ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

πίσω


Οι «ιστορικές περιπέτειες» των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας

Ο χαρακτήρ των πρώτων κατά της Εκκλησίας διωγμών και η περί των χριστιανών αλληλογραφία του Πλινίου μετά του αυτοκράτορος Τραϊανού

Θρήνος για την άλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Ο παπισμός στη Φραγκοκρατού- μενη Ελλάδα

Ο Χριστιανισμός και τα χρόνια που έρχονται

Το ζήτημα της σχέσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως προς το Διαφωτισμό και τις αρχές του

Η Λουκάρειος Ομολογία και το εκ ταύτης δημιουργηθέν Λουκάρειον πρόβλημα

Ο Αγιος Κοσμάς και το Εικοσιένα

Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Τα όρια της Δυτικής Ευρώπης

Τα Ευαγγέλια και η θέση του Ιησού έναντι των εθνών- Μεσοδιαθηκική περίοδος και προπαρασκευή

Κωνστανίνος Παλαιολόγος - Πολιορκία και Aλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία

Εις Νικόλαον Λούβαρι Μνημόσυνον

Απόπειραι των Δυτικών προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων από της τουρκικής δουλείας (1453- 1463)

Κολλυβάδες - Αντικολλυβάδες

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια

Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Α)

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Β)

Η τελευταία δημηγορία του Παλαιολόγου και ο Βαρβερινός Ελληνικός Κώδιξ ΙΙΙ

Κριτόβουλος, Ξυγγραφής Ιστοριών Α΄

Όψιμη Ιεραποστολή στη Λακωνία

Υπήρξε ποτέ «Τρίτη Ρώμη»; Παρατηρήσεις για τη βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία

«Ρουμ Μιλέτι»: οι Ορθόδοξες κοινότητες υπό τους Οθωμανούς Σουλτάνους

Τα επαιτικά τάγματα της Δύσης

Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία: Επαφές και δραστηριότητες κατά τον 20° αιώνα

Ο Προτεσταντισμός και ο Ελληνισμός

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η απελευθέρωση των Ελλήνων και ο εσχατολογικός ρόλος της Ρωσίας και της Γαλλίας μέσα στο ερμηνευτικό έργο του Θεοδώρητου Ιωαννίνων ( περ. 1740-1823)

Τα σχέδια των Πανσλαυϊστών εις την Παλαιστίνην

Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Περσία

Το πολιτικόν δέον του Νέου Ελληνισμού

Ζητήματα εφαρμογής των ιερών κανόνων

Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση

Ο 'Αγιος Νεκτάριος - Σύντομος επισκόπηση του βίου και του έργου του

Το ήθος της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Σύγχρονες θεολογικές προσεγγίσεις

Μνεία Δεισιδαιμονιών τινών και μαγικών συνηθειών εις Νομοκανόνας

Σκέψεις τινές περί Εικονομαχίας

Ιστορία και οπλικά συστήματα: η περίπτωση του «υγρού πυρός»

H ομαδικοσυνει-δησιακή γένεση και λειτουργικότητα της Θρησκείας

Προσκυνηματικές περιηγήσεις: Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Ο Λούθηρος περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας - H συνδιάλεξις της Λειψίας (1519)

Οι δύο εξουσίες: Η διαμάχη μεταξύ παπών και αυτοκρατόρων και οι θεωρίες των βυζαντινών

Βυζάντιο και Ρωσσία

Η συμβολή του Βυζαντινού πνεύματος στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας

Νοσταλγία του Βυζαντίου

Εκκλησιολογική Προσέγγιση των Σχέσεων Επισκόπου και Ιερών Μονών της Επαρχίας του

Ιστορία μεσαιωνικών αιρέσεων καί ιδεολογικά διακυβεύματα

Τα «Υπέρ» και τα «Κατά» της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων

Ο Ναός των Ιεροσολύμων μεταξύ Θεσμικού Ιουδαϊσμού και Χριστιανικής Κοινότητας

Αλέξανδρος Δελμούζος: Μία προφητική φωνή από το χώρο της εκπαίδευσης

Διδαχή Γ΄

Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Η παράδοσις περί του αποστόλου Θωμά

Ο 'Αγιος Κοσμάς τιμάται υπό του Αλή πασά

Σημεία τριβής Μονών καί Επισκόπων

Κατευόδωσις στρατού - Η θρησκευτική προετοιμασία

Η διεύρυνση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικι- σμός και «Χριστιανικός Νότος» στο οικουμενικό προσκήνιο κατά την δεκαετία του 1960

O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος», Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο

Η ιδέα της αποστολικότητος του θρόνου και ο απόστολος Ανδρέας

Ο Ιουστινιανός και οι Μονοφυσίται

Ιεραποστολικοί αγώνες των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου-
Αποτίμηση της προσφοράς τους

Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και οι απόστολοι των Σλάβων Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος

Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και η πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή κατά τον Ε΄ αιώνα

Ο Ταλαντίου Νεόφυτος ως αρθρογράφος στην Εφημερίδα των Αθηνών. Θέματα και προβληματισμοί

Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον της Νικαίας (325)- Ο ρόλος της Αλεξανδρείας και της Ρώμης

  Τα «Υπέρ» και τα «Κατά» της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Τσέτση

 

Τό ἄρθρο αὐτό δέν ἔχει τήν φιλοδοξία νά ἀσχοληθῇ ἐκτεταμένα μέ τίς ποικίλες πτυχές τῆς ἑξηντάχρονης καί πλέον παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (στό ἑξῆς ΠΣΕ ἤ Συμβούλιο), περιγράφοντας τήν πολύπλευρη συνεργασία τους μέ τόν διαχριστιανικό αὐτό ὀργανισμό. Τό ἐγχείρημα αὐτό θά ἀπαιτοῦσε ὁπωσδήποτε τήν συγγραφή ὀγκώδους τόμου! Στίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν, ἁπλῶς θά ἐπιχειρηθῇ μία πολύ σύντομη ἀναδρομή στίς μέρες τῆς γενέσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τῆς ἱδρύσεως τοῦ κατ'ἐξοχήν θεσμικοῦ της ὀργάνου, τοῦ ΠΣΕ, -καί τοῦτο γιά νά τοποθετηθῇ τό πλαίσιο-, στή συνέχεια δέ θά γίνῃ μιά συνοποτική ἀναφορά στά "σύν" καί τά "πλήν" τῆς παρουσίας αὐτῆς στόν ἐν λόγῳ ὀργανισμό.

Σέ πολλούς, ὀρθόδοξους καί μή, ἐκκλησιαστικούς καί κοσμικούς κύκλους, ὑπάρχει διάχυτη ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ Οἰκουμενική Κίνησις ξεκίνησε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέσα ἀπό τά σπλάγχνα τῆς Διαμαρτυρήσεως, ὡς συνέπεια τῆς ἐσωτερικῆς κρίσεως τοῦ προτεσταντικοῦ κόσμου, καί ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι προσεχώρησαν στήν "παμπροτεσταντική" αὐτή Κίνηση ἐκ τῶν ὑστέρων, κυρίως γιά ὠφελιμιστικούς σκοπούς!

Τοιουτοτρόπως, πολλοί καλόπιστοι ὀρθόδοξοι διατυπώνουν, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τό σκόπιμο τῆς συμμετοχῆς τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Οἰκουμενική Κίνηση καί τά θεσμικά τῆς ὄργανα, ὅπως τό ΠΣΕ, τό Συμβούλιο Εὐρωπαïκῶν Ἐκκλησιῶν (ΚΕΚ), ἤ τό Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τῆς Μέσης 'Ανατολῆς. Πρέπει νά σημειωθῇ παρεμπιπτόντως ὅτι τό ἐρώτημα αὐτό εἶχε τεθεῖ ἐπί τάπητος ἤδη εὐθύς μετά τήν ἵδρυση τοῦ ΠΣΕ τό 1948, μέ ἀποτέλεσμα ὅπως δύο χρόνια ἀργότερα ἡ Κεντρική Ἐπιτροπή του ψηφίσῃ ἕνα κείμενο τιτλοφορούμενο "Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καί τό Παγκόσμιο Συμβούλιο 'Εκκλησιῶν", εὐρύτερα γνωστό ὡς "Δήλωσις τοῦ Τορόντο", τό ὁποῖο, σέ μιά προσπάθεια διασκεδάσεως φόβων τῶν ὀρθοδόξων μήπως ἡ ἵδρυσις τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ σήμαινε τήν ἀπαρχή δημιουργίας μιᾶς "Ὑπέρ-ἐκκλησίας ", καθώριζε τό "τί εἶναι " καί "τί δέν εἶναι" τό ΠΣΕ.

Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά καί οὐκ ὀλίγοι διαμαρτυρόμενοι, προερχόμενοι κυρίως ἀπό τόν λεγόμενο "Τρίτο Κόσμο" ἤ ἀπό μερικές νεοφανεῖς προτεσταντικές ὁμολογίες τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου, θεωροῦν τούς ὀρθοδόξους ὡς ἕνα ἰδιότυπο σῶμα πού ἀνήκει σ'ἕνα ἄλλο κόσμο καί σ'ἕνα διαφορετκό πολιτισμό, ἕνα σῶμα ξένο πρός τούς προβληματισμούς τῆς Κινήσεως, καί τό ὁποῖο συχνά ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στήν πορεία πρός τήν χριστιανική ἑνότητα. Ἔτσι, φυσικά, ὅπως ἀντιλαμβάνεται τήν ἑνότητα αὐτή ὁ προτεσταντικός κόσμος.

Ἐν τούτοις ἡ ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, εἰδικώτερα δέ τοῦ ΠΣΕ, εἶναι στενά συνυφασμένη μέ τήν Ὀρθοδοξία, δοθέντος ὅτι ἡ πρώτη ἐπίσημη πρότασις ἱδρύσεως μιᾶς "Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν ", κατά τό πρότυπο τῆς "Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν" ( League of Nations ), προῆλθε, τό 1920 ἤδη, ἀπό μιά Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, συγκεκριμένα δέ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο, μέ τήν περιώνυμη Ἐγκύκλιό του "Πρός τάς Ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ", ἀφοῦ διατύπωνε τήν πεποίθηση ὅτι οἱ θεολογικές διαφορές δέν ἔπρεπε νά ἀποτελοῦν κώλυμα γιά τήν προσέγγιση καί συνεργασία τῶν Ἐκκλησιῶν, κυρίως στόν ἠθικοκοινωνικό τομέα, τασσόταν ὑπέρ τῆς θεσμικῆς ἐκφράσεως τῆς συνεργασίας αὐτῆς, στά πλαίσια ἀκριβῶς μιᾶς "Κοινωνίας Ἐκκλησιῶν". Κοινωνίας, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ "συνασπισμοῦ" ( league ), καί ὄχι ὑπό τήν ἐκκλησιολογική της σημασία, ὡς "κοινωνίας ἐν τοῖς μυστηρίοις" . Ὅπως παρατηροῦσε κάποτε ὁ μακαριστός W . A . Visser t ' Hooft , πρωτοπόρος τῆς Κινήσεως αὐτῆς καί πρῶτος Γενικός Γραμματεύς τοῦ ΠΣΕ, "ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ὑπῆρξε ἀπό τίς πρῶτες στήν νεώτερη ἱστορία, πού ὑπέμνησε στήν χριστιανωσύνη ὅτι θά ἦταν αὐτή ἀπειθής στή βούληση τοῦ Διδασκάλου καί Σωτῆρος της, ἄν δέν ἐπιζητοῦσε νά δείξῃ στόν κόσμο τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ...Ἡ Κωνσταντινούπολις ἐξήγγειλε τήν σύναξη τῶν χριστιανῶν".

Κατά τήν εἰκοσαετία πού ἀκολούθησε τήν ἐξαπόλυση τῆς ἀνωτέρω Ἐγκυκλίου, καί τήν ἐν τῷ μεταξύ, περί τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, σχεδόν ταυτόχρονη ἵδρυση τῶν δύο διαχριστιανικῶν κινήσεων "Πίστις καί Τάξις" (θεολογική ἔρευνα) καί "Ζωή καί Ἐργασία" (κοινωνικός προβληματισμός), -ἀπό τήν συγχώνευση τῶν ὁποίων προέκυψε ἐκ τῶν ὑστέρων τό ΠΣΕ-, ὅλες οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μέ ἐξαίρεση τήν τότε ἐμπερίστατη καί ἀποκομμένη ἀπό τό λοιπό κόσμο Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας, εἶχαν ἐνεργό συμμετοχή στήν νεοεμφανισθεῖσα Οἰκουμενική Κίνηση, ἐνῶ πολλοί κορυφαῖοι ὀρθόδοξοι ἱεράρχαι καί θεολόγοι, ὅπως οἱ Μητροπολῖται Θυατείρων Γερμανός καί Νόβι-Σάντ Εἰρηναῖος, καί οἱ καθηγηταί Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (ὁ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν), Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, Σέργιος Μπουλγκάκωφ, Γεώργιος Φλωρόβσκυ καί Στέφανος Ζάνκωφ, ὑπῆρξαν ἀπό τούς κορυφαίους καί μέ μεγάλη ἐπιρροή ἡγέτες τῆς Κινήσεως αὐτῆς.

Ὡστόσο, κατά τήν ἱδρυτική Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ στό Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας (1948), συμμετεῖχαν μόνο τρεῖς ἑλληνικές Ἐκκλησίες, συγκεκριμένα δέ, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες Κύπρου καί Ἑλλάδος. Καί τοῦτο διότι οἱ, τήν ἐποχή ἐκείνη, ἐπέκεινα τοῦ "Σιδηροῦ Παραπετάσματος" εὑρισκόμενες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀπό πολιτική σκοπιμότητα περισσότερο, παρά γιά θεολογικούς ἤ ἐκκλησιολογικούς λόγους, (νά μή λησμονηθῇ ὅτι κατά τήν μεταπολεμική ἐκείνη ἐποχή ὁ ψυχρός πόλεμος μεταξύ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί Δυτικοῦ Κόσμου βρισκόταν στό ἀπόγειο του), ἀρνήθηκαν νά παραστοῦν στήν Συνέλευση, ἐνῶ τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσλύμων εἶχαν μέν ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση, χωρίς ὅμως νά στείλουν ἀντιπροσώπους. Ἡ πρώτη ἐμφάνιση τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν στό οἰκουμενιστικό προσκήνιο ἔγινε κατά τήν Δεύτερη Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ, πού εἶχε συγκροτηθεῖ στό Ἔβανστον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς τό 1954.

Μέ τόν καιρό ὅμως τά ἐμπόδια παραμερίσθηκαν, οἱ παρεξηγήσεις διασκεδάσθηκαν, καί βοηθοῦντος ἀσφαλῶς τοῦ εὐνοïκοῦ ἀνέμου πού ἄρχισε νά πνέῃ βαθμιαία στίς σχέσεις Ἀνατολῆς-Δύσεως, ὅλες οἱ πέραν τοῦ Παραπετάσματος Αὐτοκέφαλες καί Αὐτόνομες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες προσχώρησαν στό ΠΣΕ, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1961 καί 1966. Νά σημειωθῇ ὅτι ἡ, γιά τούς γνωστούς πολιτικούς λόγους, μέχρι τό 1990 ἀποῦσα ἀπό τό διορθόδοξο καί διαχριστιανικό προσκήνιο Ἐκκλησία Ἀλβανίας, ἔγινε μέλος τοῦ ΠΣΕ, ὅπως καί τοῦ ΚΕΚ, τό 1994, λίγο μετά τήν ἐκ βάθρων ἀνασύστασή της.

Εἶναι ἀναντίρρητο γεγονός ὅτι στά ἑξῆντα καί πλέον χρόνια πού κύλησαν στήν ζωή τοῦ ΠΣΕ ἔπειτα ἀπό τήν Συνέλευση τοῦ Ἄμστερνταμ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στό σύνολό της ἐργάσθηκε πολυμερῶς καί πολυτρόπως γιά τήν προώθηση τῶν σκοπῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τοῦ ΠΣΕ, τόσο στόν κοινωνικό ὅσο καί στόν θεολογικό τομέα, δίνοντας μιά μοναδική μαρτυρία, κυρίως ὡς πρός τό καίριο θέμα τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, ἔτσι ὅπως ἑρμηνεύεται αὐτό, θεολογικά καί ἱστορικά, ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Καθώς δέ δήλωνε κάποτε ὁ κορυφαῖος ρῶσσος καθηγητής Γεώργιος Φλωρόβσκυ, πράγματι " ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδοξίας στήν διαμόρφωση τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ὑπῆρξε σημαντικός, ἐνίοτε δέ καί ἀποφασιστικός".

Περί τῆς μαρτυρίας αὐτῆς τῶν Ὀρθοδόξων καί τῆς θετικῆς των συμβολῆς στήν διαμόρφωση καί περαιτέρω ἀνάπτυξη τοῦ ΠΣΕ, ἔκαμε εὐρύτατα λόγο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τό Διάγγελμα πού εἶχε ἐκδώσει τό 1973, ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμπληρώσεως εἰκοσιπενταετίας ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ ἐν λόγῳ ὀργανισμοῦ. Ἡ διεύρυνσις τοῦ Βασικοῦ Ἄρθρου τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ ΠΣΕ πάνω στήν ὀρθή τριαδολογική ὁρολογία, ἔλεγε τό Φανάρι, ἡ ἀποσαφήνισις τῆς θεολογίας τῆς ἱεραποστολῆς ὡς βασικοῦ σκοποῦ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης ἐγκαταλείψεως τῶν παλαιῶν μεθόδων τοῦ προηλυτισμοῦ καί ἡ ρητή αὐτοῦ καταδίκη, ἡ ἔνταξις στά πλαίσια τοῦ διαχριστιανικοῦ διαλόγου ὡρισμένων βασικῶν θεολογικῶν ἀρχῶν βασιζομένων στήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, καθώς καί ἡ ἐνασχόλησις μέ οὐσιώδη θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα, ὡς λ.χ. ἡ φύσις καί τά γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας, τό Βάπτισμα, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ Ἱερωσύνη, ὅλα αὐτά, ὑπογράμμιζε ἡ Κωνσταντινούπολις, ἀποτελοῦν δείγματα τῆς θετικῆς παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων στό ΠΣΕ.

Κατά τήν ἑξηκονταετία πού διέρρευσε ὅμως, οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δέν παρέλειψαν νά συμπράξουν μέ τά ἑτερόδοξα μέλη τοῦ ΠΣΕ καί στόν κοινωνικό τομέα, σέ μιά κοινή προσπάθεια ἐξευρέσεως τρόπων θεραπείας τῶν πολυποίκιλων ὑπαρξιακῶν ἀναγκῶν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Καί τοῦτο διότι ὑπῆρχε καί ὑπάρχει σ'αὐτές ἡ ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία, πού πάνω ἀπ'ὅλα εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή γῆ καί τό μέσο τῆς μεταδόσεως τῆς Θείας Χάριτος στόν ἄνθρωπο, καλεῖται σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, νά κομίσῃ στήν μαστιζόμενη ἀπό ὑλική καί πνευματική πτώχεια σύγχρονη κοινωνία τήν λυτρωτική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Δέν χωρεῖ δέ ἀμφιβολία ὅτι τά πολύπτυχα προγράμματα πού ἀναπτύχθηκαν ἀπό τό ΠΣΕ, μέ τήν πλήρη σύμπραξη τῶν Ὀρθοδόξων, στούς χώρους τῆς διακονίας, τῆς θεολογικῆς μορφώσεως, τοῦ εὐαγγελισμοῦ, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος, τῆς ὑγείας, τῆς εἰρήνης καί δικαιοσύνης, τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἤ τῆς περιθάλψεως τῶν θυμάτων φυλετικῶν διακρίσεων, σ'αὐτό ἀκριβῶς ἀποσκοποῦσαν.

Καί ταῦτα μέν ὅσον ἀφορᾶ στά "σύν" τῆς ἑξηντάχρονης συνεποῦς παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων στό ΠΣΕ καί τῆς συνεργασίας τους μέ τά ἑτερόδοξα μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ γιά τήν προώθηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καί τήν διακονία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου.

Ἐν τούτοις, ὑπάρχουν καί τά "πλήν," πού δέν εἶναι ἀμελητέα. Περί αὐτῶν ἔγινε κατά διαστήματα λόγος σέ πολλούς ἐκκλησιαστικούς καί θεολογικούς κύκλους, ὄχι μόνο τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά καί τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Μάλιστα δέ, στά πλαίσια τῆς συγκλήσεως τῆς Ὀγδόης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ ΠΣΕ (Χαράρε, Δεκέμβριος τοῦ 1998), καί τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνώτατου αὐτοῦ νομοθετικοῦ σώματος τοῦ ΠΣΕ, ὅπως ἀνασυγκροτήσῃ καί ἐπαναπροσανατολίσῃ τόν διαχριστιανικό αὐτό ὀργανισμό, ἔπειτα ἀπό μιά πεντηκονταετῆ, πρός τίς Ἐκκλησίες-Μέλη του, διακονία.

Πρέπει λοιπόν νά ὁμολογηθῇ ὅτι παρά τήν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσα ἀδιαμφισβήτητη θετική συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό ΠΣΕ, ἡ παρουσία τους σ'αὐτό ὑπῆρξε προβληματική. Τόσο γι'αὐτούς, ὅσο καί γιά τόν περί οὗ ὁ λόγος ὀργανισμό. Διότι, ἀφ'ἑνός ὁ εἰδικός χαρακτήρ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ἡ περί Θείας Εὐχαριστίας ἀντίληψίς μας, ἡ ὀρθόδοξος θεώρησις τοῦ κόσμου, ὅπως καί οἱ ἱστορικές ἐπιφυλάξεις μας ἔναντι τῆς Δύσεως, καί ἀφ'ἑτέρου ἡ ἀνομοιογένεια τῶν προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν πού συμμετέχουν στό ΠΣΕ, ἡ ρευστή τους ἐκκλησιολογία, ἡ ἀσάφεια τῆς θεολογίας τους, ἡ ἐκ μέρους των αὐθαίρετη ἑρμηνεία, ἤ ἀκόμη ἐπανασυγγραφή, τῆς Ἁγίας Γραφῆς στή λεγόμενη "περιεκτική γλῶσσα" , ἡ ὁλονέν καί περισσότερο αὐξανόμενη τάση νά ἐφαρμόζουν μεταξύ τους μυστηριακή κοινωνία παρά τήν ἔλλειψη ἑνότητος ἐν τῇ πίστει, ὁ ἄκρως φιλελεύθερος τρόπος μέ τόν ὁποῖο προσεγγίζουν διάφορα ποιμαντικά καί ἠθικο-κοινωνικά θέματα, ὅλα λοιπόν αὐτά, συνετέλεσαν καί συντελοῦν στή δημιουργία ἐντάσεων καί ἀδιεξόδων, πού προβληματίζουν τούς ὀρθοδόξους, καί ἀσφαλῶς παρεμποδίζουν τήν ἁρμονική λειτουργία τοῦ ΠΣΕ.

Τά προβλήματα αὐτά ἐπισημάνθηκαν κατά καιρούς ἀπό τίς Ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Ρωσσίας, Ρουμανίας καί Ἑλλάδος, στά πλαίσια διαφόρων ἐπετείων ἤ παραμονές Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ, ἀλλά καί ἀπό διάφορα ἐπίσημα ἤ ἀνεπίσημα διορθόδοξα σώματα, ὅπως τό Συμπόσιο τοῦ Νέου Βάλαμο (1977), ἡ Σύσκεψις τῆς Σόφιας (1982), καί, κυρίως, ἡ Τρίτη Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις (1986), ἡ ὁποία μέ τό κείμενό της "Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενική Κίνησις", ἔθεσε τόν δάκτυλον ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων καί, σέ ἐπίσημο πλέον πανορθόδοξο ἐπίπεδο, χάραξε τό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο πρέπει νά κινῆται καί νά δρᾷ ἡ Ὀρθοδοξία στό χῶρο τῆς Κινήσεως αὐτῆς καί τοῦ κυριώτερου θεσμικοῦ της ὀργάνου, τοῦ ΠΣΕ.

Ἡ ἐν λόγῳ Πανορθόδοξος Διάσκεψις, ἀφοῦ πρῶτα ὑπέμνησε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος συμμετοχή στήν Οἰκουμενική Κίνηση "οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί τήν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ'ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν καί πρός ἀντιμετώπισιν νέων ὑπαρξιακῶν αἰτημάτων", τόνισε χωρίς ἐπαμφοτερισμούς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, παραμένουσα πιστή στήν ἐκκλησιολογία της, ὅπως καί στήν διαδασκαλία τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά παραδεχθῇ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας "ὥς τινα διομολογιακήν προσαρμογήν ", καθώς φρονοῦν οἱ Διαμαρτυρόμενοι συνομιληταί μας, οὔτε δέ καί νομίζει ὅτι ἡ χριστιανική ἑνότης πού ἀναζητεῖται στά πλαίσια τοῦ ΠΣΕ μπορεῖ νά εἶναι "προïόν μόνον θεολογικῶν συμφωνιῶν." Καί τοῦτο διότι " ὁ Θεός καλεῖ πάντα χριστιανόν εἰς τήν ἐν τῷ μυστηρίῳ καί τῇ παραδόσει βιουμένην ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα τῆς πίστεως". [Νά σημειωθῇ παρενθετικά ὅτι αὐτή ὑπῆρξε ἀνέκαθεν ἡ πάγια θέσις τῶν ὀρθοδόξων ἀρχῆς γενομένης ἀπό τό Πρῶτο Συνέδριο Πίστεως καί Τάξεως στή Λωζάννη (1927), ὅπου οἱ ὀρθόδοξοι σύνεδροι σαφῶς καί ἀπεριφράστως εἶχαν δηλώσει ὅτι "πᾶσα ἕνωσις δέον νά στηρίζηται ἐπί τῆς κοινῆς πίστεως καί ὁμολογίας τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων". Ἡ ὑπόμνηση αὐτή ἦταν ἀναγκαία γιά νά διασκεδασθοῦν οἱ φόβοι ὅσων ἔχουν τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι πού συνεργάζονται μέ τούς διαχριστιανικούς ὀργανισμούς ἤ συμμετέχουν σέ διάφορους διμερεῖς καί πολυμερεῖς θεολογικούς διαλόγους, ἐνεργοῦν ἀπερίσκεπτα, ἤ ὅτι κάμουν ὑποχωρήσεις, ἀπεμπολοῦντες ἔτσι τήν πίστη τους! ]

Διατυπώνοντας τίς βασικές ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου συμμετοχῆς στήν Οἰκουμενική Κίνηση καί στά θεσμικά της ὄργανα, ἡ Πανορθόδοξος αὐτή Διάσκεψις ἔκαμε καί τήν πρόταση ὅπως ἐντός τοῦ ΠΣΕ καί τῶν λοιπῶν διαχριστιανικῶν ὀργανισμῶν "ἀνευρεθοῦν αἱ ἀναγκαῖαι προϋποθέσεις, αἵτινες θά παράσχουν εἰς τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τήν δυνατότητα νά ἐνεργοῦν ἰσοτίμως πρός τά λοιπά μέλη τῶν ὡς ἄνω Ὀργανισμῶν, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητος". Ταυτόχρονα δέ ζητοῦσε ὅπως, τόσο στό ΠΣΕ, ὅσο καί στούς λοιπούς ὀργανισμούς, "γίνουν νέαι ἀναγκαῖαι ρυθμίσεις ἐπί τῷ σκοπῷ ὅπως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δυνηθῇ νά δώσῃ τήν μαρτυρίαν καί τήν θεολογικήν αὐτῆς προσφοράν, ἥν ἀναμένουν ἐξ αὐτῆς οἱ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει ἑταῖροι αὐτῆς".

Περί τῆς ἀναγκαιότητος δημιουργίας νέων προϋποθέσεων στό ΠΣΕ, προκειμένου ὅπως ἐπιτευχθῇ μιά λυσιτελέστερη συμμετοχή τῶν ὀρθοδόξων σ'αὐτό, εἶχε ἀναφερθεῖ καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1997, ὅταν, ἐν ὄψει τῆς Συνελεύσεως τῆς Χαράρε καί τῆς προσπάθειας νά διευκρινισθῇ ἡ "φύσις" τοῦ ΠΣΕ καί ἀναπροσδιορισθοῦν οἱ σκοποί του, εἶχε κληθεῖ νά διατυπώσῃ τίς ἀπόψεις του ὡς πρός τόν ρόλο τόν ὁποῖο κλεῖται νά διαδραματίσῃ στό μέλλον ὁ διαχριστιανικός αὐτός ὀργανισμός, ὑπό τό φῶς τῶν ἐξελίξεων πού σημειώθηκαν στό μεταξύ στήν Οἰκουμενική Κίνηση. Σέ σχετικό μακροσκελές ὑπόμνημα, ἀπευθυνόμενο στόν Γενικό Γραμματέα τοῦ Συμβουλίου, τό Φανάρι, ἀφοῦ πρῶτα προέβαινε στή διαπίστωση ὅτι τό ἐκκλησιαστικό ἦθος, ὅπως καί ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι, ἐνεργεῖν καί ψηφίζειν τοῦ ΠΣΕ ἦταν προτεσταντικῆς ὑφῆς καί ἐμπνεύσεως, συνιστοῦσε στούς ἰθύνοντες τοῦ Συμβουλίου νά κάμουν τομές καί νά ἀναζητήσουν τρόπους "συναινετικῆς λήψεως ἀποφάσεων", κυρίως ὅσον ἀφορᾷ σέ θέματα πίστεως, ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί χριστιανικῆς ἠθικῆς, καί τοῦτο "ἵνα μή ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελῇ τήν de facto μειοψηφίαν τοῦ Συμβουλίου, ὑποχρεουμένη νά συμμορφοῦται μέ τήν βούλησιν τῆς ἀριθμητικῆς αὐτοῦ, προτεσταντικῆς προελεύσεως, πλειοψηφίας".

Στά ἴδια μήκη κύματος κινήθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων καί ἡ Διορθόδοξος Συνάντησις τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία εἶχε συγκληθεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, κατόπιν αἰτήματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωσσίας καί Σερβίας, τόν Μάïο τοῦ 1998, λίγους μῆνες πρίν τήν Γενική Συνέλευση τῆς Χαράρε, μέ σκοπό νά ἐξετάσῃ ὁλόκληρο τό φάσμα τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τό ΠΣΕ καί ἀκολούθως προβῇ στήν ἐξεύρεση ἱκανοποιητικῶν ὅρων συμμετοχῆς των στόν ὀργανισμό αὐτό.

Στό σημεῖο αὐτό ἐπιβάλλεται, νομίζω, νά γίνῃ κάποιο σχόλιο ὡς πρός τά αἴτια πού προκάλεσαν τό ἀνωτέρω αἴτημα τῶν Πατριαρχείων Μόσχας καί Βελιγραδίου. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι ἀνέκαθεν εἶχαν ἐπιφυλάξεις ὡς πρός αὐτή ἤ ἐκείνη τήν δραστηριότητα τοῦ ΠΣΕ, καί ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν ἀσκοῦσαν κατ'αὐτοῦ ἐποικοδομητική κριτική. Ἄλλοτε ὑποτονισμένα καί ἄλλοτε πιό ἔντονα. Ἡ κριτική ὅμως αὐτή ἄλλαξε χαρακτῆρα καί πῆρε ἀνησυχητικές διαστάσεις κατά τήν δεκαετία τοῦ 1990, κυρίως στά Ἀνατολικά διαμερίσματα τῆς Εὐρώπης μετά τήν πτώση τοῦ Κομμουνισμοῦ, συγκεκριμένα δέ στήν Ρωσσία, τήν Σερβία, τήν Γεωργία καί τήν Βουλγαρία.

Πράγματι στίς χῶρες αὐτές τοῦ τέως "Σιδηροῦ Παραπετάσματος" , διάφοροι ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας θεμελιοκρατικοί κύκλοι, σέ μιά προσπάθεια προσηλυτισμοῦ τῶν πιστῶν καί ἑδραιώσεως τῆς δικῆς τους παρασυναγωγῆς, ἄρχισαν μιά ἔντονη ἐκστρατεία κατά τῆς ἡγεσίας τῶν κανονικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπικρίνοντας ἐπισκόπους καί θεολόγους των γιά "οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα", καί "θεολογικές ὀλισθήσεις," ἀπαιτῶντας ταυτόχρονα τόν τερματισμό ὁποιασδήποτε ἐπαφῆς μέ τόν Δυτικό χριστιανικό κόσμο καί τήν ἀποχώρησή τους ἀπό τά θεσμικά ὄργανα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπετεύχθη στήν Βουλγαρία καί τήν Γεωργία, ὅπου οἱ ἐμπερίστατες καί εὐάλωτες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῶν χωρῶν αὐτῶν, πού ἐδῶ καί πολύ καιρό βρίσκονται ἀντιμέτωπες μέ ἀποσταθεροποιητικές ἐνέργειες καί ἐκβιασμούς ποικίλων ἐνδογενῶν καί ἐξωγενῶν πολιτικο-εκκλησιστικῶν παραγόντων, ἀναγκάσθηκαν νά ἀποχωρήσουν ἀπό τό ΠΣΕ καί τό ΚΕΚ. Ἐξ οὗ λοιπόν καί τό αἴτημα τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωσσίας καί Σερβίας πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, νά κινητοποιήσῃ τόν συνήθη διορθόδοξο μηχανισμό, προκειμένου ὅπως βοηθήσῃ στήν ἐξεύρεση τρόπων βελτιώσεως τῶν ὅρων συνεργασίας τῶν Ὀρθοδόξων μέ τό ΠΣΕ, καί συντελέσῃ τοιουτοτρόπως στήν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης καί τήν ἀναχαίτιση τῶν διαβρωτικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀντιδυτικῶν ἐκείνων καί ἀντιοικουμενιστικῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τό κῦρος τῆς τοπικῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας, ἐπ' ἐλπίδι προσεταιρισμοῦ τῶν πιστῶν.

Χωρίς ἀμφιβολία ἡ Διορθόδοξος Συνάντησις τῆς Θεσσαλονίκης ἀποτέλεσε σημαντικό σταθμό στήν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἰδιαίτερα δέ τοῦ ΠΣΕ, καί συνετέλεσε ὅπως, γιά πρώτη φορά ἔπειτα ἀπό πέντε δεκαετίες,ἡ ἑτέρα πλευρά πράγματι τείνῃ εὐήκοον οὖς πρός τούς ὀρθοδόξους καί λάβῃ δρακόντεια μέτρα γιά νά προλάβῃ μιά κρίση πού θά μποροῦσε νά ἀποβῇ μοιραία γιά τό Συμβούλιο.

Ἡ Συνάντησις τῆς Θεσσαλονίκης ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβε γνώση τῶν ἐπί τοῦ προκειμένου ἀπόψεων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἔκρινε "ὡς ἀπαραίτητον τήν συνέχισιν τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τάς διαφόρους μορφάς διαχριστιανικῆς συνεργασίας," ἐντόπισε στή συνέχεια σειρά ὅλη θεμάτων, ξένων πρός τήν Ὀρθόδοξο παράδοση καί προοπτική, τά ὁποῖα εἶχαν ἐπιβληθεῖ μέ τό χρόνο στήν ἡμερησία διάταξη τοῦ ΠΣΕ. Σέ ὡρισμένες προτεσταντικές ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Συμβουλίου, τόνιζε στό τελικό ἀνακοινωθέν της, ὑπάρχουν ἐξελίξεις πού ἀντικατοπτρίζονται ἐντός αὐτοῦ, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι ἀπαράδεκτες γιά τήν ὀρθόδοξη πλευρά. "Εἰς πλεῖστα συνέδρια τοῦ ΠΣΕ", συνέχιζε, "οἱ ὀρθόδοξοι ἦσαν ἀναγκασμένοι νά ἐμπλακοῦν εἰς συζητήσεις θεμάτων τελείως ὀθνείων πρός τήν παράδοσιν αὐτῶν", ὅπως λ.χ. ἐκεῖνα τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας ὡς μέσου ἐκφράσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, τῆς χρήσεως τῆς λεγόμενης "περιεκτικῆς γλῶσσας" στήν λατρεία καί σέ ἐκδόσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς , τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν, τῆς ἰδιότυπης ἐκ μέρους τῶν διαμαρτυρομένων ἀντιμετωπίσεως τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἤ ἀκόμη καί ἐκεῖνο τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ πού εἶχε γίνει ἐφανές κατά τήν Ἕβδομη Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ (Καμπέρρα, 1991). Οἱ ὀρθόδοξοι, παρατηροῦσε ἡ Διορθόδοξος Συνάντησις τῆς Θεσσαλονίκης, ἀποτελοῦντες, μέσα στήν σημερινή δομή τοῦ ΠΣΕ, τήν αὐτόματη ἀριθμητική του μειοψηφία , δέν μπόρεσαν νά ἀλλάξουν τόν προσανατολισμό του, οὔτε καί νά ἐπηρεάσουν τό ἦθος του. Ὡς ἐκ τούτου, ἔκρινε ἀπαραίτητο "ὅπως τό ΠΣΕ ὑποστῆ ριζικήν ἀνασυγκρότησιν, προκειμένου ἵνα ὑπάρξῃ δυνατότης πληρεστέρας ὀρθοδόξου συμμετοχῆς".

Προβαίνοντας στίς ἐπισημάνσεις αὐτές καί ζητῶντας ριζικές ἀλλαγές στήν δομή τοῦ ΠΣΕ, τό ἐν λόγῳ διορθόδοξο σῶμα ἔδινε ἕνα ξεκάθαρο μήνυμα πρός ὅσους ἔχουν τήν τάση νά χρησιμοποιοῦν τό βῆμα τοῦ διαχριστιανικοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ γιά τήν προώθηση τῶν δικῶν τους προτεραιοτήτων. Καί τό μήνυμα ἦταν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν μπορεῖ πλέον νά δίνῃ "πράσινο φῶς" σέ ὁποιοδήποτε θεολογικό, ἠθικό ἤ κοινωνικό νεωτερισμό πού, μέσῳ ΠΣΕ, ἐπιχειροῦν νά ἐπιβάλουν στόν λοιπό χριστιανικό κόσμο, ὡρισμένες διαμαρτυρόμενες ὁμολογίες ἤ ὁμάδες πιέσεως. Συγκεκριμένο αἴτημα τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τό ΠΣΕ ἦταν νά συσταθῇ μιά μικτή Εἰδική Ἐπιτροπή, μέ τήν ἐντολή ὅπως, μετά τήν Συνέλευση τῆς Χαράρε, "συζητήσῃ ἀποδεκτούς ὅρους ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν συμμετοχήν τῶν Ὀρθοδόξων ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει καί τήν ριζικήν ἀναδιάρθρωσιν τοῦ ΠΣΕ". Ἡ ἐπιτακτική αὐτή ἀνάγκη εἶχε ἐξ ἄλλου ἐπισημανθεῖ προηγουμένως καί κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στήν ἕδρα τοῦ ΠΣΕ τόν Δεκέμβριο τοῦ 1995, μέ ἕνα εἰδικό Μνημόνιο, ὅπου μεταξύ ἄλλων ἐδηλώνετο ὅτι: "ἔπειτα ἀπό μίαν πεντηκονταετῆ καρποφόρον συνεργασίαν ἐντός τοῦ ΠΣΕ, τά μέλη αὐτοῦ ὀφείλουν νά διευκρινίσουν τήν ἔννοιαν καί τήν ἔκτασιν τῆς ἐν αὐτῷ βιωθείσης ἀδελφότητος, ὡς καί τήν σχέσιν αὐτῆς πρός τήν ἐκκλησιολογικήν ἔννοιαν τῆς κοινωνίας ( communion ), ἡ ὁποία εἶναι τό ζητούμενον καί ἐπιδιωκόμενον, οὐχί δέ τό δεδομένον".

Ἡ ἀνωτέρω πρότασις τῆς Διορθοδόξου Συναντήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἀποτέλεσε, ὡς ἀναμενόταν ἐξ ἄλλου, ἀντικείμενο εὐρυτάτης συζητήσεως σέ πολλά ἐπίπεδα τῆς Συνελεύσεως τῆς Χαράρε. Ἤδη εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὁ Γενικός Γραμματεύς τοῦ ΠΣΕ Δρ Konrad Raiser στήν εἰσηγητική του ἔκθεση, ἀναφερόμενος στά αἰτήματα τῶν ὀρθοδόξων, παραδεχόταν ὅτι "τό θεσμικό προφίλ, ὅπως καί τό ἦθος τοῦ ΠΣΕ πλάστηκαν βασικά μέ πρότυπο τίς συνελεύσεις καί συνόδους τῶν ἱστορικῶν προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν..., πρότυπο πού προέρχεται ἀπό τόν πολιτικό χῶρο καί δέν ἀποτελεῖ ἀπαραίτητα τόν καλύτερο τρόπο ἐκφράσεως μιᾶς Κοινωνίας Ἐκκλησιῶν." Ἔθετε εὐθέως τό ἐρώτημα ἐάν καί κατά πόσον στό ΠΣΕ, τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἕνα κατ'ἐξοχήν πλαίσιο "ἀνοίγματος ἑνός οἰκουμενικοῦ χώρου", ὁ ἰσχύων σήμερα κοινοβουλευτικός τρόπος διοικήσεώς του ἦταν ὁ ἁρμόζων, καί συνηγοροῦσε ὑπέρ τῆς μετατροπῆς τοῦ ΠΣΕ σέ ἕνα χῶρο πού θά ἐπέτρεπε μιά αὐθεντική συζήτηση, χωρίς νά χρειάζεται ἀπαραίτητα ἡ ψῆφος τῶν διαλεγομένων γιά τήν λήψη μιᾶς ὁρισμένης ἀποφάσεως.

Ἀνταποκρινόμενη στό αἴτημα τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ Συνέλευση τῆς Χαράρε ἀποφάσισε, σχεδόν ὁμόφωνα, τήν σύσταση μιᾶς μικτῆς "Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς Ὀρθοδόξου συμμετοχῆς στό ΠΣΕ", ἀναθέτοντας τήν προεδρία της στούς, μακαριστό Μητροπολίτη Γέροντα Ἐφέσου Χρυσόστομο, μέλος τοῦ ὀκταμελοῦς Προεδρείου τοῦ ΠΣΕ καί Ἐπίσκοπο R ο lf Koppe , ὑπέυθυνο τότε ἐπί τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας, καί δίδοντας σ'αὐτήν τήν ἐντολή ὅπως, ἀφοῦ μελετήσῃ σέ βάθος ὁλόκληρο τό φάσμα τῶν προβλημάτων πού σχετίζονται μέ τήν ὀρθόδοξη παρουσία στό ΠΣΕ, ὑποβάλῃ στή συνέχεια προτάσεις ὅσον ἀφορᾶ στίς ἐπιβαλλόμενες ἀλλαγές στή δομή, τόν τρόπο ἐργασίας καί τό ἦθος τοῦ Συμβουλίου. Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπετεύχθη ἔπειτα ἀπό κοπιώδη ἐργασία τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς, σέ συνεδρίες τῆς ὁλομέλειας ἤ διαφόρων ὁμάδων ἐργασίας, ὅπου διαπιστώθηκε, πρᾶγμα σπάνιο, σύμπτωσις ἀπόψεων ὀρθοδόξων καί διαμαρτυρομένων, καί ὡς πρός τά ἐν τῷ ΠΣΕ κακῶς κείμενα, ἀλλά καί ὡς πρός τά ληφθησόμενα μέτρα πρός θεραπεία τους.

Ἡ Εἰδική Ἑπιτροπή διά συναινέσεως εἶχε ἀποφασίσει νά ἑστιάσῃ τό ἔργο της στά ἑξῆς πέντε βασικά θέματα, πού ἀπό καιρό βρίσκονταν στό ἐπίκεντρο τῶν προβληματισμῶν τῶν ὀρθοδόξων, ἤτοι: α) ἡ ἔννοια τοῦ ἀποτελεῖν "μέλος" τοῦ ΠΣΕ, β) ἡ ἀναθεώρησις τοῦ τρόπου ἀποφασίζειν στό ΠΣΕ, γ) ἡ λατρεία καί ἡ ἀπό κοινοῦ προσευχή σέ συνάξεις τοῦ ΠΣΕ, δ) Ἡ ἐκκλησιολογία (δοθέντος ὅτι παρά τίς ἐγγυήσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες φρονοῦν ὅτι τό ΠΣΕ ἀποτελεῖ σοβαρό ἐκκλησιολογικό πρόβλημα), καί ε) Ἡ ἐξεύρεσις νέων τρόπων ἀντιμετωπίσεως ἀπό τό Συμβούλιο τῶν ποικίλης μορφῆς ἠθικο-κοινωνικῶν προβλημάτων, τά ὁποῖα παρεισδύουν κατά καιρούς στήν ἡμερησία διάταξή του.

Καρπός τῆς τετραετοῦς δραστηριοποιήσεως τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν μιά ἐφ'ὅλης τῆς ὕλης, ἐκ 39 σελίδων ἔκθεσις, πού ὑπεβλήθη στήν Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ ΠΣΕ τόν Αὔγουστο τοῦ 2002, ἡ ὁποία καί τήν ἐνέκρινε. Τό ἄμεσο ἀποτέλεσμα, πού χαροποίησε ὄχι μόνο τόν Ὀρθόδοξο κόσμο, ἀλλά καί μερίδα Διαμαρτυρομένων, Εὐαγγελικαλικῶν κυρίως τάσεων, ἦταν ἡ ἀναθεώρηση τοῦ «λατρευτικοῦ-λειτουργικοῦ ἤθους» τοῦ ΠΣΕ, καθώς καί ἡ ριζική ἀλλαγή στόν τρόπο λήψεως ἀποφάσεων, διά τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἀγγλο-σαξωνικοῦ «κοινοβουλευτικοῦ» τρόπου τοῦ ἀποφασίζειν, καί τῆς υἱοθετήσεως τῆς συναινετικῆς μεθόδου ( concensus ). Μεθόδου πού ἐφαρμόσθηκε ἐπιτυχῶς κατά τήν 9 η Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ στό Porto Alegre τόν Φεβρουάριο τοῦ 2006, καί κατά τίς ἐπακολουθήσασες συνεδρίες τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς.

Αὐτά λοιπόν ὅσον ἀφορᾶ στά "ὑπέρ" καί τά "κατά" τῆς ὀρθοδόξου παρουσίας στό ΠΣΕ. Καθώς τονίσθηκε ἀνωτέρω, προβλήματα στήν ὅλη πορεία τοῦ ΠΣΕ πάντοτε ὑπῆρχαν. Καί ἀσφαλῶς δέν θά λείψουν στό μέλλον, λόγῳ τῆς ἰδιαιτερότητος τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Ὅπως δέν θά λείψουν καί ἀπογοητεύσεις μπροστά στή βραδυπορία τοῦ πολυμεροῦς θεολογικοῦ διαλόγου πού διαξάγεται στά πλαίσιά του. Διά τοῦτο ἴσως δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέτουν εὐθέως τό ἐρώτημα ἄν ἀξίζῃ τόν κόπο νά ἐπιμένουν οἱ ὀρθόδοξοι στήν συνεργασία μας μέ τούς «ἑτεροδόξους», μιά καί δέν φαίνεται νά προχωρῇ τό θέμα τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἀδιεξόδων πού δημιουργοῦνται.

Ἐν τούτοις πρέπει νά ὁμολογηθῇ ὅτι τό ΠΣΕ, παρά τίς δυσκολίες πού παρουσιάζει, εἶναι ἕνα πολύτιμο ὄργανο συμφιλιώσεως, ἕνας μοναδικός χῶρος, ὅπου παρέχονται ποικίλες εὐκαιρίες συναντήσεως, ἀλληλογνωριμίας καί ἀλληλοεκτιμήσεως τῶν χριστιανῶν. Σέ μιά ἐποχή δέ ραγδαίων κοσμογονικῶν ἀνακατατάξεων, κατά τήν ὁποία ἡ χριστιανική θρησκεία βάλλεται πανταχόθεν καί ἀπό παντοίου εἴδους πολέμιους, ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Οἰκουμενική Κίνηση καί τά θεσμικά της ὄργανα, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο ἕνα εὐεργετικό κέντρισμα, ἀλλά καί ὑπόμνηση ὅτι ἄν πράγματι θέλουμε νά διαδραματίσουμε κάποιο ρόλο, (τόν ὁποῖο ἤδη διεκδικοῦμε μέ ἐπίσημα κείμενα ἤ ἀνεπίσημες δηλώσεις), στή διάπλαση τῆς κοινωνίας τοῦ μέλλοντος, εἶναι ἀνάγκη ἑμεῖς πἱ Ὀρθόδοξοι νά βγοῦμε ἀπό τά στεγανά πλαίσια μέσα στά ὁποῖα ἐγκλωβίσαμε τόν ἑαυτό μας καί νά πλησιάσουμε τούς "ἄλλους", τούς χριστιανούς τῆς Δύσεως (ὁπουδήποτε καί ἄν εὑρίσκεται γεωγραφικά ἡ Δύση αὐτή), τούς ὁποίους, μέχρις ἐσχάτων, γνωρίζαμε μόνο ἀπό τά ἐγχειρίδια τῆς Ἀπολογητικῆς ἤ τῆς Πολεμικῆς, κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Ἰωάννου Καλογήρου.

Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ὁδός ἡ ἄγουσα πρός τήν χριστιανική ἑνότητα εἶναι δύσβατος καί κοπιώδης, μιά καί δέν εἶναι εὔκολο νά παρακαμφθοῦν θεολογικές ἔριδες καί ποικίλες ἄλλες ἐκκλησιαστικο-πολιτικές διαμάχες πού συσσωρεύθηκαν διά μέσου τῶν αἰώνων. Μολαταῦτα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ὀλιγοψυχεῖ καί δέν ἀποθαρρύνεται. Ἀλλά πιστεύοντας ὅτι ὡς φορέας καί μάρτυς τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας κατέχει κεντρική θέση στήν ὑπόθεση τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, (Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψις), ἐπιδιώκει δέ καί καλλιεργεῖ τόν διαχριστιανικό διάλογο, σέ μιά ἠθελημένη προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, καί, καθώς ἔλεγε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός στή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας, τῆς ἐπανόδου ὅλων "εἰς τόν καιρόν ἐκεῖνον, καθ'ὅν ἡνωμένοι ὄντες, τό αὐτό πάντες ἐλέγομεν καί οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν σχίσμα."