του βίου και του έργου του

Το ήθος της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Σύγχρονες θεολογικές προσεγγίσεις

Μνεία Δεισιδαιμονιών τινών και μαγικών συνηθειών εις Νομοκανόνας

Σκέψεις τινές περί Εικονομαχίας

Ιστορία και οπλικά συστήματα: η περίπτωση του «υγρού πυρός»

H ομαδικοσυνει-δησιακή γένεση και λειτουργικότητα της Θρησκείας

Προσκυνηματικές περιηγήσεις: Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Ο Λούθηρος περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας - H συνδιάλεξις της Λειψίας (1519)

Οι δύο εξουσίες: Η διαμάχη μεταξύ παπών και αυτοκρατόρων και οι θεωρίες των βυζαντινών

Βυζάντιο και Ρωσσία

Η συμβολή του Βυζαντινού πνεύματος στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας

Νοσταλγία του Βυζαντίου

Εκκλησιολογική Προσέγγιση των Σχέσεων Επισκόπου και Ιερών Μονών της Επαρχίας του

Ιστορία μεσαιωνικών αιρέσεων καί ιδεολογικά διακυβεύματα

Τα «Υπέρ» και τα «Κατά» της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων

Ο Ναός των Ιεροσολύμων μεταξύ Θεσμικού Ιουδαϊσμού και Χριστιανικής Κοινότητας

Αλέξανδρος Δελμούζος: Μία προφητική φωνή από το χώρο της εκπαίδευσης

Διδαχή Γ΄

Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Η παράδοσις περί του αποστόλου Θωμά

Ο 'Αγιος Κοσμάς τιμάται υπό του Αλή πασά

Σημεία τριβής Μονών καί Επισκόπων

Κατευόδωσις στρατού - Η θρησκευτική προετοιμασία

Η διεύρυνση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικι- σμός και «Χριστιανικός Νότος» στο οικουμενικό προσκήνιο κατά την δεκαετία του 1960

O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος», Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο

Η ιδέα της αποστολικότητος του θρόνου και ο απόστολος Ανδρέας

Ο Ιουστινιανός και οι Μονοφυσίται

Ιεραποστολικοί αγώνες των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου-
Αποτίμηση της προσφοράς τους

Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και οι απόστολοι των Σλάβων Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος

Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και η πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή κατά τον Ε΄ αιώνα

Ο Ταλαντίου Νεόφυτος ως αρθρογράφος στην Εφημερίδα των Αθηνών. Θέματα και προβληματισμοί

Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον της Νικαίας (325)- Ο ρόλος της Αλεξανδρείας και της Ρώμης

Ο Λούθηρος περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας -
H συνδιάλεξις της Λειψίας (1519)

Καρμίρη Ιωάννη, Ο Λούθηρος και ο Μελάγχθων περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Αθήνα 1963, σελ. 9-21

 

Εν πρώτοις είναι γνωστόν, ότι μικρόν ήδη μετά την έκρηξιν της Διαμαρτυρήσεως ο Λούθηρος προσέφυγεν επισήμως και δημοσία εις την αυθεντικήν μαρτυρίαν της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας εν τη πολλή τη φήμη θεολογική συζητήσει του μετά του επιφανούς ρωμαιοκαθολικού θεολόγου Ιωάννου Εκκίου εν Λειψία από 4 μέχρι 14 Ιουλίου 15 19 (1). Ο τελευταίος ούτος προσέβαλε την περί Εκκλησίας διδασκαλίαν τοΰ Λουθήρου ως αιρετικήν, ισχυρισθείς ότι ο επίσκοπος Ρώμης είναι κεφαλή της Εκκλησίας, κατέχων πρωτείον εξουσίας, το οποίον εν τη καθόλου Εκκλησία υφίσταται θείω δικαίω, προσέτι δ' ότι από της ρωμαϊκής καθέδρας εκπηγάζει η ιερατική ενότης της Εκκλησίας (2). Απαντών εις ταύτα ο Λούθηρος είπεν, ότι κεφαλή της Εκκλησίας είναι αυτός ο Χριστός και ουχί άνθρωπος και ότι μόνον της Δυτικής Εκκλησίας η ιερατική ενότης προήλθεν από της Ρωμης. Αλλά και «η Ρωμαϊκη Εκκλησία προήλθεν από της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, ήτις κυρίως είναι η μήτηρ πασών των Εκκλησιών ( Romana ecclesia orta est ex Hierosolymitana : haec est proprie matrix omnium ecclesiarum ). Επομένως δεν είναι η Εκκλησία της Ρώμης κεφαλή και κυρία πασών των Εκκλησιών, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει θα έδει κατ' ανάγκην ν' αποκλεισθή η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ως κεφαλή και κυρία, πασών ( caput et domina omnium )» των Εκκλησιών. Συνεχίζων δε ο Λούθηρος παρετήρησε προσέτι, ότι, «εάν οι πιστοί όλου του κόσμου ήθελον συμφωνήσει εν τούτω, ότι δηλαδή ο επίσκοπος Ρώμης ή των Παρισίων ή του Μαγδεβούργου έδει να είναι ο πρώτος και ύψιστος αρχιερεύς», δεν θα ηρνείτο και αυτός, ότι «ούτος, αφού τιμάται παρά των πιστών πάσης της εν τούτω συμφωνούσης Εκκλησίας, θα έδει να θεωρήται ο ύψιστος μονάρχης αυτής. Τούτο όμως ουδέποτε εγένετο, ούτε γίνεται, ούτε θα γίνη ποτέ, εφ' όσον μέχρι των καθ' ημάς χρόνων η Ελληνική Εκκλησία δεν συνεφώνησεν εν τούτω· και όμως δεν θεωρείται αιρετική, ( hoc autem neque factum est unquam neque fit qeque fiet, cum usque ad nostra tempora Graeca ecclesia non consenserit nec tamen habita sit haeretica )». Δια τον επίσκοπον Ρώμης ισχύουσιν οι λόγοι του Κυρίου παρά τω Λουκ. 22, 26: «ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος». Οπουδήποτε δε υπάρχουσιν επίσκοποι, είτε εν Ρώμη είτε εν Κωνσταντινουπόλει είτε εν Αλεξάνδρεια είτε αλλαχού, ούτοι έχουσι, κατά τον Ιερώνυμον, την αυτήν αξίαν και την αυτήν ιερωσύνην... εφ' όσον πάντες είναι διάδοχοι των Αποστόλων (3).

Κρίνοντες τους ανωτέρω λόγους του Λουθήρου διαπιστούμεν, ότι ούτος ετίμα την πρεσβυγενή Ανατολικήν Εκκλησίαν ως μητέρα των άλλων Εκκλησιών και ως ορθόδοξον εν πάσι και ουχί ως αιρετικήν· δια τον λόγον δε τούτον επεκαλεΐτο την διδασκαλίαν και πράξιν αυτής, ως έχουσαν το κύρος παραδόσεως υποχρεωτικής δι' άπασαν την Εκκλησίαν, και κατά συνέπειαν απέρριπτε το παπικόν κυριαρχικόν πρωτείον, εφ' όσον δεν ανεγνώριζεν αυτό η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία (4).

Αλλ' ο Έκκιος, εν τη προσπάθεια του όπως κλονίση την εκκλησιολογικήν θέσιν του Λουθήρου και αιρετικήν ταύτην αποδείξω, διετύπωσε τον παράδοξον, όσον και παράλογον, ισχυρισμόν, ότι δήθεν οι Έλληνες και γενικώτερον οι Ανατολικοί απώλεσαν την χριστιανικήν πίστιν, αφ' ότου εξέπεσαν από της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, απορρίψαντες το κυριαρχικόν πρωτείον του Πάπα εν τη καθ' όλου Εκκλησία, ούτω δε εγένοντο ου μόνον σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί! (5)

Εις την ασύστατον και ανυπόστατον ταύτην κατηγορίαν του Εκκίου κατά της Ανατολικής Εκκλησίας αντιπαρετήρησεν ο Λούθηρος, ότι «δεν δύναται τις να ισχυρισθή, ότι πάσα και πάντοτε η Ανατολική Εκκλησία εγένετο σχισματική, όπως δεν δύναται και να αρνηθή, ότι και η Λατινική Εκκλησία έσχε ποτέ τα εαυτής σχίσματα, και όμως παρέμεινεν Εκκλησία». Αντιθέτως ο Έκκιος ώφειλε «να φεισθή της Ελληνικής Εκκλησίας και των πολλών χιλιάδων Αγίων αυτής, ήτις εξηκολούθει μέχρι των χρόνων εκείνων υπάρχουσα και αναμφιβόλως θα εξακολούθηση υπάρχουσα και εν τω μέλλοντι ( parcat tot milibus sanctorum, cum usque ad nostra tempora durarit ecclesia Graeca et sine dubio usque hodie durat et durabit )». Eξ αυτής και δη εκ της Ιερουσαλήμ εξήλθεν «εἷς ἱερεύς, ἤτοι αὐτός ὁ Χριστός, ἀπό τοῦ ὁποίου ἤρχισε καί προῆλθεν ἡ Ἐκκλησία, κατά το του Ήσαΐου 2,3: «ἐκ Σιών ἐξελεύσεται νόμος καί λόγος Κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ» (6).

Εις ταύτα ο Έκκιος απήντησεν, ότι οι «Έλληνες από μακρού χρόνου εγένοντο ου μόνον σχισματικοί, αλλά και μέγιστοι αιρετικοί ( non solum fuisse schimaticos, sed haereticissimos !), ένεκα των πλανών αυτών: περί του Αγίου Πνεύματος (άτε μη δεχθέντες το ξένον προς την αγίαν Γραφήν και την ιεράν Παράδοσιν λατινικόν Filioque, προσθέτομεν ημείς!), περί της μετανοίας και εξομολογήσεως (μετά των μεταγενεστέρων λατινικών καινοτομιών βεβαίως!), περί της νοθείας των τριών Ευαγγελιστών (?) και περί αναρίθμητων άλλων (?!). Εάν δε ήδη παρ' ημίν, κατά την γνώμην πολλών, ολίγοι μόνον χριστιανοί σώζωνται, πόσω μάλλον ολιγώτεροι ή και ουδείς σώζεται εν Τουρκία, εξαιρέσει ολίγων τινών μοναχών και των οπαδών αυτών, οίτινες υπακούουσιν εις την Ρωμαϊκην Εκκλησίαν»( !) (7). Αλλά τα αυθαίρετα και συκοφαντικά ταύτα κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο Έκκιος δεν ηδυνήθη βεβαίως να αποδείξη.

Την επομένην ήμέραν, συνεχισθέντος του διαλόγου, είπεν ο Λούθηρος εν σχέσει προς τους ανωτέρω τελείως ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς του Εκκίου, οτι ούτος «ετόλμησε να χαρακτηρίση, πάνυ μετριοφρόνως, τους Έλληνας ως μέγιστους αιρετικούς, καίτοι ουδέν άλλο τμήμα της οικουμενικής Εκκλησίας έδωκε περισσοτέρους και εξοχωτέρους συγγραφείς, από όσους έδωκεν η Ελληνική Εκκλησία ( Illud magis attendendum est, quod Graecos haereticissimos ausus est appelare satis modeste, cum in universa Ecclesia nulla pars dederit plures excellentiores scriptores, quam Graeca )» (8).

Προ της αναμφισβήτητου και βοώσης ταύτης αληθείας τεθείς ο Έκκιος, εξηναγκάσθη να ομολογήση, ότι «οι Έλληνες υπήρξαν ποτέ χριστιανικώτατοι και σοφώτατοι (christianissimi et doctissimi), εφ' όσον ωνόμαζον την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν πρώτην έδραν. Αφ' ότου όμως έπαυσαν, εξ υπερηφάνειας, να υποτάσσονται εις την ρωμαϊκήν καθέδραν, περιέπεσαν εις χειρίστας πλάνας, προσέτι δε και την πίστιν μετά του εαυτών Κράτους συναπώλεσαν ( in pessimos inciderunt errors et simul fidem cum imperio perdiderunt )» (9). Ούτω παραλόγως εταύτισεν ο Έκκιος Κράτος και Ορθοδοξίαν!

Εις ταύτα δια πλειόνων απήντησεν ο Λούθηρος ούτως: Παρακαλώ πάντα χριστιανόν, όπως μετά χριστιανικής αγάπης κρίνη ακριβώς, εάν δεν είναι τελείως αναίσχυντος αδικία, να θέλωμεν να εκβάλωμεν της Εκκλησίας τόσας πολλάς χιλιάδας μαρτύρων και αγίων, οίτινες έζησαν επί 1400 έτη εν τη Ελληνική Εκκλησία, και επί πλέον να θέλωμεν και αυτούς τους εν τω ουρανώ νυν θριαμβεύοντας αγίους να απελάσωμεν εκείθεν; Διότι, όσον και αν το θέλωσιν εμμανώς όλοι οι κόλακες του Ρωμαίου ποντίφηκος, δεν δύνανται να αρνηθώσιν, ότι η Εκκλησία του Χριστού ιδρύθη και περιέλαβε πολλά μέρη της οικουμένης είκοσιν έτη πριν η αναφυή η Εκκλησία της Ρώμης δια του Πέτρου, ως σαφέστατα εξάγεται εκ της επιστολής προς Γαλατάς 1,18 εξ., ένθα ο Παύλος γράφει, ότι μετά τρία έτη ήλθεν εις τον Πέτρον, έπειτα δε μετά δέκα τέσσαρα έτη πάλιν ανέβη προς τον Πέτρον άτινα αθροιζόμενα ευρίσκονται δέκα και οκτώ περίπου έτη μετά την ανάληψιν του Χριστού, κατά τα οποία ο Πέτρος ήτο εισέτι εν Ιεροσολύμοις, ίνα αποσιωπήσω τα έτη, καθ' α ήδρευεν εν Αντιόχεια, ώστε να μη είναι δυνατόν να λεχθή, ότι η Εκκλησία της Ρώμης είναι πρώτη και κεφαλή θείω δικαίω. Αλλά σημαντικώτερον είναι εκείνο, ότι η Ελληνική Εκκλησία ουδέποτε μέχρι τούδε εδέχθη, όπως οι επίσκοποι αυτής επικυρώνται και αναγνωρίζωνται υπό της Ρώμης. Αλλ' εάν η τελευταία αυτή κατείχε την εξούσιαν ταύτην θείω δικαίω, θα έπρεπε πάντες οι επί τόσον μακρόν χρόνον επίσκοποι της Αλεξανδρείας και της Κωνσταντινουπόλεως, ων τίνες ανεδείχθησαν αγιώτατοι, ως Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και πλείστοι άλλοι, να ήσαν αναθεματισμένοι, αιρετικοί και Βοημοί. Ειδεχθεστέραν όμως βλασφημίαν ταύτης δεν θα ηδύνατό τις να είπη... Ο ισχυρισμός του Έκκίου, ότι ναι μεν οι Έλληνες υπήρξαν ποτέ χριστιανικώτατοι, αλλ' αφ' ότου ηπείθησαν εις την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν, απώλεσαν μετά του Κράτους και την πίστιν, είναι ο αυτός με τον χθεσινόν ισχυρισμόν αυτού, οτι ούτοι κατενικήθησαν υπό των πυλών του άδου· εν τούτω δε ερμηνεύει την αγίαν Γραφήν ούτως, ώστε υπό την νίκην του άδου κατά της Εκκλησίας νοεί την απώλειαν της επιγείου ζωής και των εν χρόνω πραγμάτων, δηλαδή ως εάν η πίστις δεν θα ηδύνατο να διασωθή, εάν το Κράτος απώλετο, και ως εάν ηδύνατό τις να συμπεράνη: εν Ελλάδι δεν υπάρχουσι χριστιανοί, επειδή δεν υπάρχει Κράτος, ταυτόν ειπείν, οι μάρτυρες κατενικήθησαν υπό του άδου... Ως προς την από 1400 ετών δε υφισταμένην Ελληνικήν Εκκλησίαν γνωρίζω μετά βεβαιότητος, ότι ούτε ο Ρωμαίος ποντίφηξ, ούτε όλοι οι κόλακες του δύνανται να εκβάλωσι του ουρανού τους πολυάριθμους Αγίους αυτής, οίτινες ουδέποτε υπήχθησαν υπό την εξουσίαν του Ρωμαίου ποντίφηκος... Ουδ' είναι αναγκαίον προς σωτηρίαν, να πιστεύη τις την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν ως ανωτέραν των άλλων... Γνωρίζω, ότι εσώθησαν Βασίλειος ο μέγας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Επιφάνιος ο Κύπριος και αναρίθμητοι άλλοι Έλληνες επίσκοποι, καίτοι δεν εδέχοντο το άρθρον τούτο... Επίσης δεν ήτο δεκτόν υπό των Ελλήνων επισκόπων, ότι ο Ρωμαίος ποντίφηξ είναι γενικός επίτροπος τοΰ Χρισούυ... Η Ανατολική Εκκλησία, αριθμούσα βίον 1400 ετών, είναι το καλύτερον τμήμα της οικουμενικής Εκκλησίας. Εάν οι 'Α γιοι αυτής είναι σ.ιρετικοί, επειδή δεν ανεγνώρισαν τον Ρωμαίον ποντίφηκα, τότε θα καταγγείλω και εγώ ως αιρετικόν τον αντίπαλόν μου ('Εκκιον), επειδή ετόλμησε να ισχυρισθή, ότι οι πολυάριθμοι υπό της οικουμενικής Εκκλησίας τιμώμενοι 'Αγιοι τυγχάνουσιν αναθεματισμένοι (10).

Εις την καταγγελίαν ταύτην του Λουθήρου ηναγκάσθη να απολογηθή ο Έκκιος, ειπών ότι δεν ανεθεμάτισε τους ανεγνωρισμένους Έλληνας Πατέρας και αγίους Μάρτυρας, αλλά πάντοτε ετίμησεν αυτούς· εκάλεσε δ' εν τέλει τον Λούθηρον, όπως κατονομάση ένα Έλληνα 'Αγιον, άπειθήσαντα εις την Ρωμαϊκην Εκκλησίαν και στασιάσαντα κατ' αυτής (11).

Ο Λούθηρος απήντησε: «Με κατηγορεί, ότι αναμιγνύω τους αγίους Έλληνας μετά των σχισματικών. Αλλά τι άλλο έπρεπε να πράξη, αφού ουδέν βάσιμον έχει να παρουσιάση, διότι είναι βεβαιότατον, ότι εν τη εποχή καθ' ην υπήρχεν η προ μικρού καταστραφείσα Κωνσταντινούπολις, οι χριστιανοί εν Ελλάδι, οίτινες βραδύτερον εγένοντο δεκτοί εν Ιταλία, ήσαν άμεμπτοι ( certissimum sit tempore novissime vastatae Constantinopolis fuisse integerrimos christianos in Graecia, postea in Italia receptos ). Αλλά και μέχρι της Συνόδου της Νικαίας υπήρξαν βεβαίως άμεμπτοι χριστιανοί καθ' όλην την Ανατολήν, οίτινες δεν υπέκειντο υπό τον Ρωμαίον ποντίφηκα, ως σαφέστατα μαρτυρεί αυτή η εν Νικαία Σύνοδος, ορίζουσα: «τά ἀρχαῖα ἤθη κρατείτω, τά ἐν Αἰγύπτῳ καί Λιβύῃ καί Πενταπόλει, ὥστε τόν ἐν Ἀλεξανδρειᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τήν ἐξουσίαν ἐπειδή καί τῷ ἐν Ρώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθες ἐστιν» (12). Η αυτή δε Σύνοδος ουχί εις τον επίσκοπον Ρώμης, αλλ' εις τον των Ιεροσολύμων απέδωκε πρωτείον τιμής, ορίσασα: «ἐπειδή συνήθεια κεκράτηκε καί παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τόν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τήν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς» (13)... Τέλος δε ομολογείται, ότι δεν είναι αναθεματισμένοι οι Έλληνες 'Αγιοι, αλλά μόνον οι σχισματικοί· τούτο όμως δεν είναι το προκείμενον, διότι ούτε και εγώ ποτέ ωμίλησα περί των σχισματικών Ελλήνων, αλλά περί των Αγίων, προ πάντων της εν Νικαία Συνόδου, όπως δεν πιστεύω ότι και εκείνος εννοεί τους σχισματικούς Λατίνους, όταν ομιλή περί της Λατινικής Εκκλησίας... Οπωσδήποτε ουδέν δύναται να δείξη, ότι οι Έλληνες εγένοντο αιρετικοί... Το ρωμαϊκόν πρωτείον ή δεν ισχύει θείω δικαίω ή είναι καταδεδικασμένο εις τον αιώνα οι μη αποδεχθέντες αυτό 'Αγιοι ολοκλήρου της Ανατολικής Εκκλησίας» (14).

Εκ των μέχρι τούδε υπό του Λουθήρου ειρημένων συνάγεται, ότι ούτος εθεώρει την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν ως την αρχαιοτάτην πασών των Εκκλησιών, προϋπάρξασαν και αυτής της Ρωμαϊκης Εκκλησίας, ήτις είχε μητέρα την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων, ούσαν κοινήν μητέρα πασών των χριστιανικών Εκκλησιών. Επίσης εθεώρει αυτήν ως το καλύτερον τμήμα της οικουμενικής Εκκλησίας («meliorem partem universalis ecclesiae»), ης ουδέν έτερον τμήμα έδωκε περισσοτέρους και εξοχωτέρους συγγραφείς και αγίους, από όσους έδωκεν η Ελληνική Εκκλησία. Τέλος, αφού απέρριψε την αυθαίρετον και κακόβουλον λατινικήν δυσφημίαν, ότι συνεπεία της μη αναγνωρίσεως του κυριαρχικού παπικού πρωτείου απώλεσαν οι Έλληνες μετά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ορθόδοξον πίστιν και έγιναν ου μόνον σχισματικοί αλλά και αιρετικοί, υπερημύνθη ο Λούθηρος της ορθοδοξίας και της ανεξαρτησίας και αυτοτέλειας της Ανατολικής Εκκλησίας, της οποίας αναρίθμητοι επίσκοποι και άγιοι και μάρτυρες ουδέποτε υπήχθησαν υπό την εξουσίαν του επισκόπου Ρώμης, μη αναγνωρίσαντες το διεκδικούμενον υπ' αυτού κυριαρχικόν πρωτείον, όπερ δεν υφίσταται θείω δικαίω εν τη Εκκλησία, ως εις μάτην αγωνίζονται ν' αποδείξωσιν ο Έκκιος και οι λοιποί ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, αλλ' είναι τούτο ανθρώπινον καθαρώς κατασκεύασμα.

Ο Έκκιος, αντιληφθείς ότι δια της ισχυράς επιχειρηματολογίας του ο Λούθηρος έτεινε να αποδείξη πόσον παράλογον είναι να χαρακτηρίζηται Εκκλησία τις ως αιρετική επί μόνω τω λόγω ότι δεν αναγνωρίζει το παπικόν σύστημα, -ως εν προκειμένω η Ελληνική μετά των μη αναγνωρισάντων τον Πάπαν αγίων της, των αναγνωριζομένων και τιμωμένων υπό της οικουμενικής Εκκλησίας ως τοιούτων- , εποιήσατο την τελευταίαν σφοδράν όσον και άδικον έπίθεσιν κατά των Ελλήνων και γενικώτερον κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις προδίδει την μισαλλοδοξίαν και εχθρότητα του Παπισμού και των φανατικών θιασωτών του κατά της μη αναγνωρισάσης αυτόν Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ως προς τους Έλληνας, είπεν ο Έκκιος, «είναι εκπληκτικόν, μετά πόσης σπουδής ο αιδέσιμος πατήρ (Λούθηρος) υπεστήριξεν αυτούς, διαβεβαιώσας άμα ότι και εκείνοι οίτινες επέζησαν της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ήλθον εις την Ιταλίαν ήσαν χρηστοί. Δια τούτο βλέπω εμαυτόν εξηναγκασμένον να δείξω και να κατονομάσω τους Έλληνας, οι οποίοι εγένοντο σχισματικοί και αιρετικοί. Θαυμάζω, ότι ο αιδέσιμος πατήρ εν τη επιστολή του μου αποδίδει άγνοιαν της Ιστορίας, και αυτός εν τούτω θέλει να αγνοή, ό,τι γινώσκει ολόκληρος ή Εκκλησία. Δεν εγένοντο λοιπόν σχισμα­τικοί ο Μακεδόνιος και ο Νεστόριος και ο Ευτυχής και ο Ακάκιος και ο Ιωάννης Κωνσταντινουπόλεως, και δεν ήσαν οι Έλληνες εκείνοι, οίτινες, αφού επί μακρδν είχον εμμείνει εν τω σχίσματι, πάλιν υπετάγησαν εις την Εκκλησιαν επί Ευγενίου IV εν τη συνόδω της Φλωρεντίας, έστω και αν εν τη σκληροτραχήλω απιστία αυτών επανήλθον παρευθύς εις τον ίδιον αυτών έμετον; 'Αλλως τε, εάν οι Έλληνες δεν ήσαν σχισματικοί και αιρετικοί, ουδεμίαν θα είχομεν δογματικήν απόφασιν περί της υψίστης Τριάδος και της καθολικής πίστεως εναντίον των Ελλήνων. Ή δεν γνωρίζει ίσως ακόμη ο αιδέσιμος πατήρ, ότι ο Θωμάς Ακινάτος έχει γράψει βιβλίον περί των πλανών των Ελλήνων...»; (15)

Προφανώς πρόκειται περί της ουχί αγνώστου τοις Λατίνοις παραποιήσεως της Ιστορίας και των αρχαίων κειμένων προς πολεμικούς σκοπούς, ως ενταύθα επιχειρείται υπό του Εκκίου, όστις κακοβούλως συγχέει και ταυτίζει την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν με τους υπ' αυτής καταδικασθέντας και αποκοπέντας από του σώματος της Καθολικής Εκκλησίας αρχαίους αιρετικούς: Μακεδονιανούς, Νεστοριανούς, Μονοφυσίτας κ.λ.π., ή με τον αποδεχθέντα, χάριν πολιτικής μάλλον σκοπιμότητος, το «Ενωτικόν» του Ζήνωνος και απορρίψαντα το κυριαρχικόν του Πάπα πρωτείον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιον, ως και τον αποδεχθέντα τον αποδοθέντα αυτώ ψιλόν μόνον τίτλον «οικουμενικός», ξένον όμως προς πάσαν έννοιαν κυριαρχικού παπικού πρωτείου, Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννην τον Νηστευτήν.

Εντεύθεν ο Λούθηρου αντιπαρετήρησεν, ότι ουδέν συνεισφέρει εις το θέμα ο Έκκιος, «αναφέρων τους σχισματικούς Έλληνας Νεστόριον και Μακεδόνιον και Ευτυχή και λοιπούς, διότι ούτοι δεν ανήκον εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν. Αλλ' ούτως θα ηδυνάμην και εγώ, προστίθησι, να περιγράψω και χαρακτηρίσω την Λατινικήν Εκκλησίαν δια των Πελαγιανών και των Μανιχαίων και των Ιοβινιανών και των Βιγιλαντιανών και των ομοίων.Μακράν όμως απ' εμού, ώστε εκ των ολίγων κακών και σχισματικών να χαρακτηρίσω ως σχισματικήν μίαν ολόκληρον Έκκλησίαν» (16).

Επανερχόμενος δε και κατωτέρω ο Λούθηρος εις την Α' εν Νικαία Οικουμενικήν Σύνοδον και τους Έλληνας Πατέρας τονίζει, ότι «ο Μέγας Βασίλειος και ο Επιφάνιος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ήσαν χριστιανικώτατοι άνδρες, και όμως ουδέποτε υπετάγησαν εις τον Ρωμαίον ποντίφηκα, αλλά, κατά τους κανόνας της Συνόδου της Νικαίας, εχειροτονούντο υπό των επισκόπων των επαρχιών... Πάντες οι άγιοι και επιφανέστατοι Έλληνες, άνδρες καθολικώτατοι και ουχί σχισματικοί, είχον την εξουσίαν του χειροτονεΐν και καθιστάν επισκόπους». Τέλος ως προς το παπικόν πρωτείον παρετήρησεν ενταύθα ο Λούθηρος, ότι τούτο εδόθη εις τον επίσκοπον Ρώμης «δια συνοδικών αποφάσεων και ανθρωπίνου δικαίου και συμφωνίας των πιστών ( synodicis statutis et humano jure et consensu fidelium», ως τιμητικόν και ουχί διοικητικόν πρωτείον, μη υφιστάμενον θείω δικαίω εν τη Εκκλησία, ως υπεστήριζεν ο Έκκιος (17).

Αλλά πέραν των αναφερομένων εις το παπικόν πρωτείον και εις τα παρεπόμενα αυτώ, δι' άπερ εν τη μέχρι τούδε διεξαγωγή της συζητήσεως επεκαλέσθη ο Λούθηρος την μαρτυρίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως ανωτέρω είδομεν, είναι απορίας άξιον, ότι συνεχίζων ούτος παρέλειψε να τονίση επαρκώς και την υπό των Ορθοδόξων απόρριψιν του λατινικού καθαρτηρίου πυρός, όπερ και αυτός ορθώς κατεπολέμησεν εν τη συνδιαλέξει της Λειψίας και εν πολλαίς άλλαις περιπτώσεσιν, ως μη διδασκόμενον υπό της αγίας Γραφής και ουχί ως ευνοών τους Έλληνας, ως είπεν (18), επί πλέον δε ουδεμίαν μνείαν εποιήσατο εν Λειψία και της υπό των Ορθοδόξων απορρίψεως των λατινικών καινοδοξιών περί αφέσεων, μετανοίας, αγαθών έργων, αξιομισθιών, ικανοποιιών κ.λ.π., ας εν συνεχεία ομοίως κατεπολέμησεν (19).

Τοιαύτη, κατά πιστήν απόδοσιν, είναι η περιάκουστος μεταξύ του αρχηγού της Μεταρρυθμίσεως και ενός εκ των επιφανών θεολόγων της Λατινικής Εκκλησίας δημοσία εν Λειψία συνδιάλεξις του 1519, καθ' όσον αφορά μόνον εις την Ορθόδοξον Ελληνικήν Εκκλησίαν και την έναντι αυτής στάσιν του Μαρτίνου Λουθήρου. Η στάσις αύτη αναμφιβόλως επηρέασε μεν πολλούς μεταγενεστέρους διαμαρτυρόμενους θεολόγους, εσχε δε και γενικωτέραν τινά απήχηση εν μέσω του προτεσταντικού κόσμου (20). Επεβεβαίωσε δε τα ανωτέρω λεχθέντα περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας αυτός ο Λούθηρος ευθύς μετά την συζήτησιν εκείνην, ήτοι τη 20 Ιουλίου 15 19, εν επιστολή του προς τον Σάξωνα πρίγκηπα Γεώργιον Σπαλατίνον. Εν ταύτη επιβεβαιοί, ότι αποκρούσας όσα έωλα κατά της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας είπεν ο Έκκιος, υπεστήριξεν ότι οι Έλληνες από χιλίων ετών και οι αρχαίοι Πατέρες, ουδέποτε διατελέσαντες υπό την παπικήν εξουσίαν, δεν ανεγνώριζον το παπικόν πρωτεϊον εξουσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, ειμή μόνον τιμητικόν τοιούτον (21).

Το δ' εκ της όλης δημοσίας συζητήσεως της Λειψίας συναγόμενον συμπέρασμα είναι, ότι κατ' αυτήν ο Λούθηρος ανεδείχθη υμνητής και υπερασπιστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επί της διδασκαλίας και της πράξεως της οποίας εστηρίχθη δια να καταπολέμηση το απόλυτον μοναρχικόν πρωτείον εξουσίας εν τη οικουμενική Εκκλησία του επισκόπου Ρώμης, μιμηθείς εν τούτω κυρίως το παράδειγμα του μεγάλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου και των άλλων αντιπαπικών βυζαντινών ιεραρχών και θεολόγων. Ως και ανωτέρω παρετηρήσαμεν, ο Λούθηρος υπερημύνθη ιδιαιτέρως της ορθοδοξίας της Ανατολικής Εκκλησίας εναντίον του αυθαιρέτου και μισαλλόδοξου ισχυρισμού του αντιπάλου του, ότι δήθεν οι Ορθόδοξοι Έλληνες είχον περιπέσει εις σχίσμα και αίρεσιν (22). Ο Έκκιος υπεκρίνετο, ότι επίστευεν εις τον σκοπίμως διαδιδόμενον και καλλεργούμενον παρά τοις συγχρόνοις αυτώ ως και τοις μεταγενεστέροις Λατίνοις αφελή μύθον (23), καθ' ον δήθεν οι Έλληνες υπετάγησαν εις τους Τούρκους ένεκα της απείθειας και μη υποταγής αυτών εις τον Πάπαν, ούτω δε μετά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας συναπώλεσαν και την εαυτών πίστιν, γενόμενοι, αιρετικοί και σχισματικοί. Το δε χείριστον είναι, ότι τον μύθον τούτον συναντώμεν επαναλαμβανόμενον, δυστυχώς, και μετά ταύτα, ακόμη και εν συγχρόνοις επιστημονικούς ρωμαιοκαθολικούς συγγράμμασιν, εν οις τονίζεται, μετά σοβαροφανούς εμφάσεως, ότι, δια την εμμονήν των Ορθοδόξων Ελλήνων εις την αρχαιοπαράδοτον ορθόδοξον διδασκαλίαν και μάλιστα εις την ορθήν περί της εκ του Πατρός εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος διδασκαλίαν της αγίας Γραφής (Ιωάν. 15, 26) και της γνησίας ιεράς Παραδόσεως (άρθρον 8 Συμβόλου Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, κανών 7 της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου κ.λ.π.) και δια την απόρριψιν του μοναρχικού κυριαρχικού πρωτείου του Πάπα κ.τ.τ., ετιμωρήθησαν ούτοι υπό του Θεού, απολέσαντες την Κωνσταντινούπολη και την Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν! (24) Αλλ' εν τη υπό των Λατίνων δυσφημία ταύτη των Ορθοδόξων Ελλήνων και τω χαρακτηρισμω αυτών ως «σχισματικών» και «αιρετικών», άτε μη αποδεχθέντων το πρωτείον και την κυριαρχίαν του Πάπα, πρόκειται προφανώς περί αφελούς εκ μέρους των Λατίνων αντιστροφής της γνωστής κατ' αυτών κατηγορίας των Ορθοδόξων Ανατολικών, ότι οι Λατίνοι δια των καινοδοξιών και ετεροδιδασκαλιών των απεκόπησαν από «του κοινού της Εκκλησίας σώματος» και «απεσχίσθησαν εκ της των ετέρων τεσσάρων αγίων Πατριαρχών πνευματικής κοινωνίας και επεσχοινίσθησαν προς έθη και δόγματα της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων αλλότρια» (κατά τον μέγαν κανονολόγον Θεόδωρον Βαλσάμωνα, 1140-1200), δια τούτο δε και εγίνοντο δεκτοί επιστρέφοντες εις την Ορθοδοξίαν δια χρίσεως αγίου μύρου, επί τη βάσει του 7 κανόνος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και του 95 της Πενθέκτης (25).

Όπως ποτ' αν η, νομίζομεν, ότι δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός, ότι ο Λούθηρος προσεπάθησε κατά τον διάλογον της Λειψίας να αναιρέση και διάλυση τας κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας συκοφαντίας και διαβολάς του φανατικού Εκκίου και να αποκαταστήση το κύρος και την ορθοδοξίαν αυτής. Και, ως αλλαχού (26) εγράψαμεν, «αναμφισβητήτως η τοιαύτη εν αυτή τη αρχή της Διαμαρτυρήσεως αναγνώρισις υπ' αυτής της Ορθοδοξίας και των μεγίστων υπηρεσιών της Ελληνικής Εκκλησίας προς τον Χριστιανισμόν, ως και η μερική έστω αποκήρυξις των κατά της Ανατολικής Εκκλησίας προλήψεων και δυσφημιών της χριστιανικής Δύσεως, γενομένη μάλιστα επισήμως δια στόματος αυτού του αρχηγού της Διαμαρτυρήσεως, κέκτηται όλως ιδιάζουσαν σημασίαν, διότι καθώρισε κατά το μάλλον ή ήττον την στάσιν αυτής και εν τω μέλλοντι έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας και έθεσε το ζήτημα των εφεξής σχέσεων μεταξύ των δύο τούτων χριστιανικών κόσμων μάλλον επί ανωτέρου επιστημονικού επιπέδου, εφ' ου και εξειλίχθησαν κυρίως αύται κατά τας διαρρεύσασας έκτοτε τεσσάρας και ημίσειαν εκατονταετηρίδας».

Αντιθέτως ο Έκκιος εν Λειψία δεν εδίστασε να ασεβήση προς την αλήθειαν και να κατασυκοφάντηση και αδικήση την γεραράν Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν δια σαθρών σχολαστικών σοφιστειών και παραλογισμών. Επειδή δήλα δη ο Λούθηρος, προς επίρρωσιν των εκκλησιολογικών αντιλήψεων του, επεκαλέσθη την μαρτυρίαν και το παράδειγμα της άνευ Πάπα Ορθοδόξου Εκκλησίας, επεχείρησεν ο Έκκιος να παρουσίαση αυτήν ως αιρετικήν, ίνα ούτως αποδείξη και τον επ' αυτής στηριζόμενον Λούθηρον ως αιρετικόν. Ούτως ευρισκόμεθα, παρατηρεί ο E. Benz, προ «μιας αληθώς απροσδόκητου και παραδόξου εικόνος: ένθεν μεν ο ρωμαϊκός θεολ όγος Έ κκιος, όστις ανακηρύσσει την Ελληνικήν Εκκλησίαν, και ως όλον και εν τοις καθ' έκαστον, ως αιρετικήν και τους πιστούς αυτής παραπέμπει εις την κόλασιν, ετέρωθεν δε ο Λούθηρος, όστις θεωρεί την Ελληνικήν Εκκλησίαν ως το πρότυπον της γνήσιας καθολικότητος και στηρίζει επ' αυτής και μετ' αυτής την νομιμότητα του μεταρρυθμιστικού έργου του» (27). Αλλ' ούτω, προ της εκπληκτικής και βαθείας ταύτης αντιθέσεως, η Ορθόδοξος Εκκλησία, καίτοι απούσα και μη δυναμένη να λάβη μέρος εις τον διάλογον εκείνον, ευρέθη περιπεπλεγμένη εν τω σκληρω άγώνι μεταξύ των Διαμαρτυρομένων και των Ρωμαιοκαθολικών (28), των μεν πρώτων καταφευγόντων προς αυτήν οιονεί ως προς σύμμαχον και δανειζομένων όπλα εξ αυτής, των δε τελευταίων βαλλόντων ανοικτιρμόνως κατ' αύτης, πρωτοστατούντος νυν του Εκκίου, ενώ βραδύτερον θα προσπαθήσωσιν οι ίδιοι να παραστήσωσι την Ανατολικήν Έκκλησίαν ως συμφωνούσαν κατά πάντα προς την Λατινικήν και άρα ως Ορθόδοξον κατά πάντα (29).


 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Και κατά τον Ε. Benz, Die Ostkirche im Lichte der protestantischen Geschichtsshreibung von der Reformation bis zur Gegenwart, Freiburg- München 1952, 16, ὁ Λούθηρος «siecht in der griechischen Kirche die Repräsentanin der alten Kirche, die auch für Luther als die Kirche der Väter eine autoritative Bedeutung behält, wie er denn auch in seinen theologischen Schriften und vor allem auch in den Bekenntnisschriften mit Vorliebe auf die Väter der grieschischen Kirche wie Basilius den Grossen und Chrysostomus zurückgreift und Wert darauf legt, die Übereinstimmung der reformatorischen Lehre der alten Kirche darzulegen».

2. D. Martin Luthers, Werke. Kritische Gesamtausgabe. Weimar 1884, τ. II σ. 271 εξ.-Der authentische Text der Leipziger Disputation (1519), aus bisher ubenutzten Quellen hrsg. Von Otto Seitz, Berlin 1903.- E. Benz, μν. ε., σελ. 10 εξ. · :

3. Ο. Seitz, μν. ε. σελ. 56 -5 8.

4. Αυτόθι, σ. 58 εξ.

5. Πρβλ. Και E. Benz, μν. ε. σ. 10.

6. Ο. Seitz, μν. ε. σ. 65.

7. Αυτόθι, σ. 70. W Α. 2,265/6.

8. Αυτόθι, σ. 74. WA. 2,269.

9. Αυτόθι, σ. 78. WA. 2 272.

10. Αυτόθι, σ. 80. W Α. 2,273.

11. Αυτόθι, σ. 83 εξ. Σκόπιμον κρίνομεν, όπως παραθέσωμεν ενταύθα αυτούσιους τους λόγους του Λουθήρου, τους αναφερομένους εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν: «Hoc ego quae - sivi solum, et rogo quemlibet christianum, dignetur Christiana caritate perpendere, an non longe sit impudentissimae iniquitatis, tot inilia martyrum et sanctorum per annos mille et quadringentos in Graeca ecclesia habitos extra ecclesiam eiicere et nunc demum etiarn regnantes in caelo velle deturbare ? Nam si etiam insaniant omnes adulatores Romani pontificis, negare non possunt, Ecclesiam Christi fuisse 20 annos fundatam, coronatam per multam orbis terrarum partem, antequam ecclesia Romana fieret ex Petro, ut clarissirne patet ex epistola ad Gal., ubi scribit Paulus, se post tres annos venisse ad Petrum, deinde post quatuordecim annos iterum ascendisse ad Petrum. Qui si conferantur, invenientur ferine decem et octo anni post ascensionem Christi, quando Petrus adhuc erat Hierosolymis, ut taceam annos, quibus sedit Antiochiae, ut non possit dici, Romanam ecclesiam esse primam et caput iure divino. Sed illud magis urget, quod Graeca ecclesia usque ad nostra tempora nunquam accepit episcopos suos confirmatos ex Roma. Ideo si fuisset ius divinum, per tantum tempus omnes episcopi Alexandriae, Constantinopolis aliquot sanctissimi, ut Gregorius Nazianzenus et ceteri quam plurimi essent damnati, haeretici et Bohemici, qua blasphemia nihil potest detestabilius dici... ( σ.83). Quod Graecos olirn confitetur christianissimos, postea recedentes ab Romanae ecclesiae obedientia fidem cum imperio perdidisse, idem est, quod heri dixit eadem auctoritate Ecciana, praevaluisse adversus eos portas inferi, sic tractans scripturas, ut intelligat per praevalentiam inferorum adversus Bcclesiam terrenae vitae et rerum temporalium amissionem. Bellissima glossa certe, quasi non potuerit fides permanere amisso imperio et ita liceat divinare, quod nulli in Graecia sint christiani, quia nullum imperium.Eadem ratione diceret, et martyres ab inferis esse superatos... ( σ. 84). Graecam ecclesiam mille et quadringentorum annorum, (sive cum ea senserint Bohemi sive non, nihil ad me), certum habeo, quod nee Roman us pontifex nee omnes eius adulatores possint tantum numerum sanctorum sub potestate Romani pontificis nunquam agentium de caelo deturbare... Non est de necessitate salutis, credere Romanam ecclesiam aliis esse superiorem... Scio, quod salvati sunt Basilius magnus, Gregorius Nazianzenus, Epiphanius Cyprius et innumerabiles alii episcopi Graeci, et tamen hunc articulum non tenuerunt... ( σ . 87). Romanum pontificem esse vicarium Ghristi generalem, nee sic sit obseryatum a Graecis episcopis. Quare, quantum me urget egregius D. doctor per Bohemos nondum centum anno­rum, tantum ego urgeo eum per Orientalem ecclesiam, meliorem partem universalis ecclesiae et mille quadringentorum annorum. Si illi sunt haeretici, quia Romanum pontificem non agnoverunt, haereticum accusabo adversarium, qui tot sanctos per universalem Ecclesiam celebratos audet asserere damnatos» ( σ . 88). Και αλλαχού ο Λούθηρος κατέκρινε τα «articuli haeretici Johannis Eccii et quorundam fratrum ex illorum assertis», και δη το τρίτον, καθ ' ο δήθεν «Orientalis ecclesia fuit plus quam per mille annos haeretica», και το έκτον καθ' ο «Gregorius Nazianzenus, Athanasius, Basilius Magnus fuerunt haeretici»! (WA. 2,652/3). Ομοίως απέκρουσε την κατά των Ορθοδόξων Ελλήνων επί αιρέσει κατηγορίαν των Λατίνων και εν τω De captivitate Babylonica Ecclesiae praeludium, εν Lutherswerke in Auswahl, τ . Ι , σ . 436, ως και αλλαχού βλ. και WA. Briefwechsel, Nr. 157, Bd. I, 353, 36.

12. WA. 2,280 εξ.

13. Κανών 6, παρά Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1960, τ. Ι2, σ. 124.

14. Κανών 7, αυτόθι.

15. Ο. Seitz, μν. ε. σ. 95, 96, 100. WA. 2,285 εξ. Προστεθήτω ενταύθα και η παρά Seitz σ. 96 παρατήρησις του Λουθήρου: «Stat ergo adhuc invicte, quod Romanus primates aut non est iure divino firmatus, aut totius Orientalis Ecclesiae sanctos esse in aeternum dammatos. Illud praetereo, quod praevalentiam portatum inferi interpretatur invalentiam haeresium, quod non curo, nihilominus non ostendit Graecos fuisse haereticos, cum vulgatum sit etiam per iura, Graecos non haberi pro haeretcis». Πρβλ. και Ad aegocerotem Emserianum M. Lutheri addition, 1519, WA. 2,674,9.

16. Αυτόθι, σ. 102 /3. WA. 2,290 /Ι. Ως γνωστόν, πρόκειται περί του γνωστού πονηματίου του Θωμά Ακινάτου, Contra errors Graecorum ad Urbanum IV. Papam maximum, συγγραφέντος κατ' εντολήν του Πάπα τούτου, όστις και έθεσεν εις την διάθεσιν του Θωμά και λίβελλόν τινα μετά νενοθευμένων πατερικών μαρτυριών προς υποστήριξιν των δυτικών καινοτομιών. Σχετικώς βλεπ. F. H. Reusch, Die F ä lschungen in dem Traktat des Thomas von Aquin gegen die Griechen, εν τοις Πρακτικοίς της Βαυαρικής Ακαδημίας των επιστημών III. Cl. XVIII, τ. 3, Μü nchen 1889. Πράγματι εν τη συγγραφή ταύτη ο princes scholasticorum δεν εδίστασε, παρασυρθείς ίσως και υπό του Ουρβανού IV, να χρησιμοποιήση παραπεποιημένα και νόθα τινά πατερικά χωρία και κείμενα, δι' ων υπεστήριζε τας εν τη παρούση, αναξία αυτού, συγγραφή εξεταζομένας errors Latinorum περί του δυτικού Filioque, του παπικού πρωτείου, των ρωμαϊκών αζύμων και του καθαρτηρίου πυρός, ας όμως παρουσίασε τοις ανιδέοις ή εθελοτυφλούσι Λατίνοις ως errors Graecorum ! Δια τοιούτων νοθειών και μεθόδων κατεσυκοφαντείτο τότε εν τη Δύσει, ως και μετά δύο και πλέον αιώνας υπό του Εκκίου, η διαφυλάξασα ανόθευτον την αποστολικήν παρακαταθήκην της πίστεως Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία της Ανατολής! Ευλόγως λοιπόν ήλεγξαν ταύτας ι κανοί εκ των Ορθοδόξων, οίοι Γρηγόριος ο Παλαμάς, Κάλλιστος ο Μελενικιώτης και άλλοι. Πρβλ. και Ιω. Καρμίρη, Θωμά του Ακινάτου, Summa Theologica, Αθήναι 1935, τ. Ι, 1, σ. 34.

17. Ο. Seitz, μν. ε. σ. 111. WA. 2,297.

18. Αυτόθι, σ. 114, 115, 126.

19. Αυτόθι, σ. 144 εξ.

20. Αυτόθι, σ. 174 εξ. Περί των τελευταίων τούτων βλ. την μελέτην του Ρ. Ε. Persson, Glaube und Werke in der Ostkirche. Der Beitrag der orthodoxen Theologie zum Problem des Synergismus als kritische Frage an die reformatorische Theologie, εν «Μ aterialdienst des Konfessionskundlichen Instituts», Β ensheim 13 (1962) 81-87, ως και ημετέραν βιβλιοκρισίαν αύτης εν «Θεολογία» 33 (1962) 635-638.

21. Πρβλ. και W. Gass, Symbolik der Griechischen Kirche, Berlin 1872, σ. 41: «Seit Luther in der Leipziger Disputation, um das Dasein und Recht eines kirchlichen Christentums auch ausserhalb der p ä pstlichen Herrschaft zu beweisen, sich auf die griechisch - orientalische Kirche berufen hatte, wurde diese ein Gegenstand der Aufmerksamkeit für den protestantischen Standpunkt».

22. Μ artin Luthers, Β riefwechel, Nr. 187, Weimar 1930, Β d. Ι, 422, 68. Βλ. και Nr. 192, αυτ. Ι, 469 εξ.

23. Και ο E. Benz, μν. ε. σ. 10, γράφει, ότι ο Λούθηρος «vertritt hier die Meinung, die Griechische Kirche sei nicht h ä retisch und beruft sich auf ihre Lehre und Praxis al seine f ü r die gesamte Kirche verbindliche Tradition».

24. Και ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, όστις ειργάσθη εν τη Δύσει προς διάλυσιν των μυθωδών τούτων σπερμολογιών και συκοφαντιών των Λατίνων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, βέβαιοι, οτι «δυσφημία τις κατεσκεδάσθη καθ' ημών λίαν αδίκως υπό τίνων δυσμενών και φίλαυτων ανθρώποιν, τα μεν σφίσι δοκούντα υπερεξαίρειν βουλομένων, και ώσπερ από τρίποδος ταύτα δέχεσθαι τους ευήθεις κελευόντων, τα δε των άλλων, πολλού γε άξια όντα, πεπρωμένων υποβιβάζειν και ταπεινούν παρά πασαν άξίαν. Ποία δ' αύτη η δυσφημία και η εις ημάς βλασφημία; Οι νυν Έλληνες (φασίν), υπό ζυγόν τυραννίδος όντες, και την πίστιν τη βασιλεία συναπέβαλον...». Εν τω εαυτού: Ο ratio panegyrica et dogmatica in Navitatem Domini Dei et Sevatoris nostril Jesu Christi secundum carnem Altdorfii 1626, σ. 3. Πρβλ. και Ιω. Καρμίρη, Μητροφάνης ο Κριτόπουλος και η ανέκδοτος αλληλογραφία αυτού, Αθήναι 1937, σ. 104 εξ.

25. J. Pohle - J. Gummersbach, Lehrbuch der Dogmatik, Paderborn 1952, τ. Τ, σ. 416/7: «... zum Wahrzeichen des g ö ttlichen Zornes zog am 29. Μ ai 1453 der siegende Halbmond in Konstaninopel ein, dessen letzter Kaiser Konstantin XI. K ä mpfend fiel».

26. Βλεπ. Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1960, τ. Ι, σ. 133, 419 εξ., τ. ΙΙ (1953), σ. 979 εξ., 1005. Του αυτού, Πως δει δέχεσθαι τους προσιόντας τη Ορθοδοξία ετεροδόξους, Αθήναι 1954, σ. 17 εξ. Β. Ιωαννίδου, Die Beziehungen der Orthodoxen Ostkirche zu den andersgl ä ubigen Kirchen und ihre Stellung innerhalb der Ö kumenischen Bewegung, ένθα εξήνεγκε παρόμοιαν γνώμην, «das die r ö misch - katholische Kirche schismatisch ist, weil sie sich vom Glauben und Leben der einen, alten und oekumenischen Kirche durch ihre neuen und unbegr ü ndeten Lehren entfernt und getrennt hat, w ä hrend die orthodoxe Ostkirche ununterbrochen und unver ä ndert den Glauben und die Uberlieferung der einen und oekumenischen Kirche fortsetzt». (Εν Die Kirchen der Welt, Bd. I Die Orthodoxe Kirche in griechischer Sicht 2. Teil, hrsg. Von Bratsiotis, Stuttgart 1960, S. 120. Anm. 4).

27. Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, σ. 26.

28. E. Benz, Die ö stliche Orthodoxie und das kirchliche Selbstbewusstsein der Reformation, εν Ε vangelisches und Orthodoxes Christentum in Begegnung und Auseinandersetzung, hrsg. Von E. Benz und L. A. Zander, Hamburg 1952, σ. 108.

29. Εν τω αγώνι τούτω, γράφει, ο G. Florovsky, «beide religi ö se Gruppen im Western waren an dem Zeugnis der Orthodoxen Kirche interessiert, die von allen als treuer Repr ä sentant einer alten Tradition angesehen wurde. Einer der Streitpunkte zwischen Rom und den Reformatoren war eben dieser : War Rom der alten Tradition true geblieben, oder war es vieler ungerechtfertigter Neuerungen und Zus ä tze schuldig? Umgekehrt, war die Reformation wirklich eine Ruckkehr zur lehre und Praxis der Urkirche oder war sie eine Abweichung von ihr? In dieser Debatte war das Zeugnis der östlichen Kirche von hervorragender Bedeutung. R. Rouse und Ch. Neill, Geschichte der ökumenischen Bewegung, Göttingen 1957, I, 239.