ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

πίσω


Οι «ιστορικές περιπέτειες» των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας

Ο χαρακτήρ των πρώτων κατά της Εκκλησίας διωγμών και η περί των χριστιανών αλληλογραφία του Πλινίου μετά του αυτοκράτορος Τραϊανού

Θρήνος για την άλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Ο παπισμός στη Φραγκοκρατού- μενη Ελλάδα

Ο Χριστιανισμός και τα χρόνια που έρχονται

Το ζήτημα της σχέσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως προς το Διαφωτισμό και τις αρχές του

Η Λουκάρειος Ομολογία και το εκ ταύτης δημιουργηθέν Λουκάρειον πρόβλημα

Ο Αγιος Κοσμάς και το Εικοσιένα

Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Τα όρια της Δυτικής Ευρώπης

Τα Ευαγγέλια και η θέση του Ιησού έναντι των εθνών- Μεσοδιαθηκική περίοδος και προπαρασκευή

Κωνστανίνος Παλαιολόγος - Πολιορκία και Aλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία

Εις Νικόλαον Λούβαρι Μνημόσυνον

Απόπειραι των Δυτικών προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων από της τουρκικής δουλείας (1453- 1463)

Κολλυβάδες - Αντικολλυβάδες

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια

Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Α)

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Β)

Η τελευταία δημηγορία του Παλαιολόγου και ο Βαρβερινός Ελληνικός Κώδιξ ΙΙΙ

Κριτόβουλος, Ξυγγραφής Ιστοριών Α΄

Όψιμη Ιεραποστολή στη Λακωνία

Υπήρξε ποτέ «Τρίτη Ρώμη»; Παρατηρήσεις για τη βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία

«Ρουμ Μιλέτι»: οι Ορθόδοξες κοινότητες υπό τους Οθωμανούς Σουλτάνους

Τα επαιτικά τάγματα της Δύσης

Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία: Επαφές και δραστηριότητες κατά τον 20° αιώνα

Ο Προτεσταντισμός και ο Ελληνισμός

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η απελευθέρωση των Ελλήνων και ο εσχατολογικός ρόλος της Ρωσίας και της Γαλλίας μέσα στο ερμηνευτικό έργο του Θεοδώρητου Ιωαννίνων ( περ. 1740-1823)

Τα σχέδια των Πανσλαυϊστών εις την Παλαιστίνην

Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Περσία

Το πολιτικόν δέον του Νέου Ελληνισμού

Ζητήματα εφαρμογής των ιερών κανόνων

Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση

Ο 'Αγιος Νεκτάριος - Σύντομος επισκόπηση του βίου και του έργου του

Το ήθος της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Σύγχρονες θεολογικές προσεγγίσεις

Μνεία Δεισιδαιμονιών τινών και μαγικών συνηθειών εις Νομοκανόνας

Σκέψεις τινές περί Εικονομαχίας

Ιστορία και οπλικά συστήματα: η περίπτωση του «υγρού πυρός»

H ομαδικοσυνει-δησιακή γένεση και λειτουργικότητα της Θρησκείας

Προσκυνηματικές περιηγήσεις: Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Ο Λούθηρος περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας - H συνδιάλεξις της Λειψίας (1519)

Οι δύο εξουσίες: Η διαμάχη μεταξύ παπών και αυτοκρατόρων και οι θεωρίες των βυζαντινών

Βυζάντιο και Ρωσσία

Η συμβολή του Βυζαντινού πνεύματος στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας

Νοσταλγία του Βυζαντίου

Εκκλησιολογική Προσέγγιση των Σχέσεων Επισκόπου και Ιερών Μονών της Επαρχίας του

Ιστορία μεσαιωνικών αιρέσεων καί ιδεολογικά διακυβεύματα

Τα «Υπέρ» και τα «Κατά» της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων

Ο Ναός των Ιεροσολύμων μεταξύ Θεσμικού Ιουδαϊσμού και Χριστιανικής Κοινότητας

Αλέξανδρος Δελμούζος: Μία προφητική φωνή από το χώρο της εκπαίδευσης

Διδαχή Γ΄

Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Η παράδοσις περί του αποστόλου Θωμά

Ο 'Αγιος Κοσμάς τιμάται υπό του Αλή πασά

Σημεία τριβής Μονών καί Επισκόπων

Κατευόδωσις στρατού - Η θρησκευτική προετοιμασία

Η διεύρυνση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικι- σμός και «Χριστιανικός Νότος» στο οικουμενικό προσκήνιο κατά την δεκαετία του 1960

O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος», Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο

Η ιδέα της αποστολικότητος του θρόνου και ο απόστολος Ανδρέας

Ο Ιουστινιανός και οι Μονοφυσίται

Ιεραποστολικοί αγώνες των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου-
Αποτίμηση της προσφοράς τους

Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και οι απόστολοι των Σλάβων Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος

Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και η πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή κατά τον Ε΄ αιώνα

Ο Ταλαντίου Νεόφυτος ως αρθρογράφος στην Εφημερίδα των Αθηνών. Θέματα και προβληματισμοί

Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον της Νικαίας (325)- Ο ρόλος της Αλεξανδρείας και της Ρώμης

Η Ιωάννειος αποστολικότης του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως -
Η ιδέα της αποστολικότητος του θρόνου και ο απόστολος Ανδρέας

Β. Ι. Φειδά, «Η Ιωάννειος αποστολικότης του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως»,
Θεολογία ΞΖ, σ. 230-235

ἀρχή τῆς ἀποστολικότητος τῶν θρόνων συνεδέθη ἀρρήκτως εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας ἀφ' ἑνός μέν πρός τό ἐξαιρετικόν κῦρος εἰς ζητήματα πίστεως, ἀφ' ἑτέρου δέ πρός τήν διαμόρφωσιν ἐξαιρετικῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας. A ἱ δυό αὐταί προοπτικαί ἀξιοποιήσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποστολικότητος ὑποδηλοῦν τήν ἐξαιρετικήν σπουδαιότητα, τήν ὁποίαν πάντοτε ἀπέδωσεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τό καθ' ὅλου περιεχόμενον τοῦ κριτηρίου τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς . Ἡ κριτική ἀξιολόγησις τῶν εὐρύτερων ἱστορικῶν ἐξελίξεων εἰς τήν κατανόησιν ἤ τήν χρησιμοποίησιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποστολικότητος τῶν θρόνων, εἰδικώτερον ὑπό τήν προοπτικήν τοῦ κριτηρίου τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, συνεπάγεται προφανῶς τήν παρακολούθησιν τῆς ὅλης ἐξελίξεως τῶν μορφῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως κατά τούς πρώτους αἰῶνας, ἰδίᾳ δέ τῆς γνωστῆς μακρᾶς ἀντιπαραθέσεως Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ περί τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἐκκλησιαστική συνείδησις ἐμπεριεῖχε τήν ἄρρηκτον ἑνότητα τῶν δυό θεμελιωδῶν προοπτικῶν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποστολικότητος, ἤτοι ἀφ' ἑνός μέν τῆς διαδοχῆς τάξεως εἰς τήν ἀποστολικήν λειτουργίαν τῆς ἐπισκοπῆς, ἀφ' ἑτέρου δέ τῆς διαδοχῆς πίστεως, κατά τήν ἀστασίαστον διακήρυξιν τοῦ Εἰρηναίου Λουγδούνου, ὅτι, «τῇ αὐτῇ τάξει καί τῇ αὐτῇ διδαχῇ ἥ τέ ἀπό τῶν ἀποστόλων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ παράδοσις καί τό τῆς ἀληθείας κήρυγμα κατήντηκεν εἰς ἠμᾶς» ( Adv. Haer., III ,3,3). Βεβαίως, μόνη ἡ διαδοχή τάξεως ἐν τῇ ἀποστολικῇ λειτουργίᾳ τῆς ἐπισκοπῆς, ἄνευ δηλαδή τῆς αὐθεντικῆς καί ἀδιάκοπου διαδοχῆς ἐν τῇ ἀποστολικῇ διδαχῇ καθίστατο ἀδιάφορος ἤ καί ἄχρηστος ἐξωτερικός τύπος, ὡς ἄλλωστε καί μόνη ἡ διαδοχή πίστεως, ἤτοι ἄνευ τῆς διαδοχῆς τάξεως, καθίστατο ἀδιανόητος ἤ καί ἀδύνατος. Οἱαδήποτε λοιπόν τάσις αὐτονομήσεως ἑκατέρου τῶν δυό αὐτῶν σταθερῶν καί ἀμεταθέτων πόλων τῆς ἐννοίας τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς θά ἀνέτρεπε τήν ἰσορροπίαν καί τήν ἀσφάλειαν τῆς λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως.

Ἐν τούτοις, ἡ ἀπό τῶν ἀρχῶν κυρίως τοῦ Δ΄ αἰῶνος χρησιμοποίησις τοπυ κριτηρίου τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τήν διεκδίκησιν ἐξαιρετικῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας, εἰς τοπικόν ἤ καί εἰς εὐρύτερον πλαίσιον, ἐθεμελιώθη ἐπί τινος ὑπερτονισμοῦ τῆς διαδοχῆς τάξεως ἔναντι τῆς διαδοχῆς πίστεως. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό καί εἰς σαφῆ ἀντίθεσιν πρός τάς διεκδικήσεις τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως διαμορφωθεῖσα ἐν Ρώμῃ κατά τάς ἀρχάς τοῦ Ε΄ αἰῶνος θεωρία περί τῆς δῆθεν ὑπεροχῆς τῶν ἐχόντων ἄμεσον ἤ ἔμμεσον πέτρειον ἀποστολικότητα θρόνων ρώμης, Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας ἐνίσχυσεν ἔτι μᾶλλον τήν μονομερῆ στροφήν πρός τήν διαδοχήν τάξεως καί ἰδίᾳ πρός τήν αὐθεντίαν τοῦ ἱδρυτοῦ τῶν ἀποστολικῶν θρόνων ἀποστόλου. Βεβαίως, τό κριτήριον τῆς θεωρίας τῆς πετρείου ἀποστολικότητος ἀπερρίπτετο ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλ' ὁπωσδήποτε δέν ἦτο δυνατόν νά ἀγνοηθῇ πλήρως καί εἰς τήν μακράν ἐκκλησιαστικήν ἀντιπαράθεσιν μεταξύ Ρώμης καί Κπόλεως. Ἡ ἀντιπαράθεσις Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως εἶχεν ὅμως μίαν ἑτερόκεντρον προσέγγισιν τοῦ κριτηρίου τῆς ἀποστολικῆς διάδοχης τῶν θρόνων, διότι ἡ μέν Ρώμη ἔδιδεν ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τήν προοπτικήν τῆς διαδοχῆς τάξεως, ἡ δέ Κπολις εἰς τήν προοπτικήν τῆς διαδοχῆς πίστεως . Ἡ πρώτη προοπτική ἐχρησιμοποιεῖτο συνήθως διά τήν θεμελίωσιν ἀξιώσεων ὑπεροχῆς μεταξύ τῶν ἀποστολικῶν θρόνων, ἐνῷ ἡ δευτέρα προοπτική ἐχρησιμοποιεῖτο διά τήν βεβαίωσιν τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντικῆς καί συνεχοῦς βιώσεως τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Διά τήν πρώτην ὁ ἱδρυτής τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου ἀπόστολος προσέλαβεν ἰδιάζουσαν σπουδαιότητα, ἐνῷ διά τήν δευτέραν ἡ ἀναφορά εἰς τόν ἱδρυτήν ἦτο μία ἁπλῆ ἐπιβεβαίωσις τῆς ἀναγωγῆς τῆς βιουμένης πίστεως εἰς τήν ἀποστολικήν παράδοσιν. Ἐν τούτοις, ἡ ἐπιβεβαίωσίς τῆς ἀποστολικότητος τοῦ θρόνου διά τῆς ἀναγωγῆς αὐτῆς εἰς τόν ἱδρυτήν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπόστολον ἐκαλλιεργεῖτο ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως ἀδιαφόρως τῆς ἀποδιδομένης προτεραιότητος εἰς τήν τοιαύτην ἤ τήν τοιαύτην κατανόησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς.

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό ἐκαλλιεργήθη καί ἀνεπτύχθη ἐν Βυζαντίῳ ἡ παράδοσις διά τήν σχέσιν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου πρός τόν θρόνον τῆς Κπόλεως. Ἡ σύνδεσις τῆς ἀποστολικότητος τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως πρός τόν πρωτόκλητον τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέαν ἐθεωρήθη, ὑπό δυτικῶν κυρίως ἱστορικῶν, ὡς μία μεταγενεστέρα ἐπινόησις πρός ἐξουδετέρωσιν τῶν ἐπί τῆς πετρείου ἀποστολικότητος θεμελιουμένων παπικῶν διεκδικήσεων . Οὕτως, ὁ F. D ö lger («Rom in der Gedankenwelt der Byzantiner », Zeitschrift f ü r Kirchengeschichte, 56, 1937, 40 κἑξ.) ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ σύνδεσις αὐτή ὑπῆρξεν ἐπινόησις καί δημιούργημα τοῦ πατριάρχου Κπόλεως Φωτίου (θ' αἰών), ἐνῷ ὁ πολύς Fr. Dvornik ( Τ he Idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle Andrew, Cambridge Mass., 1958) προσεπάθησε, διά κριτικῆς ἀξιολογήσεως ἀφ' ἑνός μέν τῆς ὅλης ἀπόκρυφου παραδόσεως περί τήν δρᾶσιν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἀφ' ἑτέρου δέ τῶν μαρτυριῶν τῶν πηγῶν τῆς δυτικῆς καί τῆς ἀνατολικῆς πατερικῆς παραδόσεως, νά ἀποδείξῃ ὅτι ἡ σύνδεσις αὐτή προϋπῆρχε μέν τοῦ ἱ. Φωτίου, ἀλλ' ἦτο ὁπωσδήποτε μεταγενεστέρα τῆς πρώτης εἰκονομαχικῆς περιόδου (727-787). Εἶναι ὅμως γεγονός ὅτι ἡ ἰδιότυπος ἀπόκρυφος γραμματεία τῶν πρώτων αἰώνων περί τήν δράσιν τοῦ εὐρύτερου κύκλου τῶν ἀποστόλων εἶναι ἐπιδεκτική ποικίλης κριτικῆς ἀξιολογήσεως τόσον ὡς πρός τήν ἀξιοπιστίαν, ὅσον καί ὡς πρός τήν χρονολόγησιν αὐτῆς, διό καί αἱ «Πράξεις» Ἀνδρέου προσφέρονται διά ποικίλας τοιαύτας ἑρμηνευτικάς προσεγγίσεις ( Analecta Bollandiana, 13, 1894, 309 κἑξ.). Τό ἔργον τοῦ Fr. Dvornik ἀποτελεῖ μίαν πολύ χαρακτηριστικήν ἀπόδειξιν τῶν εὐρυτάτων δυνατοτήτων μεταθέσεως τῶν χρονολογικῶν πλαισίων τῆς ἀπόκρυφου παραδόσεως περί τήν ἀποστολικήν δρᾶσιν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου. Ἐν τούτοις, ἐξαιρουμένου τοῦ χρόνου συνδέσεως τῆς παραδόσεως αὐτῆς πρός τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως, οὐδέποτε τίς διενοήθη ἤ δύναται ἠτιολογημένως νά ὑποστήριξῃ, ὅτι ἡ περί Ἀνδρέου ἀπόκρυφος παράδοσις ἦτο ἄγνωστος κατά τόν Δ' καί τόν Ε' αἰῶνα εἰς τήν Κπολιν καί τό Βυζάντιον γενικώτερον. Οὕτως, ὁ Fr. Dvornik , καίτοι ἀπέφυγε συστηματικῶς οἱανδήποτε σχετικήν ἀμφισβήτησιν, περιωρισθῇ ἁπλῶς εἰς τήν κριτικήν μελέτην τῆς ἱστορικῆς διαδικασίας συνδέσεως τῆς ἀναντιρρήτως γνωστῆς ἀπόκρυφου ταύτης παραδόσεως πρός τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως .

Ἡ κατά τόν Δ' αἰώνα ὁπωσδήποτε γνωστή ἐν Βυζαντίῳ ἀπόκρυφος παράδοσις περί τήν ἀποστολικήν δρᾶσιν τοῦ Ἀνδρέου εἰς τήν Μ. Ἀσίαν, τήν Ἑλλάδα, τήν Σκυθίαν καί ἀλλαχοῦ, ἤτοι εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως. Οὕτω, ὁ Χρυσόστομος λ.χ. εἰς Ὁμιλίαν του ἐτονίζε διά ρητορικῶν ἐρωτημάτων τάς πνευματικάς εὐθύνας τῶν χριστιανῶν τῆς Κπόλεως, αἱ ὁποῖαι ἀπέρρεον ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεως τῆς Πόλεως πρός τόν ἀπόστολον Ἀνδρέαν: «Ταῦτα (ποιεῖ) ἡ Πόλις τῶν ἀποστόλων (=Κπολις); Ταῦτα ὁ τοιοῦτον λαβοῦσα ὑποφήτην (=ἀπόστολον Ἀνδρέαν);…» ( PG 56, 264). Συνεπῶς, ἡ σχέσις ἀποστόλου Ἀνδρέου καί Βυζαντίου ὄχι μόνον ἦτο γνωστή, ἀλλά καί προεβάλλετο ὡς κριτήριον τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν χριοστιανῶν τῆς πόλεως. Ἐν τούτοις, δέν συνεδέθη εὐθέως πρός τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως, ὑφ' ἥν τοὐλάχιστον ἔννοιαν κατενόει ἤ καί κατανοεῖ εἰσέτι τήν ἀποστολικότητα τῶν θρόνων ἡ Δύσις, διότι προφανῶς ἡ τυχόν εὐθεῖα καί ἄμεσος σύνδεσις δέν θά ἔδει νά εἶναι ἀμάρτυρος εἰς τάς πηγάς τοῦ Ε' ἡ τοῦ ΣΤ' αἰῶνος. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἤτοι τῆς μή εἰδικῆς ἀξιοποιήσεως ὑπό τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως τῆς εὐρύτερον γνωστῆς ἀπόκρυφου παραδόσεως περί τήν δρᾶσιν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, κατανοεῖται ἡ ὅλη ἐρευνητική προσπάθεια τοῦ Fr. Dvornik , ὁ ὁποῖος: α) ἐπεσήμανε τήν μέχρι τῆς εἰκονομαχίας τουλάχιστον σχετικήν «ἀδιαφορίαν» τῶν Βυζαντινῶν πρός ἀξιοποίησιν τῆς ἀποκρύφου παραδόσεως διά τήν εἰδικωτέραν σύνδεσιν αὐτῆς πρός τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί β) συνέδεσε τήν εἰδικην ἀνάπτυξιν αὐτῆς πρός τήν δευτέραν κυρίως περίοδον τῆς εἰκονομαχίας (815-843). Ἡ ὅλη ὅμως ἐπιχειρηματολογία τοῦ Fr. Dvornik ἀπορρέει ἐκ ἐσφαλμένου συλλογιστικοῦ πλάσματος, κατά τόν ὁποῖον ὡς ἀπόλυτον κριτήριον ἀξιολογήσεως τῆς ἀξιοπιστίας τῶν μαρτυριῶν θεωρεῖται αὐθαιρέτως ὁ δῆθεν ἐπί τοῦ πεδίου τῆς ἀποστολικότητος «ἀθέμιτος» τρόπον τινά ἀνταγωνισμός πρεσβυτέρας καί νέας Ρώμης . Τό «ἀθέμιτον» βεβαίως τοῦ ἀνταγωνισμοῦ αὐτοῦ προσδιορίζεται διά τῶν μονομερῶν ἤ χρηστικῶν ἑρμηνευτικῶν κριτηρίων τῆς δυτικῆς θεωρίας περί τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ἐνῷ τό συλλογιστικόν πλάσμα εἶναι αὐθαίρετον, διότι ἐφαρμόζει ἀντιστρόφως εἰς τήν μελέτην τοῦ θέματος τῆς ἀποστολικότητος τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως τά ἀδιαμόρφωτα εἰσέτι κριτήρια τῆς περί ἀποστολικότητος παπικῆς θεωρίας, καίτοι ἡ θεωρία αὐτή ἐκρίνετο πάντοτε ἀπαράδεκτος εἰς τήν Ἀνατολήν, ἡ ὁποία εἶχεν διάφορον κατανόησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἀποστολικοτητος. Ἡ πολιτική συζυγία τῶν δύο Ρωμῶν, τῆς πρεσβυτέρας καί τῆς νέας, καθίστα ἀναπόφευκτον τήν προβολήν ὄχι μόνον τήν σχέσιν ταυτίσεως, ἀλλά καί τήν σχέσιν διακρίσεως, διό καί Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰς Ὁμιλίαν του πρός τούς χριστιανούς τῆς Κπόλεως (380), προαγγέλουν τόν κανόνα 3 τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (381), ἐτόνιζε σχετικῶς: «Ὑμεῖς ἡ μεγάλη πόλις (=νέα Ρώμη) οἱ πρῶτοι μετά τήν πρώτην (=Ρώμην) εὐθέως, ἤ μηδέ τοῦτο συγχωροῦντες» (Λογ., 30,12. PG 36, 280). Ἐν τούτοις, διά τῶν λόγων αὐτῶν δέν εἰσῆγεν ἀθέμιτον ἀνταγωνισμόν μεταξύ τῶν δύο θρόνων, διότι δέν ἐθίγετο ἡ πρωτοκαθεδρία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης. Εἶναι λοιπόν καί ἑτερόκεντρον συλλογιστικόν πλάσμα, διότι τό «ἀθέμιτον» τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τονίζεται διά μόνης τῆς χρησιμοποιήσεως ὡς ἀπολύτου κριτηρίου τῶν μονομερῶν παπικῶν διεκδικήσεων, ὡς ἀποδεικνύεται καί ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι καί ὑπό τοῦ συγγραφέως προβάλλεται συστηματικῶς ἡ πλήρης «ἀδιαφορία» τῶν βυζαντινῶν διά τήν ἀξιοποίησιν τῆς παραδόσεως Ἀνδρέου πρός θεμελίωσιν τῆς ἀποστολικότητος τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως.

Οὕτως, ὁ Fr. Dvornik ἀποκρούει λ.χ. ἀκρίτως τήν ἀξιοπιστίάν τῆς εὐλόγου μαρτυρίας, συμφώνως πρός τήν ὁποίαν κατά τήν εἰς Κπολιν ἐπίσκεψίν τοῦ πάπα Ἰωάννου Α' (525) προεβλήθη ὑπό τῶν βυζαντινῶν, τῇ συνδρομῇ καί τοῦ ἱστορικοῦ Προκοπίου, ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τόν Δωρόθεον Τύρου παράδοσις περί τῆς χειροτονίας ὑπό τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Στάχυος ὡς ἐπισκόπου Βυζαντίου εἰς Ἀργυρόπολιν (Ρ G 92, 1072). Ὡς κύριον ἐπιχείρημα διά τήν ἀπόρριψιν τῆς ἀξιοπιστίας τῆς μαρτυρίας αὐτῆς ὁ Fr. Dvornik ἐχρησιμοποίησε τόν περίεργον πλασματικόν συλλογισμόν, ὅτι δηλαδή ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤτοι ἐάν οἱ Βυζαντινοί συνέδεον κατά τόν ΣΤ' αἰώνα τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως πρός τόν ἀπόστολον Ἀνδρέαν, οἱ πάπαι Ρώμης δέν θά ἀνέπτυσσον εἰς τήν Δύσιν τήν ἐξαιρετικήν τιμήν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου διά νά μή προσβάλουν ἐμμέσως τήν ἀποστολικήν ρίζαν τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ( The Idea …, σ. 157 κ.ἑξ.).Ἐν τούτοις, ἡ μετά τήν ἄρσιν τοῦ Ἀκακιανοῦ σχίσματος (519) περίοδος εἶναι σημαντική διά τάς σχέσεις τῆς πρεσβυτέρας καί τῆς νέας Ρώμης, διότι εἶναι ἤδη γνωσταί εἰς τήν Κπολιν αἱ παπικαί διεκδικήσεις περί τῆς ἐξαιρετικῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίας τοῦ «Πρώτου θρόνου» ( prima sedes ), ὡς αὑταί διετυπώθησαν ἰδίως ὑπό τοῦ πάπα Γελασίου Α' (492-496) καί ὡς προεβλήθησαν εἰς τόν περίφημον «λίβελλον» τοῦ πάπα Ὁρμίσδα ( Formula Hormisdae ) διά τήν ἄρσιν τοῦ Ἀκακιανοῦ σχίσματος (519). Ἡ Κπολις, ὡς ἡ νέα Ρώμη, διεξεδίκει ἴσην συμμετοχήν εἰς τήν αὐθεντίαν τοῦ «Πρώτου θρόνου» ἐπί τῇ βάσει τοῦ 28 κανόνος τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς συνόδου (451), διό καί ἀφ' ἑνός μέν ἀπέρριψε τάς ἀντιθέτους παπικάς διεκδικήσεις, ἀφ' ἑτέρου δέ ἐτόνισε τήν ἐξαιρετικήν αὐθεντίαν τοῦ θρόνου τῆς νέας Ρώμης διά τῆς διακριτικῆς ἀποδοχῆς τοῦ τίτλου «Οἰκουμενικός» (Β. I. Φειδᾶ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, II, 112-160). Εἶναι λοιπόν εὐλογοφανής ἡ ἐπίσης διακριτική ἀξιοποίησις κατά τήν περίοδον αὐτήν καί τῆς περί τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου παραδόσεως ἐν ἀναφορᾷ καί πρός τήν αὐθεντίαν τοῦ θρόνου τῆς νέας Ρώμης, ὡς ἄλλωστε δείκνυται καί ἐκ τῆς εὐρύτατης διαδόσεως τῆς παραδόσεως αὐτῆς εἰς τήν Ἀνατολήν καί εἰς τήν Δύσιν.

Τοῦτο ὅμως σημαίνει ὅτι ἰσχύει καί ἀντιστρόφως ὁ ἀνωτέρω πλασματικός συλλογισμός, ὅτι δηλαδή καί ἐν Βυζαντίῳ θά ἔδει κατ' ἀνάλογον τρόπον νά ὑπεβαθμιζετο και ἡ τιμή πρός τόν ἀπόστολον Πέτρον, διότι πρός αὐτόν συνεδέοντο ἡ παπική θεωρία περί πετρείου ἀποστολικότητος καί αἱ δι' αὐτῆς διεκδικήσεις τοῦ παπικοῦ θρόνου! Ὑπό τό αὐτό πνεῦμα ὑποστηρίζεται αὐθαίρετα ὑπό τοῦ Fr. Dvornik (Τhe Idea..., σ. 158 κἑξ.) καί πάλιν περιέργως, ὅτι δῆθεν ὁ πάπας Γρηγόριος Α' (590-604) ἠγνόει τοιαύτην σύνδεσιν τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου πρός τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Κπόλεως κατά τήν διαμάχην αὐτοῦ πρός τόν πατριάρχην Κπόλεως Ἰωάννην Δ' τόν Νηστευτήν (582-595) περί τόν τίτλον «Οἰκουμενικός», διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἄν δηλαδή ἐγνώριζε τοιαύτην σύνδεσιν, ὁ πάπας Γρηγόριος δέν θά ἐπεδεικνυε τήν γνωστήν ἐξαιρετικήν ἀφοσίωσιν εἰς τήν ἀνάπτυξιν τῆς τιμῆς τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου καί εἰς αὐτήν ταύτην τήν Ρώμην κ.λπ.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.