ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

πίσω


Οι «ιστορικές περιπέτειες» των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας

Ο χαρακτήρ των πρώτων κατά της Εκκλησίας διωγμών και η περί των χριστιανών αλληλογραφία του Πλινίου μετά του αυτοκράτορος Τραϊανού

Θρήνος για την άλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Ο παπισμός στη Φραγκοκρατού- μενη Ελλάδα

Ο Χριστιανισμός και τα χρόνια που έρχονται

Το ζήτημα της σχέσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως προς το Διαφωτισμό και τις αρχές του

Η Λουκάρειος Ομολογία και το εκ ταύτης δημιουργηθέν Λουκάρειον πρόβλημα

Ο Αγιος Κοσμάς και το Εικοσιένα

Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Τα όρια της Δυτικής Ευρώπης

Τα Ευαγγέλια και η θέση του Ιησού έναντι των εθνών- Μεσοδιαθηκική περίοδος και προπαρασκευή

Κωνστανίνος Παλαιολόγος - Πολιορκία και Aλωση της Κωνσταντινου- πόλεως

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία

Εις Νικόλαον Λούβαρι Μνημόσυνον

Απόπειραι των Δυτικών προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων από της τουρκικής δουλείας (1453- 1463)

Κολλυβάδες - Αντικολλυβάδες

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια

Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Α)

Η Ιερότητα των ταφικών μνημείων (Β)

Η τελευταία δημηγορία του Παλαιολόγου και ο Βαρβερινός Ελληνικός Κώδιξ ΙΙΙ

Κριτόβουλος, Ξυγγραφής Ιστοριών Α΄

Όψιμη Ιεραποστολή στη Λακωνία

Υπήρξε ποτέ «Τρίτη Ρώμη»; Παρατηρήσεις για τη βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία

«Ρουμ Μιλέτι»: οι Ορθόδοξες κοινότητες υπό τους Οθωμανούς Σουλτάνους

Τα επαιτικά τάγματα της Δύσης

Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία: Επαφές και δραστηριότητες κατά τον 20° αιώνα

Ο Προτεσταντισμός και ο Ελληνισμός

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η απελευθέρωση των Ελλήνων και ο εσχατολογικός ρόλος της Ρωσίας και της Γαλλίας μέσα στο ερμηνευτικό έργο του Θεοδώρητου Ιωαννίνων ( περ. 1740-1823)

Τα σχέδια των Πανσλαυϊστών εις την Παλαιστίνην

Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Περσία

Το πολιτικόν δέον του Νέου Ελληνισμού

Ζητήματα εφαρμογής των ιερών κανόνων

Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση

Ο 'Αγιος Νεκτάριος - Σύντομος επισκόπηση του βίου και του έργου του

Το ήθος της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Σύγχρονες θεολογικές προσεγγίσεις

Μνεία Δεισιδαιμονιών τινών και μαγικών συνηθειών εις Νομοκανόνας

Σκέψεις τινές περί Εικονομαχίας

Ιστορία και οπλικά συστήματα: η περίπτωση του «υγρού πυρός»

H ομαδικοσυνει-δησιακή γένεση και λειτουργικότητα της Θρησκείας

Προσκυνηματικές περιηγήσεις: Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Ο Λούθηρος περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας - H συνδιάλεξις της Λειψίας (1519)

Οι δύο εξουσίες: Η διαμάχη μεταξύ παπών και αυτοκρατόρων και οι θεωρίες των βυζαντινών

Βυζάντιο και Ρωσσία

Η συμβολή του Βυζαντινού πνεύματος στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας

Νοσταλγία του Βυζαντίου

Εκκλησιολογική Προσέγγιση των Σχέσεων Επισκόπου και Ιερών Μονών της Επαρχίας του

Ιστορία μεσαιωνικών αιρέσεων καί ιδεολογικά διακυβεύματα

Τα «Υπέρ» και τα «Κατά» της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων

Ο Ναός των Ιεροσολύμων μεταξύ Θεσμικού Ιουδαϊσμού και Χριστιανικής Κοινότητας

Αλέξανδρος Δελμούζος: Μία προφητική φωνή από το χώρο της εκπαίδευσης

Διδαχή Γ΄

Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Η παράδοσις περί του αποστόλου Θωμά

Ο 'Αγιος Κοσμάς τιμάται υπό του Αλή πασά

Σημεία τριβής Μονών καί Επισκόπων

Κατευόδωσις στρατού - Η θρησκευτική προετοιμασία

Η διεύρυνση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικι- σμός και «Χριστιανικός Νότος» στο οικουμενικό προσκήνιο κατά την δεκαετία του 1960

O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος», Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο

Η ιδέα της αποστολικότητος του θρόνου και ο απόστολος Ανδρέας

Ο Ιουστινιανός και οι Μονοφυσίται

Ιεραποστολικοί αγώνες των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου-
Αποτίμηση της προσφοράς τους

Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και οι απόστολοι των Σλάβων Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος

Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και η πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή κατά τον Ε΄ αιώνα

Ο Ταλαντίου Νεόφυτος ως αρθρογράφος στην Εφημερίδα των Αθηνών. Θέματα και προβληματισμοί

Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον της Νικαίας (325)- Ο ρόλος της Αλεξανδρείας και της Ρώμης

Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία: Επαφές και δραστηριότητες κατά τον 20° αιώνα

Νικολάου Ματσούκα, Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 214-227

 

Κατά τον 20° αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία μπαίνει στο προσκήνιο της οικουμενικής κίνησης με σοβαρές αξιώσεις. Τη συμβολή της σ' αυτόν το χώρο μπορούμε να τη δούμε και να την αξιολογήσουμε εξετάζοντας κατά βάση την ιστορική διαδρομή των φάσεων της οικουμενικής δραστηριότητας σ' αυτή τη χρονική περίοδο. Η προϊστορία μας είναι αρκετά γνωστή, οπότε εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις ανάλογες συγκρίσεις. Ωστόσο η εξέταση της συμβολής αυτής δίνει άμεσα την αφορμή στον ερευνητή να αξιολογήσει όχι μονάχα αυτό που πρόσφερε η Ορθόδοξη Εκκλησία σ' αυτή την κίνηση, αλλά και αυτό που θα μπορούσε και οφείλει να προσφέρει ή να προφυλάξει τούτη την κίνηση από ενδεχόμενους κινδύνους. Έτσι μόνο γίνεται σωστή αξιολόγηση του βάθους της ορθόδοξης πνευματικότητας σε σχέση με το σύγχρονο αυτό φαινόμενο του (γενικού) οικουμενισμού που χαρακτηρίζει όλες τις εκδηλώσεις του δυτικού πολιτισμού και όχι, όπως ισχυρίζονται μερικοί, μόνο τη ζωή των προτεσταντικών εκκλησιών. Η παρουσία λοιπόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας απλώνεται σε όλο τον σύγχρονο κόσμο διαμέσου των οικουμενικών εκδηλώσεων. Γι' αυτό είναι αυτονόητο ότι πρέπει να δούμε την οικουμενική δραστηριότητα στα ευρύτερα πλαίσια των θεολογικών ζυμώσεων και των επαφών και όχι μόνο στα στενά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Είναι άστοχος ιστορικά ο ισχυρισμός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία παρασύρθηκε από την πρωτοβουλία του Προτεσταντισμού και προσπάθησε, με τις επίμονες παροτρύνσεις του, να τον ακολουθήσει και να τον μιμηθεί (1). Μερικοί μάλιστα θέλουν να εξηγήσουν το ίδιο το φαινόμενο του οικουμενισμού σαν μια ανάγκη του Προτεσταντισμού που αναζήτησε και αναζητεί την ενότητα μέσα στη διάσπαση και τον κατακερματισμό του, κυρίως στο χώρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό όμως δεν είναι σωστό η καλύτερα απλώς αποτελεί μονάχα μια πλευρά του φαινομένου. Έπειτα, όπως είδαμε κιόλας, ο Προτεσταντισμός από τα πρώτα του βήματα για λόγους άμυνας και θεολογικής του ολοκλήρωσης έστρεψε αμέσως τα βλέμματα του προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σ' αυτή την πρώτη στροφή του Προτεσταντισμού το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρ' όλες τις δυσχέρειες, που επέβαλε το τότε πολιτικό κλίμα, χειρίστηκε το ζήτημα δίχως βιασύνη και με πολλή σύνεση. Από την εποχή εκείνη φάνηκε πως η οικουμενική συνάντηση θα γινόταν σε μια σχέση αμοιβαίας πρωτοβουλίας και δραστηριότητας.

Είναι πολύ γνωστό ότι πρώτος ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωάσαφ Β' είχε την πρωτοβουλία να έλθει σε επαφή με τη Μεταρρύθμιση, στέλνοντας, όπως σημειώθηκε πρωτύτερα, τον Δημήτριο Μυσό στη Βιττεμβέργη. Η πρωτοβουλία αυτή, που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην πιο κρίσιμη στιγμή για τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα της Δύσης, ανοίγει μια πόρτα στον οικουμενικό διάλογο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έτσι κι αλλιώς και εδώ δείχνεται πρωτοπόρο τη στιγμή που αισθάνεται και ψηλαφά το σφυγμό των πραγμάτων. Η ίδια τάση φαίνεται αμέσως μετά τη μικρή τούτη απόπειρα, όταν αρχίζει η αλληλογραφία του πατριάρχη Ιερεμία Β' με τους Λουθηρανούς θεολόγους. Σε τούτη την επαφή δεσπόζει μία αξιοσημείωτη μικρή λεπτομέρεια. Στο αδιέξοδο των δογματικών συζητήσεων ο οικουμενικός πατριάρχης δεν κλείνει την πόρτα για πάντα. Την αφήνει ανοιχτή για μια μελλοντική επαφή και συνέχιση του διαλόγου. Μονάχα για λόγους «φιλίας» μπορείτε να μας γράφετε (2), λέγει ο οικουμενικός πατριάρχης κλείνοντας τις δογματικές συζητήσεις για άλλους ίσως πιο ευνοϊκούς καιρούς.

Τη στιγμή που χειμάζεται λοιπόν το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παύει να αισθάνεται υπεύθυνο για την ενότητα του χριστιανικού κόσμου. Έχει την πρωτοβουλία και παρακολουθεί μια κρίση της Εκκλησίας της Δύσης, που θα μπορούσε άνετα να τη θεωρήσει - όπως και ήταν - μια οδυνηρή υπόθεση του Ρωμαιοκαθολικισμοΰ. Παρ' όλη την ένταση και τις σχεδόν νεκρές σχέσεις μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρασύρεται από καμιά σκοπιμότητα ώστε να οχυρωθεί πίσω από τον Προτεσταντισμό (3). Η παρουσία και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στην προκειμένη περίπτωση, έστω και αδύναμη, αποσκοπεί να επισημάνει την ανάγκη της ενότητας στη ζωή της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Στο κατώφλι του 20ου αιώνα, που ήδη είχε δώσει προμηνύματα ραγδαίων αλλαγών στο χώρο του πολιτισμού, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και πάλι επισημαίνει την αναγκαιότητα της ενότητας. Ιστορικά δεν θα μπορούσε λοιπόν να υποστηρίξει κανείς ότι αφορμή και πρόκληση προέρχονται από την εκκολαπτόμενη οικουμενική κίνηση στο χώρο του Προτεσταντισμού. Κι από χρονολογική άποψη κι αν δούμε τα πράγματα διαπιστώνουμε μια προτεραιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου (4). Το 1902 ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ Γ', με την ευκαιρία της εκλογής του, απευθύνει εγκύκλιο γράμμα προς τους αρχηγούς όλων των αυτοκέφαλων ορθόδοξων εκκλησιών. Με ιδιαίτερη έμφαση αναφέρεται στην ανάγκη η Ορθόδοξη Εκκλησία να κάνει διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τον Προτεσταντισμό και τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες. Μετά από δύο χρόνια, το 1904, ο ίδιος πατριάρχης είχε την ευκαιρία να απευθύνει νέο γράμμα προς τις αυτοκέφαλες εκκλησίες, παίρνοντας αφορμή από τις αντιδράσεις και απαντήσεις τους. Και πάλι αναφέρεται στο θέμα των οικουμενικών επαφών με τις ετερόδοξες εκκλησίες, τονίζοντας μάλιστα τη μεγαλύτερη συγγένεια μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και Παλαιοκαθολικών και Αγγλικανών. Ωστόσο η ενότητα πρώτα πρέπει να μη διακυβεύεται μέσα στους κόλπους των αυτοκέφαλων ορθόδοξων εκκλησιών. Με πολλή λεπτότητα αναφέρεται στις τότε προστριβές μεταξύ του Πατριαρχείου Αντιοχείας και της Εκκλησίας της Κύπρου, υπενθυμίζοντας πως είναι απαραίτητο οι ορθόδοξες εκκλησίες να ακολουθούν την τάξη που θέσπισαν οι πατέρες διαμέσου των οικουμενικών συνόδων (5). Ανεξάρτητα από την πρωταρχική επιδίωξη του πατριάρχη, που ήταν η διαφύλαξη της κανονικής ευταξίας μέσα στον ορθόδοξο χώρο, η επιστολή δίνει την εντύπωση ότι η ενότητα ανάμεσα σε όλες τις εκκλησίες, ορθόδοξες και ετερόδοξες, έχει πηγή και αφετηρία την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα δύο αυτά εγκύκλια πατριαρχικά γράμματα (6), που κατά βάση είναι ένα, εκφράζουν κατά έντονο τρόπο την αγωνία της Ορθοδοξίας για την ενότητα του κόσμου και την προκοπή του στη χριστιανική ζωή (7).

Πριν ακόμη διαμορφωθούν εντελώς οι κλάδοι της οικουμενικής κίνησης, το 1920, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απευθύνει εγκύκλιο γράμμα προς όλες τις εκκλησίες του Χριστού. Προτείνει κατά σαφή και κατηγορηματικό τρόπο την ίδρυση μιας «κοινωνίας» των εκκλησιών κατά τα πρότυπα της τότε πολιτικής ζωής. Η πρωτοβουλία και η πρόταση αυτή εξάπαντος ζέσταναν όλες τις τότε κινήσεις μέσα στους κόλπους του Προτεσταντισμού, ο οποίος με πολλούς διακεκριμένους εκπροσώπους του σχεδίαζε και οραματιζόταν έναν ενεργό εκκλησιαστικό οργανισμό μέσα στα πράγματα της ταραγμένης κοινωνικής ζωής. Η Ορθοδοξία για μια ακόμη φορά κρατούσε, έστω και δισταχτικά, το σφυγμό του κόσμου. Και σ' αυτό το σημείο βλέπει κανείς μια πρωτοβουλία του χειμαζόμενου Οικουμενικού Πατριαρχείου που ωστόσο επιχειρούσε ένα aggiornamento μέσα στις ραγδαίες ανακατατάξεις του κόσμου. Μια παρόμοια πρωτοβουλία και συνάμα μια έκκληση για εκκλησιαστική συνεργασία έκανε αργότερα, το 1952, ο πατριάρχης του οικουμενικού θρόνου Αθηναγόρας, λίγα μόλις χρόνια πριν από τη δεινή δοκιμασία που γεύθηκε η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης από τις άγριες και ληστρικές επιθέσεις των Τούρκων. Τα εγκύκλια αυτά γράμματα αποτελούν βασικά κείμενα που διαφωτίζουν από την πλευρά τους την ιστορία της οικουμενικής κίνησης τόσο στον ορθόδοξο όσο και στον ετερόδοξο χώρο (8).

Προετοιμασμένη η Ορθόδοξη Εκκλησία μπόρεσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να συμμετάσχει στην οικουμενική κίνηση, μέσα στον προτεσταντικό χώρο, η οποία άρχισε να ανδρώνεται με γοργό ρυθμό από το 1920. Το 1925 ιδρύεται ο κλάδος «Ζωή και Εργασία» ( Life and Work ) στο συνέδριο της Στοκχόλμης και το 1927 ο κλάδος «Πίστη και Τάξη» ( Faith and Order ) στο συνέδριο της Λωζάνης. Οι δύο αυτοί κλάδοι αποτέλεσαν τον πυρήνα και την υποδομή για την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Α' Γενική Συνέλευση του Άμστερνταμ το 1948. Ενώθηκαν στον μεγάλο αυτόν εκκλησιαστικό οργανισμό, ενώ μέσα στα πλαίσια του Συμβουλίου συνεχίζουν να έχουν την ξεχωριστή τους αποστολή. Η ορθόδοξη συμμετοχή και συμβολή είναι και παραμένει αποφασιστική, από την ίδρυση αυτών των δύο κλάδων και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών ως σήμερα, στις εργασίες και τις εκδηλώσεις των συνεδρίων, των Γενικών Συνελεύσεων και των υπόλοιπων συναφών δραστηριοτήτων που ολοένα και μεγαλώνουν η περιπλέκονται μέσα σ' έναν τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό. Οι εργασίες του κλάδου «Πίστη και τάξη» συνεχίζονται με κανονικό ρυθμό και δραματικές προσπάθειες, για να μην πέσει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών σε μια επικίνδυνη εκκοσμίκευση. Τούτο αποτελεί παντοτινό αίτημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μετά το Συνέδριο της Λωζάνης το 1927 θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει τα εξής βασικά: του Εδιμβούργου το 1937, της Λούνδης το 1952, του Μόντρεαλ του 1963 και της Άκκρας το 1974. Αλλά δεσπόζουσα θέση κατέχουν οι Γενικές Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών έξι ως τώρα: του Άμστερνταμ το 1948, του Έβανστον το 1954, του Ν. | Δελχί το 1961, της Ουψάλας το 1968, του Ναϊρόμπι το 1975 και του Βανκούβερ το 1983.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε καταδικάσει την οικουμενική κίνηση με την Εγκύκλιο Mortalium Animos του πάπα Πίου ΙΑ' κατά το έτος 1928. Ως το 1962, λίγο μετά την Γ' Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ο Ρωμαιοκαθολικισμός απουσίαζε από το οικουμενικό προσκήνιο και φαινόταν σχεδόν αμέτοχος ή αδιάφορος. Ωστόσο η μακρά αυτή σιωπή δεν ήταν αδιαφορία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα μια αναμονή για ξαφνική επέμβαση στα πράγματα της οικουμενικής κίνησης. Το γεγονός αυτό δεν είναι εκπληκτικό ούτε παράξενο, γιατί είναι σύμφωνο με την ευελιξία και την καλή οργάνωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Έτσι η Β' σύνοδος του Βατικανού (1962-1965), μεταξύ άλλων, ήταν και μια εισβολή του Ρωμαιοκαθολικισμού στο χώρο της οικουμενικής κίνησης. Άλλα και η Ορθόδοξη Εκκλησία, που μετείχε επί τόσες δεκαετίες στην οικουμενική κίνηση, δεν ήταν απροετοίμαστη ως προς τη γραμμή που θα τηρούσε απέναντι σ' αυτή τη θεαματική αλλαγή. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πάντοτε πρωτοπόρο, με αρχηγό τον πατριάρχη Αθηναγόρα προχώρησε σε μια αποφασιστική συνάντηση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το γεγονός αυτό μάλιστα από μια μερίδα ορθόδοξων θεολόγων κρίθηκε σαν σπουδή που εγκυμονούσε κινδύνους. Πάντως ο Αθηναγόρας εγκαινίασε έναν τολμηρό διάλογο αγάπης που άφησε πολλούς έκπληκτους. Ωστόσο και στην προκειμένη περίπτωση φάνηκε πως η παρουσία και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι απαραίτητη για την πορεία προς την ποθούμενη ενότητα. Θεαματικά γεγονότα ήταν οι επαφές του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το Βατικανό, η άρση των αναθεμάτων κατά το τέλος της Β' συνόδου του Βατικανού (9) και ο τόμος της Αγάπης το 1971. Έτσι η Ορθόδοξη Εκκλησία ούτε αιφνιδιάστηκε ούτε έμεινε δισταχτική και ούτε παρέλειψε να δώσει τη μαρτυρία της θεολογίας της για μια πραγματική ενότητα (10).

Ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έρχεται σε επαφή με τη σύγχρονη οικουμενική κίνηση, στο χώρο του Προτεσταντισμού και του Ρωμαιοκαθολικισμού, από δική της πρωτοβουλία, που ανταποκρίνεται βεβαίως στα αιτήματα των ετεροδόξων, είναι επίσης φανερό από το γεγονός ότι δεν κάνει διάλογο μονάχα στα προγραμματισμένα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και σε ευρύτερα πλαίσια. Έξαλλου η δράση της αυτή αποτελεί μια αδιάσπαστη γραμμή που πάει στο μακρινό παρελθόν της παράδοσης της. Έτσι σήμερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα διάλογο που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια παλιότερων παρόμοιων εκδηλώσεων στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Και πρώτα πρώτα συνεχίζει και σήμερα, στα πλαίσια τώρα της σύγχρονης οικουμενικής κίνησης, το διάλογο με τις Ανατολικές η Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες, δηλαδή με την Αρμενική, την Κοπτική, την Αιθιοπική, τη Συροϊακωβιτική και την Εκκλησία του Μαλαμπάρ των Ινδιών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο διάλογος αυτός είχε αρχίσει αμέσως μετά την Δ' οικουμενική σύνοδο, όταν οι Εκκλησίες αυτές αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία για εθνικούς, κοινωνικούς και φυλετικούς λόγους, παίρνοντας αφορμή από το δόγμα της Χαλκηδόνας (11). Όπως είχαμε την ευκαιρία να σημειώσουμε στην αρχή της μελέτης, τον 12° αιώνα έγινε κάποια συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα και, ύστερα από αλλεπάλληλες ανεπίσημες διασκέψεις ορθόδοξων και προχαλκηδόνιων θεολόγων από το 1971, ο διάλογος άρχισε να παίρνει επίσημο χαρακτήρα, αφού η Δ' Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1968 στο Chamb é s γ συγκρότησε Διορθόδοξη Θεολογική Επιτροπή για τον παραπάνω σκοπό. Για την όλη επιτυχία της ορθόδοξης παρουσίας στον οικουμενικό διάλογο είναι απαραίτητο να γίνουν αποφασιστικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή, για να δείξει η Ορθόδοξη Εκκλησία στην πράξη πως, όταν υπάρχουν οι θεολογικές προϋποθέσεις της παράδοσης, η πρόοδος στην πορεία της ένωσης των εκκλησιών είναι εφικτή. Μια από τις πρόσφατες επικρίσεις του γενικού γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών Philippe Potter εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας ήταν και η αδικαιολόγητη βραδύτητα του διαλόγου Προχαλκηδόνιων Εκκλησιών και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είδαμε πως σ' αυτές τις επικρίσεις απάντησε ο μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (12).

Ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ Γ' στα Εγκύκλια Γράμματα του 1902 και 1904, που έχουν μια ενότητα, επισημαίνει το γεγονός ότι οι Παλαιοκαθολικοί και οι Αγγλικανοί βρίσκονται πιο κοντά στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο διάλογος με τους πρώτους, όπως σημειώθηκε κιόλας, είχε αρχίσει το 1874 και περνώντας από αρκετές φάσεις έφτασε, από το 1975, στην ουσιαστική του φάση. Και σ' αυτό το διάλογο η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να δείξει αποφασιστικότητα, μια και οι υφιστάμενες διαφορές δεν είναι ουσιαστικές. Οποιαδήποτε συμφωνία, που θα οδηγούσε σε μια ένωση, θα αποτελέσει έντονη μαρτυρία του ενοποιού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η Ορθοδοξία στο χώρο της οικουμενικής κίνησης (13).

Με τους Αγγλικανούς η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε αρχίσει τις επαφές της, όπως είδαμε πριν, ήδη κατά τον 17° αιώνα, όταν ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης έστειλε στην Αγγλία το 1617 τον Μητροφάνη Κριτόπουλο, μετέπειτα πατριάρχη Αλεξανδρείας. Στις ημέρες μας ο διάλογος προωθείται ικανοποιητικά, μολονότι οι Αγγλικανοί με την αποδοχή της χειροτονίας των γυναικών, δημιούργησαν αρκετές δυσχέρειες. Οι τέσσερεις Πανορθόδοξες Διασκέψεις, από το 1961 ως το 1968, έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο διάλογο με τους Αγγλικανούς και στον καταρτισμό διορθόδοξων θεολογικών επιτροπών. Παρ' όλες τις υφιστάμενες δυσχέρειες ή τα προβλήματα, που κάθε τόσο ανακύπτουν, οι Αγγλικανοί φαίνονται να προσεγγίζουν πολύ την Ορθόδοξη Εκκλησία, δείχνοντας ικανοποιητικό πνεύμα συνεργασίας με τους ορθόδοξους θεολόγους σε πολλές εκδηλώσεις και σε συνέδρια οικουμενικής κίνησης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Ήδη η Γενική Σύνοδος της Αγγλικανικής Εκκλησίας, που συγκλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1985 στο Α naheim της Καλιφόρνιας μεταξύ των άλλων αποφάσισε την απάλειψη του Filioque από το σύμβολο Νικαίας -Κωνσταντινουπόλεως. Η απόφαση αυτή ωστόσο πρέπει να επικυρωθεί από το συνέδριο του Lambeth που θα γίνει το 1988 (14).

Eξάλλου ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υστέρα από το σχίσμα εδώ και αιώνες γινόταν υπό την πίεση επειγουσών πολιτικών υποθέσεων. Για λόγους ιστορικούς, που είναι συνδεδεμένοι με τραγικές ρήξεις, εθνικές και φυλετικές, ο διάλογος αυτός δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, χώρια από το σοβαρότατο θέμα της Ουνίας. Οι προκαταλήψεις και τα βαριά τραύματα αιώνων δεν μπορούν οπωσδήποτε να κλείσουν τόσο εύκολα. Από την άλλη μεριά η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι πάντοτε μια ισχυρή δύναμη, οργανωμένη και κατά τα κοσμικά πρότυπα. Ωστόσο μετά τη Β' σύνοδο του Βατικανού έγιναν κάποια εντυπωσιακά βήματα με το διάλογο της αγάπης που εγκαινίασε η τολμηρή πρωτοβουλία του Αθηναγόρα. Πολλοί εκφράζουν το φόβο πως τα θεαματικά αυτά βήματα δεν έχουν βαθιές και ουσιαστικές προϋποθέσεις· είναι περισσότερο φανταχτερά. Παρ' όλα αυτά και σ' αυτόν το διάλογο η Ορθόδοξη Εκκλησία ανταποκρίνεται σύμφωνα με τον ενοποιητικό ρόλο του πνεύματος της. Πρέπει να σημειωθεί ότι και οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις παρ' όλη τη διστακτικότητα συζητούν το διάλογο Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, προετοιμάζοντας το δρόμο για ουσιαστικότερες πρωτοβουλίες (15).

Τέλος η Ορθόδοξη Εκκλησία διεξάγει συνεχή διάλογο και με τις εκκλησίες που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα και κατεξοχήν με τους Λουθηρανούς, με τους οποίους, όπως είδαμε κιόλας, οι επαφές είχαν αρχίσει αμέσως μετά το μεταρρυθμιστικό κίνημα.

Με τους Καλβινικούς επίσης ο διάλογος είχε αρχίσει στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν ο Μητροφάνης Κριτόπουλος είχε επισκεφτεί την Ελβετία. Πάντως μεγάλη έμφαση δόθηκε στο διάλογο με τους Λουθηρανούς που αποτελούν άλλωστε ένα μεγάλο και συνεκτικό τμήμα του Προτεσταντισμού. Η Δ' Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1968, στο Chamb é sy της Γενεύης, αποφάσισε τον ανεπίσημο διάλογο μεταξύ ορθόδοξων και Λουθηρανών θεολόγων. Ενδιαφέρων είναι ο διάλογος μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών θεολόγων, όπως και μεταξύ Ρώσων, Ρουμάνων και Γερμανών. Έτσι σήμερα ο διάλογος Ορθόδοξης Εκκλησίας και Λουθηρανών βρίσκεται σε μια αποφασιστική καμπή. Ωστόσο και εδώ οι δυσχέρειες ήταν πολλές, γιατί ο Λουθηρανισμός δεν παύει να έχει τα βασικά χαρακτηριστικά του Προτεσταντισμού. Με τις άλλες προτεσταντικές εκκλησίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χάνει την ευκαιρία να έχει επαφές και συνεργασία μέσα στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και άλλων συναφών εκδηλώσεων της οικουμενικής κίνησης. Κατά συνέπεια η Ορθοδοξία με την παρουσία της αγκαλιάζει όλα τα τμήματα της διασπασμένης Χριστιανοσύνης, θέλοντας όχι απλώς να τα συγκολλήσει, αλλά να τα επαναφέρει στην ενότητα της Μιας Άγιας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας (16).


 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Την ίδια επιχειρηματολογία έχουν μερικοί ορθόδοξοι θεολόγοι και για την προσπάθεια που κάνουν οι αυτοκέφαλες ορθόδοξες εκκλησίες να συγκαλέσουν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας· ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μίμηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την επιδίωξη να απαντήσουν στη Β' σύνοδο του Βατικανού.

(2) Βλ. Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος Β', Αθήναι 1953, σελ. 489: « Τήν ὑ μετέραν ο ὖ ν πορευόμενοι, μηκέτι μέν περί δογμάτων, φιλίας δέ μόνης, ε ἰ βουλητόν, γράφετε».

(3) Άλλο ζήτημα είναι η όχι τόσο ευχάριστη εικόνα της μετέπειτα ορθόδοξης θεολογίας που, όπως είδαμε, αρκετές φορές, για να πολεμήσει το Ρωμαιοκαθολικισμό, δανειζόταν προτεσταντικά επιχειρήματα και άλλοτε, για ν' αμυνθεί εναντίον του Προτεσταντισμού, χρησιμοποιούσε ρωμαιοκαθολικά επιχειρήματα. Την εικόνα αυτή την εντοπίσαμε στα ορθόδοξα συμβολικά κείμενα του 17ου αιώνα. Βλ. Νικολάου Ματσούκα, Η επενέργεια εις την φυσικήν και ιστορικήν πραγματικότητα ( Ανάτυπον εκ του τόμου «Το Άγιον Πνεύμα» του Σεμιναρίου Θεολόγων Θεσσαλονίκης), Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 22.

(4) Από τα μέσα του 19ου αιώνα είχαν αρχίσει να δημιουργούνται παγκόσμιες χριστιανικές ενώσεις νέων. Το 1910, όπως σημειώθηκε πριν, συνήλθε στο Εδιμβούργο το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Ιεραποστολής. Εκπροσωπήθηκε και η Αγγλικανική Εκκλησία, ενώ απουσίασαν η Ρωμαιοκαθολική και η Ορθόδοξη. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν είχε κανένα ηθικό αντίκρισμα. Βλ. Βασιλείου, Θ. Σταυρίδου, Ιστορία της οικουμενικής κινήσεως, Αθήναι 1964, σελ. 25-32.

(5) Εννοεί τον 8° κανόνα της Γ' οικουμενικής συνόδου που καθιερώνει την αυτοτέλεια της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία μπορεί να εκλέγει και να χειροτονεί επισκόπους δίχως τη σύμπραξη του πατριάρχη Αντιοχείας. Βλ. Ιωάννου Ορ. Καλογήρου, Έννοια της οικουμενικότητος της Ορθοδοξίας εν σχέσει προς τας εθνικάς αυτοκέφαλους εκκλησίας (Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμος 19), Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 219.

(6) Βλ. το κείμενο στην έκδοση C. G. Ρ atelos, Τ he Orthodox Church in the Ecumenical Movement ( Documents and Statements 1902-1975), Geneva 1978, σελ. 27-39. Το πρωτότυπο κείμενο στην ελληνική βλ. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Ιστορία της οικουμενικής κινήσεως, σελ. 18 κ.ε.

(7) Ο γενικός γραμματέας του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών Ρ h. Ρο tter κρίνοντας τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οικουμενική κίνηση, σε συνέντευξη του στην εβδομαδιαία εφημερίδα La vie protestante ( 29-12-1978 ) είπε μεταξύ άλλων, ότι οι ορθόδοξες εκκλησίες είναι απομονωμένες και κλεισμένες μέσα στις χώρες τους. Πολύ εύστοχα ο τότε μητροπολίτης Τρανουπόλεως και τώρα μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός απάντησε, και πάνω σε τούτο το σημείο υπενθύμισε στον Ρο tter την πατριαρχική εγκύκλιο του 1902: « Παρ' όλον ότι οι ορθόδοξοι "ευρίσκονται εγκεκλεισμένοι εντός των χωρών αυτών”, κατώρθωσαν να μεταδώσουν την αγωνίαν των εις την Δύσιν, προς επαναβίωσιν της ενότητος της Εκκλησίας του Χριστού πολύ πριν ή συσταθή αυτό τούτο το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών. Τοιουτοτρόπως ο αείμνηστος οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ' απέστειλεν ήδη το έτος 1902 Εγκύκλιον προς τους αρχηγούς των Αυτοκέφαλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, δια της οποίας ζητείται πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών η συνεννόησις και η σκέψις, μεταξύ των άλλων, και περί του ζητήματος της δυνατής προσεγγίσεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των Διαμαρτυρομένων». Βλ. Επίσκεψις, 15-1-1979, Chamb é sy - Gen è ve, σελ. 11.

(8) Βλ. C.G. Patelos, The Orthodox Church in the Ecumenical Movement, σελ. 40-46. Πρβλ. Κρίτωνος Τριαντ. Γεωργιάδου, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Αθήναι 1970 σελ. 7 κ.ε. Βασιλείου, Θ. Σταυρίδου, Ιστορία της οικουμενικής κινήσεως, σελ. 21.

(9) Πρόκειται για τα αναθέματα που είχαν επιβάλει μεταξύ τους ο οικουμενικός πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος και ο πάπας Λέων Θ', το 1054. Το 1965 δόθηκε η εξήγηση πως αυτά αφορούσαν τους δύο τότε αρχηγούς των Εκκλησιών "Ανατολής και Δύσης.

(10) Για τη στάση του Ρωμαιοκαθολικισμού και τη σύγκληση της Β' συνόδου του Βατικανού βλ. Johannes Kalogirou, Die Orthodoxe Kirche im Licht der ö kumenischen Bewegung , στό Internationale Kirchliche Zeitschrift, 1948, σελ. 74. Ιωάννου Καλογήρου, Ή Ορθόδοξος Καθολι­κή Εκκλησία και η σύγχρονος οικουμενική κίνησις, σελ. 3-4. Του ιδίου, Η Β' εν Βατικανώ Γενική Ρωμαιοκαθολική Σύνοδος και η οικου­μενική προσπάθεια αυτής κατ' ορθόδοξον θεώρησιν ( Άνάτυπον εκ του περιοδικού « Γρηγόριος ο Παλαμάς», 1965), Θεσσαλονίκη 1965. Ν icolas Μ atsoukas, La signification th é ologique et historique du deuxi è me concile du Vatican στο Ρ roche -Orient Chrétienne, Jérusalem 1966, σελ. 326-337. Νικολάου Ματσούκα, Έννοια και ουσία της Εκκλησίας κατά τας συγχρόνους οικουμενικής ζυμώσεις ( Ανάτυπον εκ του περιοδικού « Γρηγόριος ο Παλαμάς», 1968), Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 13-15.

(11) Ο Ιωάννης Δαμασκηνός λέγει ότι οι Εκκλησίες αυτές αποχωρίστηκαν « προφάσει το ῦ ἐ ν Χαλκηδόνι συντάγματος». Περί αιρέσεων Ρ G 94,741Α.

(12) Βλ. Επίσκεψις, 15-1-1979, Chab é sy - Gen è ve, σελ. 8 και 12. Για το διάλογο με τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η "Ορθόδοξος Εκκλησία εν διαλόγω μετά των ετεροδόξων, σελ. 21-30.

(13) Για το διάλογο με τους Παλαιοκαθολικούς βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία εν διαλόγω μετά των ετεροδόξων εκκλησιών, σελ. 31-38.

(14) Για το διάλογο με τους Αγγλικανούς βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία εν διαλόγω μετά των ετεροδόξων εκκλησιών, σελ. 39-46.

(15) Για το διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία εν διαλόγω μετά των ετεροδόξων εκκλησιών, σελ. 47-61.

(16) Για το διάλογο με τους Λουθηρανούς και λοιπούς προτεστάντες βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία εν διαλόγω μετά των ετεροδόξων εκκλησιών, σελ. 62-82.